Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

Φερνάντο Πεσσόα

Η βαθύτατη ενδοσκόπηση μιας μοναχικής συνείδησης


Ταξιδευτής και περιηγητής της εσωτερικότητας, της προσποίησης, της παραδοξότητας και της περιχαράκωσης, ο Fernando Antonio Nogueira De Seabrex Pessoa είναι ποιητής και μύθος ποιητικός. Ισόβια μόνος , παθολογικά ντροπαλός και ταυτόχρονα αλαζόνας, ντυμένος πάντα στα σκούρα, με το αιώνιο μαλακό καπέλο, το παπιγιόν και την γκρίζα καμπαρντίνα του, κοσμοπολίτης ωστόσο και εθνικιστής, μυωπικός και οραματιστής, αιρετικός και διάφανος σαν σκιά, κουβαλάει το σταυρό του χωρίς να καταθέτει τα όπλα, χωρίς να επουλώνει τα τραύματα της μοναχικής του πορείας, ενώ ταυτόχρονα γνωρίζοντας άριστα όλες τις διαστρωματώσεις του ανθρώπινου ψυχισμού, περιγράφει και εμβαθύνει στα καθημερινά αθέατα. Αρχή του: ’’ η αποχή από την πράξη.’’
Στην αποφθεγματικότητα της γραφής του έχει ικανό μερίδιο η φιλοσοφική ενατένιση και η υπαρξιακή αναζήτηση. Ο Φερνάντο Πεσσόα δεν είναι μουσικός ποιητής, ούτε λυρικός, ούτε πλαστικός κατορθώνει να είναι. Κι ωστόσο με τόσο γυμνή φράση, με τόσο ακατάστατη γλώσσα, με περιορισμένο ουσιαστικά κύκλο νοημάτων, χωρίς φαντασία, χωρίς διάχυση ούτε έξαρση, κατορθώνει να κατακτήσει το άγνωστο μέσα μας. Κατορθώνει να μας υποβάλλει και να μας επιβάλλει το νόμο της ποίησής του.

