Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Όπου είμαι εγώ, δεν είναι ο θάνατος, όπου είναι ο θάνατος, εγώ δεν είμαι

Επίκουρος


Μια σοκολάτα αμυγδάλου σού φέρνει ευτυχία

Κάτι επάνω της την έκανε να μοιάζει με γριά, κοιτάζοντας τη ζωή και τη μοίρα της να περνούν από μπροστά της χωρίς να τους δίνει την παραμικρή σημασία. Νόμιζα πως το λεωφορείο θα συνέχιζε χωρίς να σταματήσει, αγνοώντας το νεύμα της, ένα χέρι με ξυλιασμένα δάχτυλα, με ξεφτισμένα βαμμένα ασημί βρόμικα νύχια. Αλλά τα φρένα στρίγκλισαν, η πόρτα ανοιγόκλεισε σφυρίζοντας, σκόνη και λάσπες τύλιξαν τους τροχούς του κήτους που αγκομαχούσε, πιάστηκε εκείνη στη χειρολαβή. Ανέβηκε.
Αυτή η γριά είναι μόλις είκοσι χρονών ή και λιγότερο… Ανασαίνει με δυσκολία, καθώς γυρίζει την πλάτη στον οδηγό κι έρχεται προς το μέρος μου, ταλαντευόμενη ανάμεσα στις χειρολαβές των καθισμάτων. Κάθομαι περίπου στη μέση, η θέση δίπλα μου είναι άδεια. Όλες οι υπόλοιπες είναι πιασμένες. Τη βλέπουν όλοι σε τέτοιο χάλι, αλλά κανένας δεν της παραχωρεί τη θέση του. Σκιρτώ καθώς σηκώνομαι, της κάνω νεύμα να καθίσει προς τη μεριά του παραθύρου, τρεκλίζει, πάει να πέσει, την τελευταία στιγμή τη συγκρατώ. Μ’ ευχαριστεί σιγανά, κάθεται επιτέλους.
Σκούρα κατσαρά μαλλιά, αφρόντιστα σχεδόν, ακουμπούν στον ώμο μου. Με την άκρη του ματιού μου παρατηρώ το βρόμικο τζιν της να πλέει πάνω της σκισμένο σε τρεις μεριές, –όπως το θέλει η μόδα ή η ανέχεια, εξαρτάται από ποια πλευρά βρίσκεσαι– τη μαύρη της μπλούζα σχεδόν κουρέλι, μ’ ένα αμερικάνικο διαφημιστικό σήμα τυπωμένο στο κέντρο. Το δέρμα της έχει το χρώμα του κεριού, είναι χλομό και διάφανο σαν δάκρυ λαμπάδας. Βγάζω τα μαύρα μου γυαλιά για να την παρατηρήσω καλύτερα.
Ωραίο προφίλ. Έχει ένα πρόσωπο που λες κι ανοίγει τα πορτόφυλλα των ονείρων σου. Οβάλ, γλυκό, σαν πρόσωπο Μαντόνας. Τα μάτια της είναι κατακόκκινα και γκρίζα σαν της γάτας. Με μαύρους κύκλους γύρω τους, τόσο σκοτεινούς, που ακόμα και στο μισόφωτο θα ξεχωρίζουν. Πόσο μάλλον τώρα, εκτεθειμένοι όπως είναι στο γαλακτικό φως του νέον της οροφής… Τρέμει.
Πασχίζει να στριμώξει στην αριστερή τσέπη του τζιν μια φοιτητική ταυτότητα. Κάτι βαρύ κι αόρατο πλανιέται πάνω από τους ώμους της. Κυρτώνουν.
«Είσαι καλά, κοπέλα μου;» τη ρωτώ.
Απάντηση καμία.
«Μήπως κρυώνεις; Εσύ τρέμεις…»
Πάω ν’ ακουμπήσω το μέτωπό της. Είναι ιδρωμένο, παγωμένο.
Τινάζεται απότομα.
«Μη μ’ αγγίζεις. Δε θέλω να μ’ αγγίζουνε.»
Αποσύρω το χέρι μου . Πάνω του μένει η αίσθηση του κρύου δέρματός της.
Ένα ακόμα πρεζόνι … σκέφτομαι . Δεν την παρεξηγώ. Ξέρω τι περνάει.
Έξω από το παράθυρο βιτρίνες, κι άλλες βιτρίνες, πεζοί και διασταυρώσεις κι αυτοκίνητα, πλήθος τ’ αυτοκίνητα. Η οχλοβοή της κίνησης δε λέει να καταλαγιάσει, ο αρρωστημένος αέρας που χιμά απ’ τα μισάνοιχτα παράθυρα του λεωφορείου έχει την αποκαμωμένη μυρωδιά του μεσημεριού: σκόνη, βενζίνη, ανάκατες μυρωδιές από τσιγαρισμένα κρεμμύδια. Το μεσημεριανό γεύμα στα περισσότερα σπίτια παίρνει να ετοιμάζεται σιγά σιγά. Το ραδιόφωνο μέσα στο λεωφορείο εκπέμπει ακόμα ένα από εκείνα τα μπουζουκοτράγουδα του συρμού, αντί για μια αισθησιακά θλιμμένη μελωδία που η αλήθεια είναι πως θα ταίριαζε γάντι σε τούτη τη “σκέτη μελαγχολία” μέρα.
Παράταιρος συνειρμός, σκέφτομαι.
Γύρω μου, δίπλα μου ολότελα, η πραγματικότητα με φτύνει…
Ψιλοβρέχει. Δυο τρεις σταγόνες βροχής, που μπαίνουν λαθραία απ’ το κατεβασμένο τζάμι, σκοντάφτουν πάνω στο μέτωπό της. Δάκρυα θλίψης που πέφτουν απ’ τον ουρανό.
«Να δεις που κλαίει ο Θεός για μένα…» ακούω να παραμιλάει το ανθρώπινο ερείπιο δίπλα μου, ψηλαφίζοντας το βρεγμένο της δέρμα.
Αναστατώνομαι. Μέσα σ’ αυτό το όμορφο μαστουρωμένο κεφάλι νόμιζα πως υπάρχει μόνο ένας σωρός σβησμένη στάχτη. Αίφνης, θα μπορούσα να γράψω ένα ολόκληρο λεξικό με λέξεις που να είναι σε θέση να την περιγράψουν, να περιγράψουν τον οίκτο, τη θλίψη, αλλά πάνω απ’ όλα την αποστροφή που νιώθει η κοινωνία για τέτοιου είδους πλάσματα.
“Φτωχή, δυστυχισμένη, άθλια, τιποτένια ανθρώπινη ύπαρξη, ανίκανη, αξιολύπητη, αξιοκαταφρόνητη, θλιβερή, άτυχη, άδεια, ελεεινή, κακορίζικη, άξια της τύχης της, ανόητη, εκφυλισμένο και απεχθές άτομο, απελπισμένη, μιαρή, περιφερόμενη αρρώστια που μολύνει στην όποια επαφή, επικίνδυνη, κοινωνική λέπρα.”
Τ’ αξίζει όλα τούτα; Όχι. Όχι βέβαια. Μπορείς να βουλιάξεις, να λιώσεις, να εξαφανιστείς κάτω από το βάρος των λέξεων. Οι λέξεις σκοτώνουν. Σε στήνουν στον τοίχο και σ’ εκτελούν. Το ίδιο και η συμπεριφορά των δήθεν τέλειων συνανθρώπων μας, αυτών των αναμάρτητων που μπορούν να σε λιθοβολούν με μένος πρώτα και κατόπιν να κοιμούνται αμέριμνοι τον ύπνο του δικαίου. Αδιαφορώντας αν τούτοι της κοινωνίας οι απόκληροι, πάνω στην αδυναμία τους ν’ αντισταθούν στην πλαστή κι εφήμερη “ευδαιμονία” των ναρκωτικών, σηκώνουν το σταυρό όλων των γκρίζων ημερών του κόσμου.
«Έχω μια κόρη στην ηλικία σου. Μου τη θυμίζεις.»
«Σπουδαία κόρη έχεις, αν είναι σαν κι εμένα.»
«Γιατί, τι έχεις εσύ;»
«Σου φαίνομαι, κύριος, φυσιολογικό άτομο; Μια ξεραμένη κουράδα είμαι, που κάνει μπαμ από χιλιόμετρα…»
«Μη μιλάς έτσι. Όλοι έχουμε κάποια αξία.»
«Η δική μου μας τελείωσε από καιρό. Μια φούσκα ήταν που έσκασε στο χρηματιστήριο, χα χα… Σ’ έπιασε πόνος για το ποιόν μου δηλαδή; Ή μήπως έχεις αλλού το νου σου; Σας ξέρω εγώ κάτι τέτοιους “κυρίους” σαν και του λόγου σου. Πάτε να μας ρίξετε με φιλανθρωπίες και γλυκόλογα, μπας και σας κάτσουμε. Σας ξέρω εγώ…»
«Με παρεξήγησες. Δεν είμαστε όλοι το ίδιο. Θα σου μιλούσα για την κόρη μου, αν είχα σκοπό κάτι τέτοιο;»
«Δεν ξέρω. Δεν είμαι συνηθισμένη να μου μιλάνε. Ποιος ν’ ασχοληθεί με κάποια σαν κι εμένα. Όλοι μ’ αποφεύγουν σαν το διάβολο το λιβάνι. Έχεις μια σοκολάτα;»
«Δε συνηθίζω να κουβαλάω μαζί μου σοκολάτες. Αλήθεια, πού κατεβαίνεις; Αν είναι, να κατέβω κι εγώ στην ίδια στάση για να σου πάρω μία. Έχει περίπτερα παντού.»
«Δεν έχεις δουλειά, φαίνεται, ή πας να μου την πέσεις με το γάντι.»
«Αυτό ξέχασέ το. Πού κατεβαίνεις, είπαμε;»
«Εθνικής Αμύνης.»
«Κι εγώ εκεί κατεβαίνω έτσι κι αλλιώς. Φτάνουμε όπου να ’ναι. Σήκω.»


