Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Μπορεί να πέθανε το σώμα

Πάει πολύς καιρός που λείπεις απ’ τις μέρες μου
Μα απόψε επιτέλους σ’ ονειρεύτηκα

Αχνή ηχώ που θέλγει και καλεί η φωνή σου

Μπορεί να πέθανε το σώμα
Μα εσύ έρχεσαι

Παραμερίζεις τις κουρτίνες των σκιών
Το μαύρο του θανάτου έρεβος
Κι ακροπατώντας μπαίνεις στον ύπνο μου

Τον κυριεύεις

Στην άξια ζωγραφιάς αναγεννησιακή μορφή σου
Έμαθα να λατρεύω μια άλλου είδους αγιότητα

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή ''Της μάνας''1999-2011

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Οι μετανάστες γκρίζα περιστέρια





Οι μετανάστες γκρίζα περιστέρια



Ήρθε ένα γκρίζο περιστέρι το πρωί

Ραμφίζοντας το τζάμι για λίγα ψίχουλα

Ντυμένο χαρμολύπη


Η ικεσία ένας συνεχής ασημένιος ήχος

Άηχα λόγια στη μητρική μου γλώσσα

Ένα δειλό χαμόγελο


Η βούρτσα που θα μου καθάριζε

Τα τζάμια του αυτοκινήτου

Ήταν το πρόσχημα


Για μια στιγμή φοβήθηκα μήπως

Η πείνα που αντιφέγγιζε στα μάτια του

Εκτός απ’ την καρδιά μου

Θα ράγιζε και τον καθρέφτη τ’ ουρανού

Από την ποιητική συλλογή''Νεαρά ποιήματα''2013,Εκδόσεις Γαβριηλίδη γ'ενότητα''Καθρέφτες''

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Κάνε μια ευχή

Εμπνευσμένο από τις ‘’Δρακοντίδες’’ (βροχή αστεριών)του Οκτώβρη του 2011

Απόψε το ημερολόγιό μου κουράστηκε
Τ’ άσπρο χαρτί του αντιστέκεται στην πέννα

Χάνεται ο Σεπτέμβρης απ’ τις σελίδες του
Καθώς τα στραβά μου γράμματα
Καλωσορίζουν τον Οκτώβρη

Αυτό το μήνα τα κοτσύφια πια δεν τραγουδούν
Κι οι πεθαμένες πεταλούδες πάνε αλλού να παίξουν

Οι νύχτες ολοένα μεγαλώνουν
Αφουγκράζονται τους ήχους του σκοταδιού
Αφοσιώνονται στη σιωπή

Στα ρείθρα των πεζοδρομίων
Η γερασμένη πόλη απλώνει
Τη σταφιδιασμένη της ψυχή

Δίπλα τα παραγινωμένα φρούτα
Του καλοκαιριού σαπίζουν στα τελάρα

Στα στενοσόκακα αντηχούν τηλεοράσεις
Ιλουστρασιόν φωνές σκεπάζουν
Βραχνά τραγούδια φτώχειας

Κι όμως το φετινό Οκτώβρη
Βρέχει αστέρια

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2011

Ο Ρόντια Ρασκόλνικωφ στη Σόνια Σεμνιόνοβα

Ο Ρόντια Ρασκόλνικωφ στη Σόνια Σεμνιόνοβα
Η Σόνια Σεμνιόνοβα στον Ρόντια Ρασκόλνικωφ


Εμπνευσμένο από το ‘’Έγκλημα και Τιμωρία ‘’του Φ. Ντοστογιέφσκι

Σόνια
Άπλωσες τα δυο σου χέρια
Μα δε μού’ δωσες κανένα
Έγκαιρα τα τράβηξες

Ρόντια
Ένας φονιάς και μια πόρνη
Που συναντήθηκαν σ’ ένα δωμάτιο
Κάπου εκεί στις εσχατιές της γης
Για να διαβάσουν το αιώνιο βιβλίο
Την Αγία Γραφή

Κι οι δυο καταραμένοι

Σόνια
Σαν άλλη Μαρία Μαγδαληνή
Σου πλένω τα πόδια
Τα φιλώ
Και κλαίω

Κι όμως λόγχιμα βέλη
Εξακοντίζονται μέσα απ’ τα μάτια σου

Ρόντια
Ανυπεράσπιστος μπροστά στο φόβο
Πώς να σταθώ;
Πέφτω ξανά
Σ’ ετοιμότητα θλίψης

Σόνια
Χαρακωμένες απ’ της άρρωστης ψυχής σου
Το κοπίδι
Οι λέξεις σου σπαράζουν

Θα βάλει άραγε ο χρόνος
Μέλι στις πληγές μας;

Ρόντια
Ο λαβωμένος μου εγωισμός
Μαύρο φίδι
Που μού βυζαίνει όλη νύχτα την καρδιά

Πάλι δε σε φίλησα

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Μαμά σ' ευχαριστώ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Έψαξα μέσα μου βαθιά κι άφησα να κυλήσουν στο χαρτί στιγμές δικές μας που μοιραστήκαμε, πράγματα που μου χάρισες ανεκτίμητα, που θα τα κουβαλάω μέσα μου για μια ζωή. Για σένα βάζω τις λέξεις στη σειρά σαν και τους πολύχρωμους κύβους μου. Ότι και ν’ αγγίξω , μέσα του βρίσκεσαι…

Μαμά,
Σ’ ευχαριστώ

Που έβγαζες με κόπο χρήματα για να με μεγαλώσεις αν και αναγκαζόσουν να με στερηθείς για αρκετές ώρες.

Που μου μάθαινες και μου μαθαίνεις καθημερινά τον κόσμο. Από την ανατολή του ήλιου μέχρι το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Που για κάθε μου ερώτηση έχεις μια απάντηση. Αν και συγκρούομαι μαζί σου, μέσα μου θυμώνω επειδή ξέρω εκ των προτέρων ότι πάλι έχεις δίκιο.
Πως μπορείς αλήθεια να προβλέπεις τα απρόβλεπτα;

Που με βλέπεις πάντα μέσα απ’ τα μάτια της αγάπης σου . Για σένα είμαι το ομορφότερο παιδί του κόσμου.

Σ’ ευχαριστώ μαμά,

Που έθαψες τα ταλέντα σου για μας μεγαλώσεις, πήγαινες να δουλέψεις καθημερινά σε μια δουλειά που δεν αγαπούσες για να μη μας λείψει τίποτα, κι ας ‘’μάτωνες ‘’που μάς άφηνες μωρά σε ξένα χέρια, που έπαιζες με το κουβαδάκι μαζί μου πάνω στα βότσαλα μιας παραλίας. Κι ας σ’ έκανε ολοκόκκινη σαν ντομάτα ο ήλιος.

Που έβαζες στο πιάτο σου μικρότερη μερίδα για να μπορέσουν οι άλλοι να φάνε κάτι παραπάνω.

Που έλεγες, ‘’έλα τελείωσε το εσύ’’. Δεν σου άρεσαν δήθεν οι τούρτες και τα παγωτά.

Που έτρωγες τα καμμένα μπιφτέκια χωρίς να διαμαρτύρεσαι, δηλώνοντας μάλιστα: ‘’Μα εμένα μού αρέσει πάντα ότι κάνει κρατς!’’

Που με περίμενες στην πόρτα του σχολείου για να με περάσεις με σιγουριά απέναντι στο δρόμο με τα χίλια αφηνιασμένα μηχανάκια κι αυτοκίνητα κι ας γινόσουν μούσκεμα απ’ τη βροχή.

Που κατάφερνες να χαμογελάς όταν ανέβαζα πυρετό λίγο πριν βγεις έξω, πανέμορφα ντυμένη, μακιγιαρισμένη , έτοιμη για να γιορτάσεις τα γενέθλιά σου. Που τελικά δεν τα γιόρταζες

Που κατάπινες τα δάκρυά σου όταν έσπαζα την τσαγιέρα του καλού σερβίτσιου, όταν λέρωνα με σοκολάτα το χειροποίητο κεντητό τραπεζομάντιλο της δικής σου νεκρής πια μάνας κι αγαπημένης μου γιαγιάς. Δαγκωνόσουν μόνο λέγοντας. ‘’Ε, τι να κάνουμε; Έτσι είναι τα παιδιά.’’

Που με ηρεμείς τόσο γλυκά και τρυφερά, όταν βρίσκομαι εκτός ελέγχου, όταν μου φταίνε οι πάντες και τα πάντα, όταν έχω περίοδο, όταν αγχώνομαι τρελά για ένα μάθημα στις Πανελλήνιες, όταν δεν μου στρώνει το τζιν που αγόρασα πανάκριβα, όταν βγάζω ένα σπυράκι τη μέρα που έχω το πρώτο μου ραντεβού, όταν το αγόρι μου δε με παίρνει τηλέφωνο, όταν αποτυγχάνω στο τεστ οδήγησης.

Διαθέσιμη κάθε στιγμή για να μου δίνεις συμβουλές για τον πονόλαιμο, τον πυρετό, την έννοια μιας άγνωστης λέξης, για τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία και δίσκους, τα καλύτερα θεατρικά έργα, τις τελευταίες ταινίες, για το πώς καθαρίζουν οι δύσκολοι λεκέδες, για δώρα σε συγγενείς και φίλους, οδηγίες για τη χρήση του καινούριου μου πλυντηρίου, τη δοκιμασμένη συνταγή του μουσακά και των παραδοσιακών κουραμπιέδων, πληροφορίες κι αποκόμματα για τον αγαπημένο μου τραγουδιστή, λέξεις συνώνυμες για μια έκθεση.