Τη σοκολάτα τη διάλεξα εγώ. Ίον αμυγδάλου. Πήρα δύο. Τη μία της την έδωσα. Η άλλη παραμένει στην τσέπη μου άθικτη. Την ξετύλιξε ανόρεχτα, αλλά δάγκωσε ένα μεγάλο κομμάτι και το άφησε να λιώσει αργά στο στόμα της.
«Μια σοκολάτα Ίον αμυγδάλου σού φέρνει ευτυχία…» σιγοτραγουδά χαμογελώντας.
Είναι το πρώτο, το παρθενικό της χαμόγελο. Γραπώνω ένα δάκρυ μου, που πάει να ξεμυτίσει. Δεν το αφήνω να δει φως. Παίρνω μια βαθιά, πολύ βαθιά ανάσα.
«Πού το ξέρεις ότι μ’ αρέσει αυτή η συγκεκριμένη σοκολάτα;»
«Δεν το ξέρω. Απλά ξέρω πως αρέσει και στην Έλενα.»
«Ποια είναι η Έλενα;»
«Το κοριτσάκι μου. Το αγαπημένο μου κοριτσάκι.»
«Μιλάς σαν χαζομπαμπάς.»
«Είμαι.»
«Εγώ δεν έχω πατέρα. Δεν τον γνώρισα ποτέ. Μάλλον φύτρωσα από μόνη μου μες στην κοιλιά της μάνας μου. Έτσι σκέφτομαι.»
«Έτσι νομίζεις ότι ξεπερνάς την απώλειά του. Κι η μητέρα σου;»
«Άσ’ την αυτή. Καμένο χαρτί. Ούτε και ξέρω πού βρίσκεται. Με πέταξε έξω μόλις ανακάλυψε ότι ο πατριός μου μ’ έβρισκε καλύτερη από κείνη. Άργησε να το ανακαλύψει, αλλά χαίρομαι που το κατάλαβε τελικά, γιατί γλίτωσα κι από τους δυο. Τυχερή η κόρη σου που σ’ έχει. Μου φαίνεσαι καλός. Δε ξέρω γιατί, αλλά μου φαίνεσαι καλός.»
«Κι εσύ τι κάνεις; Πώς ζεις; Είδα μια φοιτητική ταυτότητα να βάζεις στην τσέπη σου.»
«Χα, με πέρασες για φοιτήτρια; Καλό αυτό, αλλά πού τέτοια τύχη. Την ταυτότητα την έκλεψα από μια πραγματική φοιτήτρια σ’ ένα απ’ αυτά τα καταραμένα πάρτι, καταλαβαίνεις τι τύπου. Το πορτοφόλι που την είχε μέσα είχε μαζί και λεφτά κάμποσα. Έτσι την έβγαλα για μερικές μέρες. Μη ρωτάς πώς ζω. Ούτε πού μένω. Από δω κι από κει. Άσ’ τα. Θλιβερά πράγματα.»
«Πεινάς; Εγώ πεινώ πάντως. Θέλεις να φάμε παρέα;»
«Δεν είμαι καλή παρέα και το ξέρεις.»
«Επιμένω.»
«Μου κάνει εντύπωση που μου φέρεσαι τόσο καλά. Που νοιάζεσαι για μένα. Αλήθεια, δεν ντρέπεσαι να κυκλοφορείς μαζί μου;»
«Έλα, πάμε να φάμε. Στην Έλενα αρέσουν τα ντολμαδάκια και το παστίτσιο. Εσένα σ’ αρέσουν;»
«Μη ρωτάς. Έχω καιρό να φάω σαν άνθρωπος.»
«Να μπούμε εδώ; Έρχομαι τακτικά και με ξέρουν.»
«Και δεν μπαίνουμε;»



Ο Ηλίας ο σερβιτόρος με γνωρίζει. Δεν είναι περίεργος, αντίθετα είναι πολύ διακριτικός. Παίρνει παραγγελία χωρίς να ρίξει ούτε ματιά στη συνοδό μου. Σε χρόνο μηδέν γεμίζει το τραπέζι μας. Τα ντολμαδάκια και το παστίτσιο τα φέρνει χωρίς να τα παραγγείλω. Ξέρει.
Σε λίγο μαθαίνω τ’ όνομά της κι αυτή το δικό μου. Τη λένε Θεανώ, μου λέει και το επίθετο. Τρώει ανόρεχτα, τσιμπάει σαν πουλάκι. Σημασία έχει να βάλει κάτι στο στόμα της, σκέφτομαι, καθώς την παρατηρώ να παίζει με τα μακαρόνια του παστίτσιου. Μαθαίνω για τη ζωή της. Ξεκίνησε τα ναρκωτικά στα δώδεκα για να ξεπεράσει το φόβο για τον πατριό της και την ανασφάλεια από τη συμπεριφορά της μάνας της. Το πρώτο της φλερτ, ένας δεκαπεντάχρονος, στο πρώτο τους ραντεβού την πήγε σ’ ένα πάρτι. Της έριξαν κάτι σ’ ένα ποτήρι με κόκα κόλα. Τα μάτια της γυαλίζουν, καθώς περιγράφει τη φανταστική εμπειρία του πρώτου της “ταξιδιού”. Όμως από τότε, κάθε μέρα, κάθε ώρα μετανιώνει για εκείνη την καταραμένη σκόνη που την οδήγησε σταδιακά στον πλήρη ξεπεσμό.
Ξεκίνησε με χάπια. Αμφεταμίνες. Στη συνέχεια δοκίμασε “αθώο” χασισάκι, για να μην έχει, λέει, ενοχές, έπειτα μαριχουάνα, LSD. Εδώ και τέσσερα χρόνια όμως αναπόφευκτα κύλησε στην “άσπρη”.
Έφυγε απ’ το σπίτι της στα δεκαπέντε. Άλλαξε πόλη. Ήρθε στην Αθήνα με κάποιον που της υποσχέθηκε πως θα τη βοηθούσε να ξεπεράσει τα προβλήματά της. Τον εμπιστεύτηκε. Γαντζώθηκε πάνω του, μπορεί και να τον αγάπησε. Αποτέλεσμα; Αυτός, αφού τη βαρέθηκε, την έσπρωξε ακόμα πιο βαθιά στο βόρβορο. Σταμάτησε το σχολείο, έψαξε για δουλειά. Αλλά ποιος να κρατήσει στη δούλεψή του ένα παιδί, κι επιπλέον σ’ αυτό το χάλι; Στην αρχή ζητιάνευε, έπειτα έγινε βαποράκι, στο τέλος αναγκάστηκε να εκπορνευτεί. Για τη δόση… Τώρα πια έχει μείνει σκιά του εαυτού της. Μένει σ’ ένα βρομερό τριάρι παρέα με άλλους τρεις του σιναφιού της.
«Ακόμα μια πολύ συνηθισμένη ιστορία, ιδανική για σίριαλ» λέει στο τέλος σαρκαστικά.
Δεν μπορώ να την κοιτάξω στα μάτια. Φοβάμαι μην τρομάξει και σηκωθεί να φύγει.

Η σειρά μου σαν θα ’ρθει,
από μόνος μου ήρεμος
θα γδυθώ για τον ύπνο τον έσχατο

Οι στίχοι του Μπατάιγ τρυπούν τη σιωπή του μυαλού μου. Περνούν μπροστά απ’ τα μάτια μου σαν διαφημιστικό τρέιλερ.

Αγάπη αγνή που αγκαλιάζεσαι απ’ το φόβο…

Αυτοί οι τελευταίοι είναι δικοί μου στίχοι. Ο λόγος ρέει στον τόνο της μνήμης. Τέτοιες σκέψεις τέτοια ώρα; Κι όμως. Η ποίηση νικά την απόγνωση.
Συνεχίζω να πίνω την μπίρα μου. Είναι πικρή και παγωμένη σαν την καρδιά μου.
«Ζωή σκατένια, κύριε Λάμπη, βλέπεις; Δεν μπορώ να ξεφύγω. Κάθε βράδυ ονειρεύομαι την απεξάρτηση, λέω πρέπει κάτι να κάνω, το ξέρω πως γρήγορα θα πεθάνω αν συνεχίσω έτσι… Και μετά, όταν αρχίσω να το ζητώ το καταραμένο, όταν στριφογυρίζει το μυαλό μου σαν να θέλει να τρυπήσει το κρανίο μου, όταν οι πόνοι και τα ρίγη από τη στέρηση γίνονται αβάσταχτα –το σώμα μου μ’ εκδικείται– τότε τρέχω σαν λυσσασμένη στους δρόμους, ψάχνοντας για τη σκόνη που θα με λυτρώσει, αυτή την ίδια που θα με σκοτώσει μια μέρα… Δεν ξέρω αν θέλω να ζήσω. Κι αυτή ζωή δεν είναι, κύριε Λάμπη. Δε μιλάς; Γιατί κλαις; Μη με λυπάσαι…»
Απελευθέρωσα τα δάκρυά μου. Βροχή πέφτουν στο πιάτο μου με το μισοφαγωμένο γιουβέτσι. Δεν μπορώ να μιλήσω. Η συγκίνηση μου ’φαγε τη γλώσσα.
«Εσύ μη στενοχωριέσαι. Έχεις την Έλενα. Έχεις το παιδί σου, έχεις τον κόσμο όλο. Κάτι μου λέει πως είσαι καλός γονιός. Μπορώ να σου ζητήσω κάτι;»
«Ό,τι θες, Θεανώ.»
«Θα ’θελα να γνωρίσω την Έλενα. Έχεις φωτογραφία της;»
«Να, εδώ στο πορτοφόλι μου την έχω.»
Βγάζω τη φωτογραφία της μονάκριβής μου και της τη δίνω.
Το γέλιο της αστράφτει σαν όλες τις γιορτές του κόσμου, φωτίζοντας τη μουντή ατμόσφαιρα της ταβέρνας.
«Ωραία κοπέλα. Πόσο χρονών είναι;»
«Στην ηλικία σου περίπου. Δεκαοχτώ.»
«Εγώ έχω ξεχάσει πόσο είμαι. Πάντως θα ήθελα στ’ αλήθεια να τη γνώριζα από κοντά. Να δω πώς είναι ένα φυσιολογικό παιδί. Ένα παιδί που θα πατά στα πόδια του, που θα ’χει μάτια και κότσια ν’ αντικρίσει το μέλλον, γιατί μεγάλωσε με τρυφερότητα, με σταθερότητα, με αγάπη. Αλλά τι σου λέω τώρα, κύριε Λάμπη… Σιγά να μη θέλει η κόρη σου να γνωρίσει την απόλυτη παρακμή. Θα τρομάξει σαν μ’ αντικρίσει, το ξέρω.»
«Μπορούμε να πάμε να τη δούμε, αν θες. Το σπίτι της είναι τέσσερις στάσεις παρακάτω.»
«Δε μένει μαζί σας;»
«Όχι πια. Έχει το δικό της σπίτι.»
«Σπουδάζει;»
«Πολλά ρωτάς, Θεανώ. Πάμε;»
Πληρώνω, αποχαιρετώντας τον Ηλία. Μας ξεπροβοδίζει μέχρι την πόρτα.
«Να προσέχεις, κυρ Λάμπη» μου λέει. «Χαιρετισμούς στην κυρία Μάγδα.»
Σε λίγο ανεβαίνουμε μαζί με τη Θεανώ σ’ ένα ακόμα λεωφορείο. Στην κωλότσεπη έχω δύο εισιτήρια. Όλοι εκεί μέσα μάς περιεργάζονται εξονυχιστικά. Βλέμματα επικριτικά, οίκτου, δεν ξέρω. Δε μ’ απασχολεί. Αμίλητοι, μετά από τρεις στάσεις, κατεβαίνουμε.
Περπατάμε. Εγώ πιο γρήγορα, εκείνη σέρνεται. Είναι φανερό πως κάνει προσπάθεια. Τέσσερα τετράγωνα παρακάτω σταματώ.
«Φτάσαμε» λέω στη Θεανώ και την προσπερνώ ανεβαίνοντας με λαχτάρα τα μαρμάρινα σκαλοπάτια.
«Εδώ… είναι το σπίτι της Έλενας;» Η φωνή της, φωνή που ξυρίζει με κρυμμένες λάμες, ακούγεται πίσω μου. Η μαύρη, καγκελωτή πόρτα είναι ορθάνοιχτη. Μπροστά μας απλώνεται ένας κάμπος ολόλευκος, σπαρμένος με σταυρούς.
Μέσα στο κοιμητήριο γυρίζω και για πρώτη φορά την αγκαλιάζω από τους ώμους, μ’ ένα μικρό, θλιμμένο χαμόγελο. Στέκει και βγάζει τα χέρια απ’ τις τσέπες του τζιν, τα φέρνει στους κροτάφους της, λύνονται τα πόδια της, πια δεν την κρατούν, παραλίγο να καταρρεύσει, την τελευταία στιγμή τη συγκρατώ. Καταλαβαίνει πια πολύ καλά πού είναι η Έλενα. Μόνο που δεν ξέρει γιατί. Και πώς…


Ο τάφος του μοναδικού μου παιδιού λευκός σαν και τα νιάτα της, που της τα τρύγησε η άσπρη σκόνη κάποιο ξημέρωμα Σαββάτου στην τελευταία εκδρομή του λυκείου της στη Ρόδο, λίγο πριν τις Πανελλήνιες. Πεντακάθαρος σαν την ψυχή της την αθώα, στολισμένος με λίλιουμ και λευκά τριαντάφυλλα. Της άρεσαν τα λουλούδια. Με τη φωτογραφία της να γελά, να γελά αιώνια.
Κοιτάζω τη φωτογραφία. Πάντα ακινητοποιημένη, με βλέμμα που σκιάζει μια αδιόρατη θλίψη, με μάτια στεγνά που δεν ανοιγοκλείνουν, κοίταξε για δευτερόλεπτα το φακό μ’ ένα χαμόγελο σαν να ’λεγε στη ζωή: “Περίμενέ με!”
Μα αυτή δεν είχε χρόνο, έτρεχε… να, με μια δρασκελιά τη νιότη της προσπέρασε. Κοιτώ το πρόσωπο της κόρης μου, που είδα να μεγαλώνει, μα όχι να γερνά, πρόσωπο που κάποτε είχε πνοή και όγκο, μπορούσες να το ψηλαφίσεις, να το αγγίξεις τρυφερά, ένα ρόδο που ποδοπατήθηκε ήταν, σπάζοντας τις καρδιές μας δυο στη μέση… Πώς με χαρακώνει τούτο το πρόσωπό σου, Έλενα, που πια δεν αναπνέει, δεν προσμένει τίποτα, δεν αλλάζει, ούτε ένα πετάρισμα τα βλέφαρα, ούτε ένα δάκρυ, μια γκριμάτσα, ένα νεύμα, μια ανάσα, κάτι, κάτι που να χαρακτηρίζει τη ζωή, είναι ένα πρόσωπο που υπάρχει, αλίμονο, τώρα πια μόνο στο χαρτί…
Βγάζω τη σοκολάτα και την ακουμπώ στο μάρμαρο. Κάθομαι δίπλα και χαϊδεύω το σταυρό και τ’ όνομά της. Ξεχνώ τη Θεανώ που στο πλάι μου σπαράζει.
“Μια σοκολάτα Ίον αμυγδάλου σού φέρνει ευτυχία…”
Ακούω τη φωνή της Έλενάς μου σαν σε όνειρο να τραγουδά, τη βλέπω να στροβιλίζεται, μικρό κοριτσάκι ντυμένο στα ροζ, μαθήτρια δημοτικού έτοιμη για την παρέλαση, έφηβη με την πρώτη της μίνι φούστα και τα σιδεράκια στα δόντια, νύφη χλομή σαν κέρινη στο στερνό της ταξίδι…
Πώς να ξεχάσω; Η μορφή της, ολάκερη η ύπαρξή της είναι χαραγμένη με πυρωμένο σίδερο στα φυλλοκάρδια μου. Δεν ξεχνάς παρά μόνο αν ξεχάσεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Αχ! Αν μπορούσα να σταματήσω αυτό το βουητό μες στο κρανίο μου… Μια αδιάκοπη φωνή γεννάει ένα σύννεφο από λόγια, τα λόγια του αστυνομικού που μας πήρε εκείνη τη μαρτιάτικη νύχτα, είναι φοβερό να σε ξυπνά ένα τηλέφωνο τη νύχτα, ένα νυχτερινό τηλεφώνημα σε στήνει στον τοίχο, σε τρελαίνει, σκίζουν τ’ αυτιά μου λόγια μεταλλικά που επαναλαμβάνουν το θάνατο. Τον πιο φριχτό θάνατο…
Ξέρω πως αυτή η φωνή είναι δική μου, έρχεται από μένα κι, αλίμονο, επαναλαμβάνει συνέχεια αυτό που δε θέλω ν’ ακούω… Νιώθω για πολλοστή φορά πως τρελαίνομαι.
«Έλα, κύριε Λάμπη, σήκω. Πάμε τώρα. Νυχτώνει. Σου κάνει κακό να είσαι εδώ…»
Η Θεανώ τώρα προσπαθεί να με σηκώσει, να με τραβήξει πίσω στη σκληρή πραγματικότητα. Γυρίζω και την κοιτώ. Της απλώνω το χέρι, σιωπηλός, ρημαγμένος, άβουλος.
Ξάφνου συνέρχομαι. Θυμάμαι ξανά το σκοπό μου. Το στόχο που όρισα τη μέρα που έχασα την Έλενα.
Εκείνο το βράδυ η Θεανώ κοιμήθηκε σπίτι μου. Εγώ κι η γυναίκα μου της τα εξομολογηθήκαμε όλα. Και την άλλη μέρα πήγαμε μαζί στο κέντρο απεξάρτησης.
Τώρα έχω τρία παιδιά. Ένα αγόρι και δυο κορίτσια. Τον Βαγγέλη, την Κορίνα και τη Θεανώ. Είμαι ο γονιός τους κι είναι όλα τους παιδιά μου. Είμαι συνέχεια δίπλα τους, τα στηρίζω όσο μπορώ και ξέρω πως θ’ αποκτήσω κι άλλα. Δεν τα ψάχνω. Η τύχη μού τα φέρνει μπροστά μου. Κι ίσως το πνεύμα της Έλενας. Ευτυχώς, και τα τρία τους δείχνουν να τα έχουν καταφέρει στο δύσκολο αγώνα της απεξάρτησης. Καθόλου εύκολα, αλλά τα έχουν καταφέρει. Όταν δρασκελούν την πόρτα που τους οδηγεί καθαρούς πια στον έξω κόσμο, τους δωρίζω μια ασημένια πλακέτα που φορούν στο λαιμό με συγκίνηση. Πάνω της γράφει την ημερομηνία της καινούργιας τους γέννησης κι από κάτω:

Η ζωή είναι εδώ…

------------------------------------------------------------------------------------------------------
Δημοσίευση από συνέντευξη τοξικομανούς σε εφημερίδα:

– Μετά από τόσα που πέρασες, ποια είναι για σένα η μαγκιά της ζωής;
– Μαγκιά είναι να ζεις, να μάχεσαι, να παλεύεις και ν’ αγωνίζεσαι σε πείσμα όλων αυτών που θέλουν η νεολαία να ζει σε νάρκη και σε λήθαργο. Για έναν τοξικομανή επανάσταση είναι να κάνει απεξάρτηση. Πρώτα για τον εαυτό του και μετά για όλους τους άλλους. Είμαι ο Γιώργος, ήμουν 15 χρόνια στις ουσίες και είμαι οχτώ χρόνια καθαρός. Ο αγώνας συνεχίζεται…


Το διήγημα ‘’Μια σοκολάτα αμυγδάλου σου φέρνει ευτυχία’’ έχει δημοσιευτεί στην περιοδική έκδοση του Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου το 2008.Tον Δεκέμβριο του 2009 κυκλοφόρησε η ομότιτλη συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις ''Δοκιμάκη''.

Δευτέρα, 4 Οκτωβρίου 2010

Συμμετοχή με τη Λέσχη Ποίησης Ηρακλείου στην εκδήλωση για την Παγκόσμια ημέρα Ποίησης. Ηράκλειο २२-३-2010

ΔΡΙΜΕΙΑ ΑΝΟΙΞΗ

Απ'τα πορτόφυλλα
Χιμά το σούρουπο

Το ημίφως
Κόβεται συμμετρικά
Σε διάφανες λωρίδες

Μες στους καπνούς των μπαρ
Των καταγωγίων εκείνων
Που επωάζουν της νύχτας τ’ άνομα

Μ’ ένα ουίσκι συντροφεύω
Την έρημο ζωή μου

Σε κοιτώ

Ατόφιο ορυκτό από σμίλη γλύπτη δουλεμένο
Ο λαιμός σου
Να γέρνει ελαφρά

Αποκαλύπτοντας με κύκνου κίνηση
Τα τρομερά κι αέναα μυστικά σου


Τόσο κοντά τόσο μακριά
Στο αίνιγμα του κόσμου

Η μεταμόρφωση της ύλης μου
Θερμότητα πυρακτωμένη

Τη στήνω πάνω σε αμόνι
Χτυπάω με σφυρί

Με βουβό μίσος
Χωρίς να επιτρέπω διαφυγές

Μόνη εξαίρεση οι σπίθες

Κι εσύ ένα λουλούδι
Που αρδεύεται από πρώιμους χυμούς

Τα δεκαεφτά σου χρόνια
Δριμεία άνοιξη σημαίνουν

Από την ποιητ. Συλλογή ’’Όνειρα Ασύνορα’’
Λογοτεχν. Σύνδεσμος Ηρακλείου 2009




ΣΩΜΑ ΑΜΕΙΛΙΚΤΟ

Στην πνοή σου βαφτίζομαι

Βρέφος
Που κλαίει μέσα μου
Η ενοχή

Σώμα αμείλικτο

Τα νιάτα σου έχουν ακόμη
πολύ θάνατο να ζήσουν

Από την ποιητ. Συλλογή ‘’Στον κήπο της μνήμης''εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011










ΟΝΕΙΡΟΦΥΛΑΚΑΣ

Τρελή θα τρέξω
Σαν άδειο σπίτι
Να σ’ ανοίξω

Τον ύπνο σου ήρθα
Να τυλίξω με νεφέλες

Να μην ξυπνήσεις

Εδώ στα πόδια σου θα γείρω
Να σου φυλώ τα όνειρα


Από την ποιητ. Συλλογή ’’Όνειρα Ασύνορα’’
Λογοτεχν. Σύνδεσμος Ηρακλείου 2009



ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

Μόνο σ’ όνειρα ασύνορα
Είμαι μια άλλη

Βασίλισσα

Εκεί διατάζω
Εκεί μονάχα ορίζω την ψυχή σου

Εκεί αλίμονο
Στα πόδια μου σέρνεσαι

Από την ποιητ. Συλλογή ’’Όνειρα Ασύνορα’’
Λογοτεχν. Σύνδεσμος Ηρακλείου 2009

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ
ΑΦΗΝΟΝΤΑΣ ΠΙΣΩ ΤΟΝ ΤΡΟΜΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

ΙΡΒΙΝ ΓΙΑΛΟΜ


Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου είναι Staring at the sun-Overcoming the terror of death-Με το βλέμμα στον ήλιο-Ξεπερνώντας τον τρόμο του θανάτου.