Που είσαι πανέτοιμη μ’ ένα εισιτήριο στο χέρι, αφήνοντας τα πάντα για να’ ρθεις κοντά μου όποτε σ’ έχω ανάγκη, ακόμα κι αν βρίσκομαι στην άκρη του κόσμου. Αμέσως . Είσαι μια στοργική αγκαλιά να χωθώ μέσα και να κλάψω. Η φιλενάδα μου για να της πω τα νέα. Κάποιος για να του εξομολογηθώ τα προβλήματα της δουλειάς, να ξεσπάσω απάνω του το άγχος των εξετάσεων, να μοιραστώ μαζί του ένα φλιτζάνι καφέ και τα πρώτα μου ερωτικά σκιρτήματα .

Που καταφέρνεις να εξοστρακίζεις όλους μου τους φόβους. Μαζί σου μαμά, τίποτα δε φοβάμαι.

Θυμάμαι όταν γύριζα σπίτι από το σχολείο τρέχοντας, λαχταρώντας να δω εσένα στην κουζίνα με την πολύχρωμη , βρεγμένη συνήθως ποδιά σου, με πιτσιλιές στην μπλούζα από τα κεφτεδάκια που μόλις είχες τηγανίσει, μ’ ανασηκωμένα τα μανίκια κι αναψοκοκκινισμένα τα μάγουλα να με περιμένεις για να σου πω τα νέα του σχολείου.

Αχ, πώς ονειρευόμουν το κέικ με τις σταφίδες και τα κουλουράκια βανίλιας που με περίμεναν σπίτι. Και την αγκαλιά σου.

Θυμάμαι έντονα αυτή τη μυρωδιά της αγκαλιάς σου. Τη δικιά σου μοναδική, προσωπική μυρωδιά που δεν περιγράφεται με λόγια. Τη μυρωδιά που όλα τα παιδιά όσα χρόνια κι αν περάσουν θυμούνται, για πάντα μέσα τους φυλακίζουν.

Μανούλα σ’ ευχαριστώ
που μ’ έμαθες ν’ αγαπώ, να νιώθω, να μοιράζομαι, ν’ αντέχω, να προχωρώ, να μην παραδίνω τα όπλα στην πρώτη αναποδιά, να συμπονώ, να παλεύω , να διατηρώ ψηλά το κεφάλι, να είμαι ευγενική, υπομονετική, να μην τσιγκουνεύομαι την καλοσύνη.

Σου οφείλω τη ζωή, τη γνώση, το ότι είμαι μέχρι τώρα και το ότι θα είμαι για πάντα.

Κανείς δεν σ’ αγαπάει σαν τη μάνα…

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2011

Ανεπίδοτο γράμμα

Ανεπίδοτο γράμμα

Χρόνια περιμένω ένα ανεπίδοτο γράμμα

Κάθε πρωινό μαδώ το κούφωμα της πόρτας
Με τα υπόδουλα δάχτυλα της προσμονής
Και της αγρύπνιας

Στολίζω με ξόμπλια μάταια διαβατικά
Τα χρόνια τα κρυμμένα πίσω απ’ τις κουρτίνες

Τα τρυπημένα χρόνια μου απ’ τις βελόνες
Τι κι αν φορώ τη δαχτυλήθρα πανοπλία
Τα κεντημένα ένα προς ένα με σταυροβελονιά
Και χρώματα

Όσο παλιώνω ο καμβάς της ζωής ξεθωριάζει
Ξεφτίζουν οι κλωστές
Πέφτουν τα δόντια τα μαλλιά μου

Ο ταχυδρόμος πέθανε

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή''Τα νεαρά ποιήματα''2011

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

ΓΙΑ ΣΑΣ ΚΛΑΙΩ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΙΡΑΚ

ΓΙΑ ΣΑΣ ΚΛΑΙΩ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΙΡΑΚ

Δεν ζεις στα δέντρα ούτε στις σπηλιές πια άνθρωπε
Κι όμως καθόλου δε διαφέρεις απ’ τα ζώα
Ίσως χειρότερος να είσαι όχι καλύτερος
Γιατί αυτά τουλάχιστο σκοτώνουν
Για να ζήσουν

Κι ούτε διαθέτουν καν το θείο δώρο
Που εσύ πετάς αλόγιστα διαγράφοντάς το κάθε μέρα
Το μυαλό
Η απουσία του κυριαρχεί στις μέρες μας
Γίνονται όλα άλλωστε ‘’τη ανοχή’’ του