O Irvin Yalom (1931) είναι ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των ΗΠΑ. Θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή εκπροσώπους της υπαρξιακής σχολής στην ψυχιατρική και είναι συγγραφέας του εγκυρότερου και πληρέστερου εγχειριδίου υπαρξιακής ψυχοθεραπείας’’Existential Psychotherapy’’. Στον επιστημονικό χώρο είναι ιδιαίτερα γνωστό το κλινικό και ερευνητικό του έργο στην ομαδική ψυχοθεραπεία. Όλα του τα λογοτεχνικά βιβλία – που θεωρούνται εξαιρετικά επιτυχημένα- αποτελούν ιστορίες ψυχοθεραπείας. Ο ίδιος τα θεωρεί προέκταση του διδακτικού του έργου, το οποίο όπως λέει, του παρέχει ανεξάντλητο υλικό αφού βρίθει ιστοριών και διηγήσεων.
Ο Ίρβιν Γιάλομ δηλώνει θαυμαστής του μεγάλου αρχαίου φιλοσόφου Επίκουρου, θεωρώντας ότι ο Επίκουρος ήταν ο πρώτος υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής, αφού μπήκε στην διαδικασία να ασχοληθεί, όχι μόνο με το μυστήριο του θανάτου, αλλά και με τον τρόπο που μπορεί να το αντιμετωπίσει ο άνθρωπος εν ζωή. ‘’Μολονότι η σωματική διάσταση του θανάτου μας καταστρέφει, η ιδέα ή άλλως η όψη, η θέαση του θανάτου, μας σώζει.’’ Φαίνεται να είναι η βασική φιλοσοφία αυτού του βιβλίου του Γιάλομ, που, προκειμένου να διερευνήσει το άγχος του θανάτου, ανατρέχει
στην ‘’ιατρική φιλοσοφία’’ του Επίκουρου , που όπως και ο ίδιος θεωρεί ότι η ρίζα του κακού στην ανθρώπινη δυστυχία είναι ο αδιάλειπτος μας φόβος για το θάνατο. Ο φόβος του θανάτου φυσιολογικά λειτουργεί από τα έξι περίπου χρόνια αλλά οπωσδήποτε, στη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου έχει κορυφώσεις και υφέσεις, για να ‘’εγκατασταθεί’’ στη σκέψη μας τις τελευταίες δεκαετίες της ζωή μας.’’ Δεν είναι εύκολο να ζει κανείς κάθε στιγμή έχοντας ολοκληρωτική συνείδηση του θανάτου. Είναι σα να προσπαθείς να γυρίσεις τα μάτια στον ήλιο. Ελάχιστα μπορείς να τ’ αντέξεις’’ γράφει . Το άγχος του θανάτου είναι ωστόσο , πάντοτε παρόν, αλλά ο συγγραφέας πιστεύει ότι ο άνθρωπος μπορεί να αναπτύξει δυνάμεις και να συγκροτήσει την συνείδηση του έτσι ώστε να το αντιμετωπίσει.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΠΙΚΟΥΡΟ

Ο Επίκουρος γεννήθηκε το 341π.Χ στη Σάμο. Ίδρυσε την πρώτη του Φιλοσοφική σχολή στη Μυτιλήνη και την Λάμψακο πριν μεταφερθεί στην Αθήνα περί το 306 π. Χ όπου ίδρυσε τον Κήπο. Πέθανε το 271 π.Χ. σε ηλικία 70 χρόνων από επιπλοκές πέτρας στα νεφρά. Ο φιλοσοφικός κήπος του Επίκουρου ιδρύθηκε στα δυτικά της πόλης των Αθηνών-κάπου στα βόρεια της Ιεράς οδού σήμερα, στην αρχή μάλλον της λεωφ. των Αθηνών.-Λειτούργησε ως σχολή φιλοσοφίας αλλά και ως εκδοτικός οίκος των επικούρειων συγγραμμάτων τουλάχιστον για 500 χρόνια, συγκεντρώνοντας μαθητές και οπαδούς- μεταξύ αυτών υπήρχαν δούλοι και εταίρες, με τους οποίους ο ιδρυτής του κήπου είχε αναπτύξει μεγάλη οικειότητα και φιλία- πετυχαίνοντας μέσα σ’ αυτό το διάστημα να διδαχθεί και να εξαπλωθεί η Επικούρεια Φιλοσοφία σε όλη την έκταση του ελληνιστικού και στη συνέχεια του Ρωμαϊκού κόσμου. Πολιτείες ολόκληρες τον λάτρεψαν, του έστησαν αγάλματα και σκάλισαν σε πλάκες τις φιλοσοφικές του θεωρίες, ενώ λαμπρές προσωπικότητες διδάχτηκαν, δίδαξαν και διέδωσαν το έργο του. Κατά τον Ρωμαίο ποιητή Λουκρήτιο
’’ Είναι ο μόνος Έλληνας που κοίταξε κατάματα τον ουρανό χωρίς φόβο, δίδαξε στους ανθρώπους την αληθινή ουσία των πραγμάτων και τους λύτρωσε από το άγχος που είχαν σπείρει μέσα τους οι μύθοι.’’ Ομάδες από Επικούρειους υπήρχαν σε πολλές πόλεις και τα βιβλία τους έβρισκαν παντού φανατικούς οπαδούς. Δυστυχώς με την έλευση του Μεσαίωνα η Επικούρεια Φιλοσοφία παρήκμασε και σχεδόν όλα τα γραπτά του μεγάλου φιλοσόφου καταστράφηκαν από τις Χριστιανικές αρχές, επειδή οι ιδέες του θεωρήθηκαν ως επικίνδυνα δείγματα αθεϊσμού.


Αλλά ας δούμε μια από τις βασικές αρχές της Επικούρειας διδασκαλίας που σχετίζεται με την ψυχή και το τέλος της. ‘’Η φύση αυτού που αποκαλούμε ’’ψυχή’’ είναι μια σωματική οντότητα, που απαρτίζεται από λεπτότατης υφής μέρη και που δεν επιβιώνει μετά τον θάνατό μας, εφόσον διασπάται στα δομικά της στοιχεία( άτομα)τα όποια διασκορπίζονται. Δεν υπάρχει Θεία Πρόνοια, οι Κόσμοι δημιουργήθηκαν από την χαοτική μη κατευθυνόμενη κίνηση ατόμων.’’ Αυτό , όταν το καταλάβουμε, μας λυτρώνει από τον φόβο και την αγωνία για το τι θα γίνει η ψυχή μας μετά το θάνατό μας. ’’Όπου είμαι εγώ, δεν είναι ο θάνατος. Όπου είναι ο θάνατος εγώ δεν είμαι.’’ Είναι μια από τις πιο γνωστές ρήσεις του αρχαίου φιλοσόφου και εδώ ας μας επιτραπεί να παραθέσουμε την παραφρασμένη θέση του Επίκουρου από τον Αμερικανό σκηνοθέτη Γούντυ Άλλεν, δοσμένη με το γνωστό του χιούμορ:’’ Δεν φοβάμαι το θάνατο, απλά δεν θέλω να είμαι εκεί όταν θα έρθει.’’
Έτσι λοιπόν, πιστεύοντας όχι μόνο στο θάνατο του σώματος αλλά και στη θνητότητα της ψυχής, νικάμε το άγχος του θανάτου, αφού το ολοκληρωτικό τέλος της ύπαρξης καταργεί την οποιαδήποτε συνείδηση θανάτου. Μετά απ’ αυτό ο άνθρωπος βρίσκεται στην ίδια κατάσταση μη ύπαρξης όπως πριν από την γέννησή του.

Το υπέρτατο αγαθό στην επικούρεια ηθική είναι η ευτυχισμένη ζωή. Αυτή μπορεί να επιτευχθεί όταν ο άνθρωπος απελευθερωθεί απ’ όλα αυτά που αντιτίθενται στην ευδαιμονία του. ( Η πληρότητα της ευτυχίας ορίζεται από την απόλυτη απουσία πόνου σωματικού ’’απονία’’ και ψυχικού ‘’αταραξία’’). Το πρώτο εμπόδιο στο δρόμο για την ευτυχία είναι ο φόβος. Ο φόβος των Θεών και ο φόβος του θανάτου. Όπως είπαμε πιο πριν, κατά τον Επίκουρο η ψυχή δεν είναι αθάνατη και οποιοσδήποτε φόβος μεταθανάτιας τιμωρίας ή ελπίδας ανταμοιβής δεν έχει νόημα. Μας προτρέπει λοιπόν, να απολαύσουμε αυτή την ζωή, γευτούμε όλες τις χαρές της (ως μέτρο ευτυχίας καθορίζει την ηδονή, διανοητική και σωματική) και να μη χάσουμε αυτή την μοναδική ευκαιρία που μας δίδεται, απελευθερωμένοι πλήρως από τις δεισιδαιμονίες μύθων και θρησκειών.

‘’Το βιβλίο αυτό είναι ένα βιβλίο βαθιά προσωπικό, που πηγάζει από την αναμέτρησή μου με το θάνατο’’ λέει ο Γιάλομ, περιέχει δε, όλα όσα έμαθε για το πώς να ξεπερνάμε το φόβο του θανάτου μέσα από την προσωπική του εμπειρία και τη δουλειά του με τους ασθενείς. Ξεκινά δηλώνοντας και ο ίδιος τρόμο σ’ αυτή τη σκέψη. Στο πρώτο κεφάλαιο εστιάζει στο ότι πολλά προβλήματα δημιουργούνται και υπάρχουν λόγω αυτής της συγκεκριμένης φοβίας. Στο δεύτερο κεφάλαιο, παραθέτοντας κλινικά περιστατικά, προτείνει τρόπους αναγνώρισης του συγκαλυμμένου άγχους. Στο τρίτο αποδεικνύεται ότι η συνάντηση με το θάνατο λειτουργεί ‘’αφυπνιστικά ‘’και μπορεί να οδηγήσει σε ζωή πιο πλήρη(εδώ παρατίθενται και στοχασμοί μεγάλων διανοητών όπως του Νίτσε, του Σοπενχάουερ κ.α). Στο τέταρτο κεφάλαιο προτείνονται ιδέες για να ξεπεραστεί το άγχος του θανάτου. Ιστορίες ασθενών, παραδείγματα από την Λογοτεχνία ή τον Κινηματογράφο, δίνουν μια πιο πρακτική διάσταση στο θέμα του. Στο πέμπτο μιλά για τη λύτρωση μέσα από την ανθρώπινη επαφή. Στο έκτο κεφάλαιο παρουσιάζει τη δική του στάση απέναντι στη θνητότητα και στο έβδομο παρέχει οδηγίες στους ψυχοθεραπευτές, οι οποίες είναι προσιτές σε όλους τους αναγνώστες.
Ουσιαστικά ο Γιάλομ μας προτείνει διάφορες μεθόδους, με τις οποίες μπορούμε να διαχειριστούμε τον τρόμο της θνητότητας, όπως μέσα από την ουσιαστική ανθρώπινη επαφή, και την αναζήτηση της πληρότητας και της αυτοπραγμάτωσης. Πρόκειται για ένα βιβλίο πνευματώδες που μέσα από την κατάθεση εμπειριών μας βοηθά να έλθουμε σ’ επαφή με την ουσία της ύπαρξής μας, κινητοποιώντας μας να αναζητήσομε μια πιο ουσιαστική ζωή περιβαλλόμενοι από φίλους, νικώντας έτσι στην επίγεια ζωή το θάνατο. Ο Χαιντεγκέρ όρισε κάποτε το θάνατο ως’’ τη μη δυνατότητα περαιτέρω δυνατότητας’’. Η διαρκής αναζήτηση αυτής της δυνατότητας μας κρατά μακριά από οποιονδήποτε ‘’θάνατο’’.
Ο Γιάλομ, αν και Εβραίος που πήγαινε κάποιες φορές στη Συναγωγή, δηλώνει πολύ ορθολογιστής για να έχει οποιαδήποτε θρησκευτική πίστη. Στηριγμένος στην ψυχανάλυση, δίνοντας έμφαση στην ερμηνεία των ονείρων, ασχολείται κυρίως με παθολογικές περιπτώσεις. Ο ίδιος, που διανύει ήδη τα 79 του χρόνια δηλώνει: ’’Ο θάνατος με κάνει να ζω περισσότερο την κάθε στιγμή, να εκτιμώ και να απολαμβάνω και μόνη τη χαρά του να έχω τις αισθήσεις μου, να είμαι ζωντανός.’’


Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη
28/2/2010

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ

ΜΑΝΟΛΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ

‘’ΔΙΑΚΟΠΗ ΡΕΥΜΑΤΟΣ’’

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ


Γράφει η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη


‘’Η δολοφονία του επιχειρηματία Νοσφεράτου και του αποκαλούμενου ‘’Μεγάλου στόχου’’ αλλά και η γνωριμία του με τον καθηγητή Ρωμαίο , αναστατώνει τη ζωή του Στέφανου, ενός κατά τα άλλα συνηθισμένου φοιτητή στην Αθήνα. Παράλληλα δίνει νέο νόημα στη θεώρησή του για την αναγκαιότητα του ένοπλου αντάρτικου των πόλεων. Την ίδια ώρα η ανασκόπηση της ζωής του μικρού ’’συγγραφέα’’, τα προσωπικά του βιώματα και οι οικογενειακές μνήμες μπλέκονται έντεχνα με ανατριχιαστική δράση, έρωτα και έντονο λυρισμό. Ποιος είναι ο θύτης και ποιο το θύμα;’ Τρία διαφορετικά πλοκάμια μιας πλεξούδας, σ’ ένα ενιαίο και θανάσιμο αγκάλιασμα που περνούν στη σφαίρα του ονείρου μετά τη…’’ διακοπή ρεύματος’’ .
Αυτός είναι με λίγα λόγια ο καμβάς της ιστορίας –όπως περιγράφεται στο οπισθόφυλλο-που αφηγείται στο παρθενικό του μυθιστόρημα ο καθηγητής φιλολογίας και αρχαιολογίας Μανόλης Ζαχαριάδης. Το βιβλίο φέρει τον πρωτότυπο τίτλο’’ Διακοπή ρεύματος’’ και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις ’’Εκδόσεις Δοκιμάκης’’. Στο σώμα του κειμένου προέχει το βιωματικό υλικό , επίπονα φιλτραρισμένο σε μια γραφή που έχει ανακαλύψει την δική της γραμμή πλεύσης. Ο Ζαχαριάδης ευθύς εξ’ αρχής αποδεικνύεται ικανότατος στο να αναπλάθει ατμόσφαιρα, να συνθέτει καταστάσεις που κινούνται ανάμεσα στο ρεαλισμό και το σχεδόν υπερβατικό, ενώ αναδυκνείεται σε μύστη της γλώσσας, κάνοντας την πειθήνιο όργανό του, ταξιδεύοντας παράλληλα τον αναγνώστη σε περιοχές της μνήμης και του νου , φωτισμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να έχουν την μαγεία του πρωτόγνωρου.
Η ‘’Διακοπή ρεύματος’’ αποτελεί ένα πείραμα πάνω στον ίδιο τον εαυτό του δημιουργού, που ενδύεται χαρακτηριστικά πρόσωπα του μύθου. Παραδείγματος χάριν, η λατρεία και η βαθιά γνώση του συγγραφέα για την λογοτεχνία, την φιλοσοφία και τη ζωγραφική, αναδυκνείεται δομημένη αριστουργηματικά μέσα από τον λόγο του Πανεπιστημιακού καθηγητή Ρωμαίου, εκείνου ’’με την μπαγιάτικη φρεσκάδα του καλοζωισμένου μεσόκοπου πενηντάρη’’ στην αιφνιδιαστική επίσκεψη που επιχειρεί στο’’ κουλτουριάρικο’’ σπίτι του φοιτητή του, όπως επίσης και ο εσώτερος αντικατοπτρισμός του εαυτού τού λογοτέχνη διακρίνεται έντονα στον αγχωμένο Στέφανο – alter ego του Ζαχαριάδη- στο κομμάτι με την κόπια της Κινηματογραφικής Λέσχης. Σ’ αυτό το σημείο ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει την αγωνία και το ξύπνημα του πόθου μέσα από τον εφηβικό έρωτα του ήρωα για την δυναμική κι όμορφη συμφοιτήτριά του Κλαίρη, ‘’την ανεπανάληπτη υπερένταση του έρωτα ’’εν τω γενάσθαι’’ , σκηνές του οποίου παρουσιάζονται με τρυφερότητα, πάθος, παλμό και μοναδική ευαισθησία. Παράλληλα’’ το κακό’’, η δαιμονιώδης συμπεριφορά του κρανοφόρου δολοφόνου-μυστήριο του μεγαλοεκδότη Νοσφεράτου και του οδηγού του-σαφής αναφορά στον δολοφονημένο Ανδρ. Μομφεράτο της εφημ. ‘’Απογευματινής’’ από τους τρομοκράτες της’’17ης Νοέμβρη’’-σηματοδοτεί την εντυπωσιακή έναρξη του μυθιστορήματος , καθορίζοντας την πορεία των γεγονότων που ακολουθούν.

Συνήθως η τεχνική του εγκιβωτισμού, της ένθεσης δηλαδή μέσα στο σώμα της κεντρικής αφήγησης μιας μικρότερης αφήγησης , τις περισσότερες φορές από διαφορετικό αφηγητή, χρησιμοποιείται ήδη από τον Όμηρο. Ο εγκιβωτισμός χρησιμοποιείται για να συμπληρώσει κενά της ιστορίας, να φέρει στο προσκήνιο στιγμές μιας άλλης εμπειρίας, δημιουργώντας αναλογίες με τα γεγονότα του βασικού κορμού, λειτουργώντας ουσιαστικά σαν παρένθεση μέσα σ’ αυτόν. Μέσα στο εν λόγω μυθιστόρημα παρουσιάζονται δυο παρένθετες ιστορίες , που μπορούν να λειτουργήσουν και σαν αυτόνομα διηγήματα. Η διακοπή ρεύματος και η Ποδηλάτισσα. Και τα δυο ανάγονται στην κατηγορία της ονειρικής πρόζας, ενώ το υλικό τους είναι παρμένο από σταθερά σημεία αναφοράς, όπως οι αναμνήσεις, η επιθυμία, το όνειρο και η απώλεια. Στην πρώτη ιστορία , που από αυτήν απορρέει ουσιαστικά ο τίτλος του βιβλίου, καθώς και το στιγμιότυπο στην δεύτερη διακοπή ρεύματος μέσα στο βιβλιοπωλείο, όπου ακολουθεί πανζουρλισμός, είναι φανερή η επιρροή από το περίφημο μυθιστόρημα φανταστικού ρεαλισμού του Μιχαήλ Μπουλγκάκωφ ’’Ο μαιτρ και η Μαργαρίτα’’.
Στο τρίπτυχο αυτό μυθιστόρημα , η αφήγηση κυλάει αβίαστα , η πλοκή αυξομειώνεται και εναλλάσσεται με τρυφερούς διαλόγους, νοσταλγικά φλας μπακ και δραματικά κρεσέντο, δείγμα συγγραφικής άνεσης αλλά και πειστικής μεταφοράς στο χαρτί έντονων παιδικών κι εφηβικών βιωμάτων, χωρίς να κατονομάζεται ο χώρος ή ο χρόνος, που απλά προκύπτει από τα τεκταινόμενα . Στο μύθο του Κοντορεβυθούλη π.χ. , εντυπωσιάζει η περιγραφή της ταύτισης του μικρού αγοριού με τον ήρωα του παραμυθιού . Από τα μεγάλα συν του βιβλίου ο παππούς αρχέτυπο, ‘’ πιο ευφάνταστος κι απ’ τον βαρόνο Μινχάουζεν, νικητής από την Αλβανία και φανατικός πότης- πραγματικά απολαυστική η περιγραφή της ‘’Ζούγκλας’’ και της ‘’Ασωμάτου κεφαλής’’ και τα δυο αποτελούν παιγνιώδη εφευρήματα του-, ο παππούς , που από την ανεξάντλητη φαρέτρα των παραμυθιών-βιωμάτων του, μαγεύει τον συγγραφέα και τις μεγαλύτερες αδελφές του, ξεδιπλώνοντας ‘’την αισθητική διαπαιδαγώγηση των παιδιών’’, μια πολύχρωμη βεντάλια μεγάλων αξιών της ζωής, όπως’’ η τέχνη, η ομορφιά, η ομορφιά της φύσης, ο έρωτας,…το αμπέλι,…το κρασί…’’Αξίες που πραγματικά αξίζει να μεταγγιστούν στα πολύχυμα νιάτα. Σελίδα με τη σελίδα ξετυλίγονται απολαυστικά τα ανέμελα παιδικά χρόνια του μικρού ’’συγγραφέα’’, πασπαλισμένα με την άχνη ζάχαρη της μνήμης και τη σκόνη του χρόνου, διεκδικώντας την συμμετοχή του συνεπαρμένου αναγνώστη σε άγαρμπα παιχνίδια ποδοσφαίρου , αυτοσχέδιες κατασκευές αεροπλάνων από καλάμια, ή’’ βάρκες από ρετάλια σανίδας’’.
Η ‘’διακοπή ρεύματος’’ είναι ένα πολύπλευρο, λαμπρό κείμενο, αισθητικά και δομικά ευφυές σε σύλληψη, που δεν αρκείται σε μια ρεαλιστικού τύπου αφήγηση με ερωτικά ή παρωδιακά στοιχεία, αλλά επιχειρεί να καταγράψει πολύτιμες και καταλυτικές εμπειρίες και αναμνήσεις τριών γενεών, του συγγραφέα, του πατέρα του και του παππού του ,τριγυρνώντας στις εύοσμες κοιλάδες των ονείρων, ανασύροντας και επανασυνδέοντας παράλληλα πολιτικά γεγονότα και ραγδαίες κοινωνικές ανακατατάξεις που έφερε η μεταπολίτευση, ιδεολογικά οράματα και δοκιμασίες των ηρώων, οδηγώντας τους τελικά σε μια επίπονη πορεία αυτογνωσίας. Το συγκλονιστικό φινάλε-γρίφος του βιβλίου , πέρα για πέρα ανατρεπτικό, εκπλήσσει ολοκληρώνοντας με μαεστρία τον μύθο.
Ο Ζαχαριάδης ισορροπεί έξυπνα ανάμεσα στον εγκιβωτισμό και την αυτοαναφορικότητα καταφέρνοντας να μιλήσει για τοπία ψυχής, ιδεολογίας και συνείδησης. Δημιουργεί δε μια μυθοπλασία που αποτελεί σαφώς άσκηση ύφους και γραφής, παραπέμποντας ταυτόχρονα στην πλατωνική θέση: ’’Η γνώση είναι ανάμνηση.’’
Μια αδιαμφισβήτητα ολοκληρωμένη κι ελπιδοφόρα πρώτη εμφάνιση, που εγγυάται μια καλή συνέχεια. Σαφώς αξίζει της προσοχής σας.