Σαν τα πουλιά

Σαν τα πουλιά τους κόβουν τις φτερούγες
Αηδόνια που τους κλέβουν τη φωνή
Αφήνουν μόνο δυο ματωμένα μάτια που σπαράζουν
Σαν μας κοιτούν όλους εμάς
Τους συνενόχους στη σφαγή αμνών

Χριστέ δε βρίσκεται κανένας απ’ τους μεγάλους
Εκείνους που κρατούν στα μαλθακά τους χέρια
Τις τύχες και τη μοίρα αυτού του κόσμου
Να σηκωθεί από τον καναπέ της ασφαλείας;

Ας χύσει έστω το ουίσκι του στα μούτρα τους
Ας φτύσει οργή μ’ αυτήν την ξύλινη του γλώσσα
Για κείνα τα παιδιά του μαρτυρίου
Τα παιδιά του Ιράκ

Εκείνα που δεν θα παίξουν σε αλάνες
Δεν θα χαμογελάσουνε ξανά
Ούτε θα δουν τα θαύματα του κόσμου

Θα φύγουν δίχως να γνωρίσουνε τον ήλιο
Μέσα σ’ ένα πρόχειρο κασόνι ή σε ομαδικό τάφο
Ή ίσως γίνουν σκόνη στον αέρα
Οι '‘έξυπνες βόμβες’’ ξέρουνε πού πέφτουν
Αυτές ακόμα και να διαλέγουν ξέρουν

‘ ‘Σκοτώστε το μέλλον!’’ η εντολή
Το δέντρο δε φυτρώνει χωρίς ρίζες

Πεθαίνουν μόνο μ’ ένα πελώριο γιατί
Σφραγίδα πόνου μέσ’ το βλέμμα

Κι αν είναι τυχερά
Στην αγκαλιά της μάνας τους
Τουλάχιστον να μη φοβούνται

Ο θάνατος φοράει σήμερα
Φτερούγες από γκρίζα σίδερα

Για σας κλαίω παιδιά του Ιράκ
Που δεν θα μεγαλώσετε

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή του 2000’’Τα μεθυσμένα αρώματα’’

Κυριακή, 9 Ιανουαρίου 2011

ΛΑΧΤΑΡΩ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΣΟΥ ΜΑΝΑ

ΛΑΧΤΑΡΩ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΣΟΥ ΜΑΝΑ

Λαχταρώ την αγκαλιά σου μάνα
Τα λόγια που μου’ λεγες
Πριν βυθιστώ στου ύπνου τις νεφέλες
Τα παραμύθια και τα νανουρίσματα
Κι αυτό το χάδι
Άγγιγμα φτερού

Τόσα χρόνια πεθαμένη
Ακόμα μ’ αγγίζεις
Κάθε βράδυ στο προσκεφάλι μου
Μια καληνύχτα-θωπεία αποθέτεις
Στα βαμμένα μαλλιά μου
Άγγιγμα αγγέλου

Λαχταρώ το γέλιο σου μάνα
Κελαρυστό και γάργαρο
Μια πινελιά άλικο με χάσικο λευκό
Πάνω σε πρόσωπο σταρομελάχρινο
Κερί που φώτιζε σκοτάδι

Σπουδαία η ομορφιά σου λέγανε πολλοί
Μα της ψυχής σου η ομορφιά
Όλα τα σκέπαζε τα υπόλοιπα

Λαχταρώ τον καφέ σου μάνα
Κείνον που μοιραζόμαστε στα δύσκολα
Μα και στα εύκολα τα καθημερινά
Σκέτο ελληνικό
Με κουλουράκι όμως
Και την πίτα σου τη μοσχομυριστή
Να συνοδεύουν την ατέλειωτη κουβέντα

Τη μέρα της κηδείας σου
Ήπια τον τελευταίο ελληνικό

Αν ήταν να ξαναγυρίσεις μάνα
Εγώ
Κλωστή θα γινόμουν για το κέντημα σου
Λουλούδι στο βάζο σου-μια ανεμώνα-
Πηγής νερό κρυστάλλινο να με γευτείς
Σταγόνα άρωμα να μ’ αποθέσεις στο λαιμό σου
Το μαγικό βοτάνι για να μην ξαναπεθάνεις
Ένα φιλί του πατέρα που δε χόρτασες ποτέ σου
Για σένα θα γινόμουν μάνα

Άσπρισα
Κι όμως περιμένω να με πάρεις απαλά απ’ το χέρι
Όπως τότε
Και να μου δείξεις από την αρχή τον κόσμο μάνα

Μόνο εσύ τον έκανες να φαίνεται ωραίος

Από την ποιητική συλλογή’’Στον κήπο της μνήμης''εκδόσεις Γαβριηλίδης 2011