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Σκέψεις και σχόλια πάνω στο θεατρικό έργο του ΟΣΚΑΡ ΓΟΥΑΙΛΝΤ
‘’Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός’’


Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

Η κωμωδία ‘’Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός’’ είναι χρονολογικά το τελευταίο θεατρικό έργο του Όσκαρ Γουάιλντ και η τελευταία επιτυχία που γνώρισε ο φημισμένος ποιητής, λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας πριν από την καταστροφή. Το έργο ανέβηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1895, στο θέατρο Σαιν Τζέημς του Λονδίνου από τον Τζωρτζ Αλεξάντερ, θεατρικό παραγωγό και ατζέντη , που τρία χρόνια πριν είχε ανοίξει στον Γουάιλντ τον δρόμο των θεατρικών θριάμβων με το ανέβασμα της ‘’Βεντάλιας της Λαίδης Γουίντερμιρ ‘’στο ίδιο θέατρο.
Η υπόθεση του έργου το οποίο ανέβηκε σε τέσσερις πράξεις και είναι ουσιαστικά ένα χαρακτηριστικό δείγμα μιας αγγλικής κωμωδίας ηθών, έχει ως εξής: Στο Λονδίνο του 1890, δυο φίλοι νεαροί, ο Τζάκ Γουόρντιγκ και ο Αλτζι Μόνκριφ, χρησιμοποιούν το ψευδώνυμο ‘’Ερνέστος’’ για να αποφύγουν τις ανιαρές, ανεπιθύμητες κοινωνικές υποχρεώσεις που τους δημιουργούν γνωστοί και συγγενείς. Αυτό το όνομα όμως που μέχρι τότε τους γλίτωνε από μπελάδες, αρχίζει να τους δημιουργεί προβλήματα όταν ερωτεύονται αντίστοιχα δυο γυναίκες που η κάθε μια τους θεωρεί το όνομα Ερνέστος, ως το μεγαλύτερο προσόν εκείνου που το κατέχει, αφού παραπέμπει αυτόματα σε σοβαρότητα και άμεμπτο ήθος του προσώπου που το φέρει.
H αγγλική λέξη Earnestness, συνεπάγεται σοβαρότητα και ειλικρίνεια, στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν ο τίτλος του έργου ‘’the importance of being Earnest’’είναι ένα λογοπαίγνιο, που μπορεί να λάβει πολλές μορφές, όπως επισημότητα, στόμφος, εφησυχασμός, αυταρέσκεια, στο σύνολο των οποίων ο αναγνώστης ή θεατής διαπιστώνει γνωρίσματα του βικτωριανού χαρακτήρα της εποχής.
Η κωμωδία χαρακτηρίζεται από καυστική σάτιρα που διακωμωδεί έξυπνα συμπεριφορές και καταστάσεις, διανθίζεται με σπινθηροβόλους και ιδιοφυείς διαλόγους , και είναι πλημμυρισμένη από το αναρχικό χιούμορ και την ανατρεπτική διάθεση του δημιουργού της, ενός από τα πλέον φωτεινά μυαλά που σφράγισαν τον 19ο αλλά και τον 20ο αιώνα και συνεχίζει, αφού ο Όσκαρ Γουάιλντ ανήκει πλέον στους κλασσικούς .
Ταυτόχρονα , μέσα από μια καταιγιστική πλοκή, κομψά τοποθετημένη ώστε να προκαλεί το αμείωτο ενδιαφέρον του θεατρόφιλου κοινού, η πένα του συγγραφέα στηλιτεύει την υποκρισία , τον φαμφαρονισμό και τον στρουθοκαμηλισμό της φιλοχρήματης βικτωριανής κοινωνίας.
Οι χαρακτήρες που συναντούμε είναι δέκα τον αριθμό και είναι οι εξής: John ή ‘’Jack ‘’Worthing, ( Πάμπλουτος γαιοκτήμονας και πρωταγωνιστής του έργου με αμφίβολες ρίζες καταγωγής), Algernon Moncrieff, (Γοητευτικός τυχοδιώκτης και φανατικός μπον βιβέρ , πρώτος εξάδελφος της Γκουεντολίν και ανιψιός της Λαίδης Μπράκνελ,) Lady Bracknell ή Αυγούστα Φαίρφαξ,( θεία του Άλτζυ που ορκίζεται στο όνομα του χρήματος , της ευγενικής καταγωγής και της άμεμπτης ηθικής), Cecily Cardew, (πανέμορφη, αθώα προστατευόμενη του Τζάκ, που ζει στην εξοχή στο οίκημα του Χέρντφορσάιρ) , Gwendolin Fairfax,(ατίθαση και φιλελεύθερη κόρη της Λαίδης Μπράκνελ), Miss Leticia Prism,(παιδαγωγός της Σέσιλυ), Cannon Frederick, (αιδεσιμότατος), Lane, (θαλαμηπόλος του Αλτζερνον), Merriman, (μπάτλερ του Τζακ), και Gribsby(ο δικηγόρος που ξεμπλέκει τα πράγματα στο τέλος, φέρνοντας στην κυριολεξία τα πάνω κάτω).
Ο καθένας από τους χαρακτήρες είναι διαφορετικός. Δεν θα προσπαθήσω να τους αναλύσω ένα προς έναν χωριστά , απλά σημειώνω ότι οι ολοζώντανοι ήρωες του συγκεκριμένου θεατρικού έργου είναι στο σύνολό τους λαμπεροί, ευγενείς, ευφυείς, τρυφεροί, γοητευτικοί, συχνά δε διέπονται από εγωιστική συμπεριφορά, φιλαρέσκεια, αυταρχικότητα, υποκρισία και φιλαυτία. Παράλληλα είναι δυναμικοί, αποφασιστικοί, έχουν ιδανικά και έξυπνες ιδέες, φαντασία αλλά και αφέλεια ή ευπιστία, χειρίζονται δε το ψέμα και τις τραγελαφικές καταστάσεις που προκύπτουν απ’ αυτό, σαν επαγγελματίες ηθοποιοί.
Όσον αφορά την γραφή του Όσκαρ Γ. , τούτη παρουσιάζει διακυμάνσεις. Άλλες φορές είναι λυρική, ελλειπτική, υπαινικτική, διευρενητική, άλλες φορές στρέφεται προς το εσωτερικό, τα αντιφατικά συναισθήματα, τις έξυπνες ατάκες, αποτυπώνοντας τις φευγαλέες σκέψεις και τις ετερόκλιτες εντυπώσεις των χαρακτήρων, όπου κυριαρχούν οι τεχνικές του εσωτερικού μονολόγου και της ροής της συνείδησης.
Στις αρχές του 1895, είχαν αρχίσει στο Βασιλικό θέατρο οι παραστάσεις ενός άλλου σπουδαίου θεατρικού έργου του Γουάιλντ, του ‘’Ιδανικού συζύγου’’. Και τα δύο έργα εξακολούθησαν για μήνες ολόκληρους να παίζονται συγχρόνως σε δυο από τα πρώτα θέατρα του Λονδίνου. Την επιτυχία τους δεν σταμάτησε ούτε η πρώτη δίκη για ανηθικότητα και προσβολή των ηθών του συγγραφέα τους, που έγινε από τις 3-5 Απριλίου 1895, παρ’ όλη την ηθική καταδίκη του και την σχεδόν άμεση σύλληψή του.
Απλά το όνομα του Γουάιλντ καλύφθηκε στο πρόγραμμα κι έτσι το σεμνότυφο και μεγάλη δόση υποκρισίας κοινό, μπορούσε πλέον με εφησυχασμένη την συνείδησή του, να απολαμβάνει τα έργα, αγνοώντας τον δημιουργό. Στην πρεμιέρα του ‘’Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός, ο πατέρας του Λόρδου Άλφρεντ Ντάγκλας, Μαρκήσιος Κουίνσμπερυ αποφασισμένος να αμαυρώσει την φήμη του διάσημου κι επιφανούς εραστή του γιου του, θέλησε να προκαλέσει επεισόδιο με στόχο την έντονη αποδοκιμασία του συγγραφέα. Ο διευθυντής όμως του Θεάτρου αντιλήφθηκε έγκαιρα τις προθέσεις του και δεν του επέτρεψε την είσοδο. Ο Μαρκήσιος ωστόσο, δεν πτοήθηκε απ’ αυτό και τον περίμενε με σάπια λαχανικά στην έξοδο, όμως ο Όσκαρ Γ. φυγαδεύτηκε από μυστική πόρτα.
Παρ’ όλα ταύτα , το έργο σημείωσε ευθύς εξ αρχής εξαιρετική επιτυχία που, αυτή την φορά παρέσυρε και τους επιφυλακτικούς άλλοτε κριτικούς των εφημερίδων σε αλληλουχία επαίνων. Όλα τα ανωτέρω ο συγγραφέας τα δέχτηκε με συγκαταβατική ανωτερότητα, σαν κάτι το αυτονόητο και σαφώς οφειλόμενο ως προς το άτομό του και το έργο του. Εκείνη την εποχή η ματαιοδοξία του λογοτέχνη είχε φτάσει σε ύψη δυσθεώρητα , θεωρώντας ότι κάθε αντικειμενική κριτική ήταν απαράδεκτη γι αυτόν και μόνο τα εγκώμια και η κολακεία του ήταν ευπρόσδεκτα. Άλλωστε ένα κοπάδι από παρασιτικούς τύπους τον περιστοίχιζε περιλούζοντας τον με ψεύτικους επαίνους με απώτερο σκοπό να του απομυζούν όλο και περισσότερα δώρα και ανταλλάγματα, σαν αντίτιμο για τις γλοιώδεις κολακείες τους.
Ωστόσο υπήρξαν κριτικοί που στάθηκαν αντικειμενικοί απέναντι στον Γουάιλντ , όπως ο Μπερναρντ Σω , που δεν δυσκολεύτηκε να δηλώσει ότι η τελευταία κωμωδία του μεγάλου συγγραφέα τον διασκέδασε μεν αλλά δεν μπόρεσε να τον συγκινήσει και ότι ήταν το πρώτο από τα έργα του, που δεν διέθετε καθόλου αίσθημα. Σημειώνουμε επίσης ότι, όταν ο βιογράφος και καλός του φίλος Φρανκ Χάρις, ο οποιος ήταν ο μοναδικός που του στάθηκε μέχρι το τέλος, τον μακάρισε λέγοντάς του ότι ήταν πολύ τυχερός που δυο έργα του παιζόταν συγχρόνως σε δυο από τις καλύτερες αίθουσες του Λονδίνου, ο Όσκαρ Γ. , -που σημειωτέον είχε γράψει την συγκεκριμένη θεατρική παράσταση σε διάστημα μόλις τριών εβδομάδων,- του απάντησε: ‘’Τον ερχόμενο χρόνο Φρανκ, μπορεί να παίζονται και τέσσερα και πέντε έργα μου συγχρόνως. Θα μπορούσα να γράφω με την μεγαλύτερη ευκολία ένα έργο κάθε δυο μήνες. Το παν εξαρτάται από το χρήμα. Αν χρειάζομαι χρήματα , του χρόνου θα γράψω έξι έργα’’. Ο χρόνος που ακολούθησε δυστυχώς, τον βρήκε ατιμασμένο και βαρυποινίτη κατάδικο στην φυλακή του Ρέντιγκ.
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ ΚΑΙ ΙΝΔΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Μελέτη αποσπασμάτων του ''Ηράκλειτου'', του Ινδού ποιητή, φιλοσόφου, μύστη και στοχαστή Σρι -Ωρομπίντο.(1872-1950)

ΠΑΡΟΥΣΊΑΣΗ ΣΤΗ ΛΕΣΧΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ 2009


Η Φιλοσοφική σκέψη των Ελλήνων είναι ίσως η πιο διανοητικά ενδιαφέρουσα και διεγερτική, η πλέον γόνιμη και διαυγής που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Η Ινδική φιλοσοφία ήταν στις αρχές της ενορατική, με βαθύτερα οράματα, κάτι το ανώτερο και έντονο, αποκαλυπτικό, αλλά και τόσο ισχυρό, ώστε ν’ ανοίξει ατέλειωτους ορίζοντες που παρόμοιους δεν έχει ποτέ συλλάβει η ανθρωπότητα. Όλα πηγάζουν από την θεία και εμπνευσμένη λέξη, τη Μάντρα της Βέντας(γνώση του θείου)
και της Βεντάντας(σύστημα φιλοσοφίας που διδάσκει την κορύφωση της γνώσης του απόλυτου). Όταν όμως αυτή η φιλοσοφία έγινε διανοητική κι επακριβής και θεμελιώθηκε πάνω στην ανθρώπινη λογική, έγινε ταυτόχρονα και λογικά δύσκαμπτη, μετετράπηκε δηλαδή σε αυστηρά λογική. Ερωτεύθηκε την σταθερότητα και το σύστημα, κι επιζήτησε ένα είδος γεωμετρίας της σκέψης. Ο αρχαίος Ελληνικός νους αντίστοιχα, είχε ένα είδος ρευστής σαφήνειας, μιαν ευλύγιστη ερευνητική λογική. Η διορατικότητα και τα ορθάνοιχτα μάτια της νόησης ήταν τα καθοδηγητικά του χαρακτηριστικά και αυτή η ενδόμυχη δύναμη ήταν που καθόρισε ολοκληρωτικά τον χαρακτήρα και το πεδίο της μεταγενέστερης Ευρωπαϊκής σκέψης.
Κανείς άλλος από τους υπόλοιπους Έλληνες διανοητές δεν ήταν τόσο άμεσος και ενδιαφέρων όσο ο αποφθεγματικός φιλόσοφος Ηράκλειτος, γιατί ακόμα συνεχίζει να προσθέτει στο πλέον σύγχρονο διανοητικό γίγνεσθαι, κατιτί από την αρχαία ψυχική υπόσταση, τη διαισθητική ενόραση και τα λόγια των αρχαίων μυστών. Η ροπή προς τον ορθολογισμό υπάρχει, αλλά όχι ακόμα η ρέουσα καθαρότητα του συλλογιστικού μυαλού, το δημιούργημα δηλαδή των Σοφιστών.
Το ύφος του Ηράκλειτου δεν είναι μόνο αποφθεγματικό κι επιγραμματικό, είναι και κρυπτικό κι αινιγματικό με το χαρακτηριστικό εκφραστικό ύφος των Μυστών, αινιγματικό με τον τρόπο σκέψης τους που επεδίωξε να εκφράσει τον γρίφο της ύπαρξης, μέσα από αυτή τη ίδια γλώσσα του γρίφου. Τι είναι για παράδειγμα το Αείζωον Πυρ στο οποιο διαπιστώνει την άφθαρτη και πρωταρχική ουσία του Σύμπαντος και το οποιο ταυτίζει με τον Δία και την αιωνιότητα; Ή τι θα πρέπει να κατανοήσουμε με το ‘’ο κεραυνός κυβερνά τα πάντα;’’ Εάν ερμηνεύσουμε αυτό το πυρ
αποκλειστικά και μόνο σαν μια δύναμη θερμοκρασίας και φλόγας ή απλά σαν ένα σχήμα λόγου για την ύπαρξη , η οποία είναι αενάως εν τω γίγνεσθαι, μας διαφεύγει ο χαρακτήρας των λόγων του Ηράκλειτου, ο οποιος συμπεριλαμβάνει και τις δυο ιδέες καθώς επίσης και ότι τις συνδέει.
Έτσι παραλληλίζουμε τη γλώσσα και τον τρόπο σκέψης της Βέντα, θυμόμαστε το Βεντικό πυρ, τον δημιουργό των κόσμων, τον μυστικό Αθάνατο που κατοικοεδρεύει μέσα σε ανθρώπους και πράγματα, την περιφέρεια των θεών, τον Άγκνι που πραγματώνεται γύρω από τους αθάνατους και που γίνεται και ο ίδιος αθάνατος αλλά συγχρόνως εμπεριέχονται μέσα του όλοι οι θεοί. Ανατρέχουμε στον Βεντικό κεραυνό, την Πυρά του ήλιου, που είναι το αληθινό φως, στον Οφθαλμό, το θαυμάσιο όπλο των θείων ανιχνευτών Μίτρα και Βαρούνα. Είναι η ίδια κρυπτική μορφή γλώσσας, η ίδια πλούσια μέθοδος σκεπτικού και παρόλο που η σύλληψη των ιδεών δεν είναι ταυτόσημη, υπάρχει σίγουρα μια σαφής συγγένεια.
Ο Ηράκλειτος λέγοντας την ρήση’’ Αθάνατοι θνητοί, θνητοί αθάνατοι ‘’παραπέμπει αυτόματα στον Βεντικό Ρίσι, ο οποιος επικαλείται την Αυγή, λέγοντας ’’Ω Θεά και θνητή’’. Οι θεοί στις Βέντες προσφωνούνται αδιάκοπα ως άνθρωποι, οι ίδιες λέξεις χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν θνητούς κι αθάνατους. Η ενύπαρξη του αιωνίου στοιχείου στον άνθρωπο, η κατάβαση των Θεών στο επίπεδο της θνητότητας, ήταν μια θεμελιακή ιδέα των μυστών. Ο Ηράκλειτος δείχνει να αναγνωρίζει την αλληλένδετη ενότητα μεταξύ αιωνίου και εφήμερου, γι αυτό και οι θεοί εκδηλώνονται σαν πράγματα που αλλάζουν συνεχώς μέχρι που αφανίζονται.
Οι Ουπανισάντ, -μια από τις ιερές Ινδικές γραφές που θεωρείται ως η πηγή της φιλοσοφίας της Βεντάντα-, συνέλαβαν την ίδια αλήθεια όταν αποφάνθηκαν ότι η ζωή είναι υπό την κυριαρχία του βασιλιά θανάτου, την περιέγραψαν σαν το αντίθετο της αθανασίας , επιπλέον δε ανέφεραν ότι όλη η ζωή και η εδώ ύπαρξη δημιουργήθηκαν πρώτα από τον θάνατο ως τροφή του.
Αλλά ας δούμε και την ψυχή. Όταν ο Ηράκλειτος μιλάει για την ξηρή η υγρή ψυχή , δεν σκέφτεται το νου. Η ψυχή αντιστοιχεί με το τσέτας (συνείδηση-νους-καρδιά-ψυχή) ή τσίτα της Ινδικής ψυχολογίας, ο νους με το μπούντι(νοημοσύνη-θέληση-διάνοια) . Η ξηρή ψυχή πάνω στην οποία αναφέρεται ο Έλληνας στοχαστής είναι η εξαγνισμένη συνείδηση της καρδιάς, ο ακρογωνιαίος λίθος της εξευγενισμένης διάνοιας( βισούντα μπούντι –εξαγνισμένη διάνοια). Η υγρή ψυχή διαταρράσεται από το ακάθαρτο κρασί της διονυσιακής έκστασης, την συναισθηματική διέγερση, την ομιχλώδη παρόρμηση κι έμπνευση. Ο Διόνυσος είναι ο θεός της οινοποιημένης έκστασης, ο θεός των βακχικών μυστηρίων των περιπλανώμενων της νύχτας, μάγων, διονυσιαστών, μαινάδων, μυστών , γι αυτό ο Ηράκλειτος λέει πως Διόνυσος και Άδης είναι ένα και το αυτό.
Αρχικά ο νους ήταν περιτυλιγμένος με το συμβολικό, διαισθητικό κι απόκρυφο ύφος και την πειθαρχία των Μυστών, όπως οι Βεντικοί και Βενταντικοί οραματιστές, οι Ορφικοί διδάσκαλοι μυστικών και οι Αιγύπτιοι ιερείς. Πίσω απ’ αυτό το πέπλο, εμφανίστηκε ο νους στο μονοπάτι της μεταφυσικής φιλοσοφίας, η οποία ακόμα συνδέονταν στην προέλευση των βασικών της ιδεών. Στην Ινδία αυτή ήταν η πρώτη περίοδος των Νταρσάνα (θέαση- αυτοαποκάλυψη θεότητας στον πιστό) και στην Ελλάδα, αυτή των πρώιμων φιλοσοφικών στοχαστών. Αργότερα εμφανίστηκε η μεστή περίοδος του φιλοσοφικού ορθολογισμού, στην Ινδία με τον Βούδα και τους Βουδιστές, στην Ελλάδα με τους λογικούς φιλόσοφους, τους σοφιστές, τον Σωκράτη και τους λαμπρούς επιγόνους του. Η διανοητική μέθοδος αναγνωρίστηκε και εξελίχθηκε.
Ο Ηράκλειτος είναι ο πλέον χαρακτηριστικός αντιπρόσωπος αυτού του σταδίου της. Αυτό αποδυκνείεται από το κρυπτικό ύφος, από το βραχύ αλλά φορτισμένο σκεπτικό, μ’ αυτό τον τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε την δυσκολία που αισθανόμαστε όταν προσπαθούμε να τον ερμηνεύσουμε και να εκλογικεύσουμε ολοσχερώς την σημασία των νοημάτων του.
Εν κατακλείδι…Το να αγνοούμε τους Μύστες, τους πρωτογεννήτορές μας,( πούρβε-πιτάρα), είναι το μεγαλύτερο ελάττωμα της σύγχρονης θεώρησης, ως προς την διανοητική μας εξέλιξη.

ΡΕΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ- ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ
‘’ΤΑ ΕΜΑ ΠΑΘΗ’’

2000-2003


‘’ΣΑΝ ΠΟΡΣΕΛΑΝΙΝΟ ΦΛΙΤΖΑΝΙ’’

Σαν πορσελάνινο φλιτζάνι ακριβό
στα χέρια σε κρατούσα να μη σπάσεις.
Μη μια στιγμή, κομμάτια γίνεις
μέσα μου
και διαλυθείς απότομα.

Δε σου' βαζα ούτε καφέ ούτε ζάχαρη,
δεν σου' σταζα ούτε καν νερό.
Φοβόμουνα ανείπωτα
πώς δεν θα τα δεχόσουν εύκολα
θα ράγιζες.

Κι όμως γι' αυτά ήσουν φτιαγμένος
Και όχι για φιγούρα στη βιτρίνα.

Ώσπου κάποτε
βαρέθηκες να παριστάνεις
το κομμάτι εκπάγλου ομορφιάς
μα εκπάγλου μοναξιάς.

Και δέχτηκες να σε χρησιμοποιήσει
κάποια άλλη όπως σου πρέπει.
Ζήτησες απ' αυτή να γίνεις
το φλιτζάνι της κουζίνας του καφέ.

Κούρνιαζες λοιπόν ζεσταμένος
σε μια φούχτα,
αγκαλιασμένος ταπεινά κι ευτυχισμένος.

Δυο χείλη πάντα να σ' αγγίζουν
αλόγιστα να σε ρουφούν
τώρα μοσχοβολάς σαν δέχεσαι
απόλαυση κι αγάπη.

Τι κρίμα
που εγώ δεν έβλεπα
πως μόνο γι' αυτό
είχες γεννηθεί.

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

ΟΝΕΙΡΑ ΑΣΥΝΟΡΑ

ΡΕΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ




''Όνειρα ασύνορα’’


Ποιήματα


2006 - 2009




ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

ΗΡΑΚΛΕΙΟ 2009






Είναι δύσκολο να πολεμήσεις κατά της επιθυμίας.
Αυτό που θέλει τ’ αγοράζει με την ψυχή.

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ




Luna silentiae amicae
H σιωπηλή φιλία της σελήνης





ΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΘΥΜΑ

Γυναίκα
περιτοιχισμένη από μη και πρέπει

περιστοιχισμένη απ’ τον άνεμο
της βίας

που αναποδογυρίζει τον ήλιο
και μεταστρέφει τ’ αστέρια

Γυναίκα ,
οργωμένο χωράφι ,
οι ρωγμές σου βαθιές…

Γυναίκα
μ’ αφίλητο στόμα

μ’ ιδρωμένο
συλλημένο σώμα

σαν όστρακο
σ’ ένα κέλυφος κλείνεσαι

με χέρια αιχμάλωτα
στο χάδι κλειστά.

Τ’ όνομά σου
στα χαρτιά
νομιμοποιείται

Το κορμί σου
με βίαιο πάθος
γονιμοποιείται

μα η ψυχή σου,
ένας σφαγμένος ουρανός
καταργείται.











ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

Θυμάμαι

Τη γλύκα ενός κομματιού κέικ
βουτηγμένου στο γάλα
μ’ έντονη γεύση βουτύρου

Ένα γλυκό κυδώνι
μαστορικά φτιαγμένο
μ’ όλο το άρωμα
των φρούτων της χρονιάς

Το χαμόγελο της μάνας μου
-παράδεισος επί της γης-
τη βιαστική καλημέρα του πατέρα
μ’ ένα φιλί καπνού σε σύννεφα.

Μέλι του πρωινού μας ήταν
η πρωτινή τους αγάπη…

Τη γιαγιά που σκεφτόταν φωναχτά
όταν άνοιγε φύλλο
-αγαπούσε , η καημένη, πολύ την εκκλησία-

Τη ζεστή αγκαλιά του παππού
αρματωμένη παραμύθια κι ιστορίες απ’ τον πόλεμο

Τη ρόδινη μου κάμαρη
με τις κούκλες και τα βιβλία σωρό
-στρατός σε παράταξη-

Τις πολυθρόνες στο σαλόνι
με το σταμπαριστό βελούδο
πάνω τους αναπαύονταν πίνοντας τσάι
κυρίες του ‘’καλού κόσμου’’

Θαυμάζοντας με φθόνο
τις γαλλικές πορσελάνες του μπουφέ.

Θυμάμαι
Τα περίτεχνα εργόχειρα της μαμάς
Τη’’ θεία Λένα’’ στο ραδιόφωνο
Και την ‘’Πικρή μικρή μου αγάπη’’

Τις μίνι φούστες της Μαρίας
που μας πρόσεχε

Τα κυριακάτικα ραντεβού της
με τον Μανώλη τον φαντάρο
‘’το αίσθημα’’ της

Τα θλιμμένα πρωινά
της Μεγαλοβδομάδας

Τη μυρωδιά της αλισίβας
στο πλυσταριό

Τον κήπο μας με τις αγριοτριανταφυλλιές ,
τα ζουμπούλια, τους πανσέδες,
τους μενεξέδες και τη ροδιά.

Η κληματαριά στην μπροστινή αυλή
δε χόρταινε ν’ απλώνεται
και να δροσίζει
πυρωμένα μεσημέρια
και απογευματινά’’ ζουρ φιξ’’

Θυμάμαι
Τ’ ασπρόμαυρα πλακάκια- σκακιέρα
πάνω τους χορεύαμε ταγκό,
τσα-τσα-τσα και μάμπο

Τον σκύλο μας τον Τζακ
που λάτρευε τις μέντες

Τις γελαστές γειτόνισσες
που ‘λεγαν το φλιτζάνι

Τα παιδιά της γειτονιάς
με τα λερωμένα μάγουλα
και χέρια
τα ξύλινα σπαθιά
τα πατίνια και τις σβούρες.

Μια ανοιχτή αγκαλιά ήταν το σπίτι μας…


Θυμάμαι ακόμα
Το γαλάζιο , πονεμένο βλέμμα
του αδελφού μου,
όταν του κλείδωσαν το ποδήλατο,
που ‘χε αγοράσει με το χαρτζιλίκι
μιας ολόκληρης χρονιάς.

Υπολείμματα από την αθωότητα
της παιδικής ηλικίας

Ειρηνικές, γαλήνιες στιγμές
που μ’ έκαναν ευτυχισμένη

Όλες τους
ξανακερδισμένες απ’ τη λήθη
συνιστούν το τεράστιο οικοδόμημα
της ανάμνησης.

Κρατώ ένα κομμάτι ουρανό
πάνω από τη ζωή μου.













































''ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ''

Κανένα ίχνος
Μόνο φήμες

Στο παγωμένο έλος
Της αδιαφορίας σου
Κολυμπώ

''Επέστρεφε''

Κοιμήσου μαζί μου

Κι αφουγκράσου το δάσος.









ΠΙΚΡΗ ΠΕΙΝΑ

Πεινώ για σένα.

Κι εσύ δεν καταδέχεσαι
ούτε ένα χάδι.

Κίβδηλο.



















ΣΕ ΠΟΙΗΤΗ

Ν’ ανοίγεις μονοπάτια μέσ’ τις λέξεις

Μόνος κριτής

Συνήθως νύχτες

Σίγουρα νύχτες

Ξεκολλάς τα όνειρα απ’ τη λάσπη.

Θλιμμένε ποιητή μαζί μου έλα

Ωραία κι άγια η δική σου η τρέλα…

































ΣΕ ΕΤΑΙΡΑ

Κατάθεση στην ασυμφιλίωτη ομορφιά σου
ο οβολός των περαστικών εραστών

Ευθύς μεταβάλλεται σε άρωμα θλίψης
και ψωμί της επόμενης μέρας.

Κι όμως Άγιο
το συλλημένο σου σώμα.

Σε κοιτώ.

Κι ένας πίνακας ζωντανεύει εμπρός μου.

Βαθυπράσινα μάτια πετράδια
αναγγέλλουν την αρχή του ονείρου

ενώ οι φωτοσκιάσεις της κόλασης
σ’ απαλούς ρόδινους τόνους

ζωηρεύουν το δέρμα,
που μουσκεύει αργά…

Οι κοτσίδες σου ξέπλεκες
σγουρά κύματα, μαύρα

αφρισμένα ξεσπούν, ολοζώντανα
σ’ ολόλευκα στήθη-τοιχία.

Άπαρτο κάστρο η καρδιά σου
Ωραία μου

των ταραγμένων ημερών σου
τον λυγμό

να πνίξω ήθελα,
ψυχή μου ηλιόμορφη.













ΟΝΕΙΡΟΥ ΔΙΝΗ-ΟΔΥΝΗ

Μια ρωγμή του μυαλού μου,
βίαιο φως διαπερνά

Τα λογικά μου ταράζει
και σε άγρια , μ’ οδηγεί , μονοπάτια.

Οι σπασμοί των λυγμών σου,
τραγούδι απόκοσμο
που παράταιρα ηχεί.

Σαν αδύναμο, παράφωνο
σάλπισμα υποχώρησης.

Και πέφτεις λαβωμένη από λόγχη,
δική μου λόγχη.

Ρόδινο μαργαριτάρι,
λευκέ μου κύκνε

Ξυπνώ με το κορμί σου
μες τα χέρια μου.


























ΔΕΝ Σ’ ΕΧΩ

Αγαπώ αυτό που δεν έχω.
Αυτό που δεν θ’ αποκτήσω ποτέ.

Δεν έχω το έκπαγλο σώμα σου
τ’ αθώο γέλιο σου
τα μάτια τα χιμαιρικά
τα σκούρα
που από μέσα ξεπορτίζουνε κρυφά
αλήτες ίσκιοι
πυρωμένα μεσημέρια.

Δεν έχω τα χέρια σου
που έχουν τόσα άλλα σώματα
χαϊδέψει
ούτε την αγκαλιά –φωλιά σου
για να γείρω,
δεν έχω πρόσβαση
στα χείλη σου
να πιω νερό μ’ ένα φιλί.

Δεν σ’ είχα κάποτε δικό μου
για μια νύχτα

δεν σ’ έχω τώρα
ούτε ποτέ.

Σαν εικόνισμα μοναχά
σε λατρεύω.

Ασκιά με πόθο φορτωμένα
τα γλαυκά μου όνειρα

δεσμώτες στου ανέφικτου τ’ αμπάρια

ποτέ του ήλιου τους λειμώνες δεν θα δουν.

Πόσο σκληρά με τιμωρεί ο χρόνος...