Ο στίχος του απλώνεται, εισχωρεί, διαπερνώντας τα μύχια της ψυχής μας και κατασταλάζει αμετακίνητος στα μυστικά εκείνα βάθη, όπου αγρυπνά ο πιο ευαίσθητος εαυτός μας, δημιουργώντας μια υποβλητική, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα , ένα ‘’προσκύνημα στο μυστήριο και τη γνώση’’. Παρασυρμένοι από την γοητεία του, δεν μπορούμε παρά να του παραδοθούμε ανυπεράσπιστοι.
Όλο του το έργο, από το συγκλονιστικό ‘’Βιβλίο της ανησυχίας ‘’,ένα από τα πιο σημαντικά έργα της λογοτεχνίας, του εικοστού αιώνα, που ο Πεσσόα έγραφε καθόλη την διάρκεια της ενήλικης ζωής του, από το 1913 μέχρι το 1935, ένα έργο με εκπληκτική γλώσσα, μια αναφορά σε «πρωταρχικές» έννοιες/σύμβολα ,ένα συνονθύλευμα σκέψεων, εντυπώσεων, αφηγήσεων και περιγραφών εν είδη ημερολογιακών καταγραφών, που συνθέτουν εντέλει ένα σύγχρονο αντί –μυθιστόρημα, μέχρι το απάνθισμα των στοχασμών, επιγραμματικών αφορισμών και στίχων που παρατίθενται στο βιβλίο ’’Πίσω από τις Μάσκες’’, καθώς και τα προπλάσματα των θεατρικών δραματικών έργων του ,με τίτλο ’’Ταξίδι στην Άβυσσο’’, συνδυάζουν την φιλοσοφική αφήγηση με την ποίηση, όλα τα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα αλλά και τις εμμονές που κατατρύχουν τον ποιητή, χαρίζοντάς μας την ηδονή της γλώσσας και των λέξεων.
‘’Μια άβυσσος πολλαπλή και δίχως πάτο, η αλήθεια που μιλάει κατά λάθος’’ , ή ‘’σας δίνω την σιωπή μου, για να μάθετε πως αυτό που είναι τα πάντα, υπάρχει μέσα στην καρδιά. Σας δίνω την πίκρα μου, για να γίνετε σαν εμένα, που θυσιάστηκα από τη σάρκα του κόσμου και την πολλαπλότητα της γης’’. Η βαθύτατη ενδοσκόπηση μιας μοναχικής συνείδησης, περιπλανώμενης στα βάθη της σκέψης και του ονείρου, σε μια ατέρμονη, σισύφεια προσπάθεια να ανακαλύψει τους μηχανισμούς της. Ο λόγος του Πεσσόα είναι μια παράδοξη μουσική, που δεν κατέχει καμία μουσική αρετή, κι όμως ποθούμε να την ακούμε, νιώθουμε πώς έρχεται από πολύ μακριά κι ακόμα πιο μακριά πηγαίνει.
Η αποφυγή της επίγνωσης του αυθεντικού του εαυτού, παίρνει τη μορφή μιας εσωτερικής πανοπλίας, που τον προφυλάσσει απ’ το ίδιο του το βλέμμα. Από την πανοπλία της απόκρυψης, αυτής που δημιουργεί το ‘’ειδικόν κάλλος’’ της τέχνης του Πεσσόα, μαζί με την σιωπή ή την αποσιώπηση, ο ποιητής προχωρεί πιο πέρα. Υποτάσσεται ολόκληρος στην τέχνη, κάνοντας την Ποίηση κόσμο καταφυγής και σωτηρίας, πεπρωμένο, κάρμα, μοίρα, δημιουργώντας ένα ιδεατό και πραγματικό μαζί κόσμο, με δομή, στέγη και νομοτέλεια αδιάρρηκτη.
Το αρχιτεκτονημένο Σύμπαν του Πεσσόα, που έχει την στερεότητα των ‘’ μεγάλων και υψηλών τειχών’’ του Καβάφη, μες την σιωπηλή του αρμονία, είναι ο χώρος της σωτηρίας του. Κι εδώ θα ήθελα να επισημάνω πώς , δεν είναι τυχαία η συνάφεια και η ταύτιση του ενός ποιητή με τον άλλο. Μάλιστα για τον έλληνα αναγνώστη αποτελεί πλέον κοινό τόπο η ανακάλυψη συγγενειών του Πορτογάλου με τον δικό μας Καβάφη, στη ζωή τους, στην ποιητική τους, στην απήχησή τους, ακόμη και στην όψη τους. Ο Πεσσόα είναι εκείνος ο ποιητής που ξέφυγε από λεκτικούς νεωτερισμούς καταθέτοντας μια πεζογραφική, ελεύθερη ποίηση, αντίστοιχη του ημέτερου Αλεξανδρινού.
Εκεί περιχαρακωμένος θα ισορροπήσει μέσα του την δραματική δυάδα: Πνεύμα ή σάρκα, Δαίμονας ή Άγγελος, ή ακόμα κατασπίλωση ή αγνότητα. Όλη του η ποίηση είναι μια τέτοια αντίσταση, μια αέναη πάλη ανάμεσα σε αδελφές ψυχές , που αλλάζουν ρούχα, συμπεριφορές, ηλικίες, επαγγέλματα, προσωπεία.
Όλα τα πρόσωπα και προσωπεία του με βεστιάριο, αλλά και με τις πληγές του το καθένα, τις αδυναμίες, τα πάθη και τα λάθη τους, δημιουργούν γύρω του ένα αδιάρρηκτο αδιέξοδο, μετατοπίζοντας με αυτό τον τρόπο το δικό του αδιέξοδο. Τολμά ωστόσο να αντικρίζει και να απογυμνώνει με την γραφή, την αδυναμία του να ζήσει.
Η αναζήτηση είναι ο σκοπός, τα πρόσωπα των ετερωνύμων είναι μόνο η αφορμή. Ανάμεσά τους εμπλέκεται το συμβάν που δίνει το ερέθισμα, η μνήμη που ανακαλεί και εξορρύσει γεγονότα και συμπεριφορές και η συναίσθηση που επιτάσσει, τινάζοντας στον αέρα όλες τις βεβαιότητες. Τίποτα δεν τον τραβάει ουσιαστικά στη ζωή, έξω από την ποίηση. Ένας ποιητής ή καλλιτέχνης με φύση, νοοτροπία και διαπαιδαγώγηση διαφορετικές, θα δραπέτευε από τη φυλακή που ήταν το περιβάλλον του. Αλλά η φυγή δεν είναι πάντα δύναμη.
Άλλωστε η ψυχή ενός αληθινού ποιητή παίζεται επικίνδυνα μέσα στην ποίηση. Ή σώζεται ή χάνεται.
Η δυστυχία του Πεσσόα δεν έγκειται — μόνο — στη μιζέρια της καθημερινής του ζωής, στη σωματική του ασημαντότητα, στην ανυπαρξία έρωτα, στην έλλειψη της μητρικής αγάπης και της οικογενειακής εστίας, στη μη αναγνώριση του από την πατρίδα και την εποχή του: είναι μια βαθύτερη υπαρξιακή απελπισία, ενός ανθρώπου που δεν έχει προσδοκίες, ούτε καταφυγή. Κραυγάζοντας απελπισμένα προς τον συνάνθρωπο ο ποιητής ομολογεί την ανεπάρκεια του ‘’ενός’’, την ανάγκη του συνόλου.
Ο Φερνάντο Πεσόα ή ο Άλβαρο ντε Κάμπος ,ο Ρικάρντο Ρέις ή ο Μπερνάρντο Σοάρες –ό ένας για όλους και όλοι για ένα-, με τον ανεξάντλητο πλούτο του έργου του και την ανεπανάληπτη γραφή του, περνάει πλέον στο φόρουμ των Μεγάλων, σαν ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Αυτός ο λαθρεπιβάτης του ίδιου του, του εαυτού , έπλασε την τέχνη, που χαρίζει αθανασία στη θνητότητα.
Και αν είναι αληθινό, αυτό που λέει ο Αντρέ Ζιντ, πώς ‘’όσο βαθύτερα προχωρούμε στον εαυτό μας, τόσο πιο στέρεα αποκαθιστούμε τους δεσμούς μας με τους άλλους’’, τότε ο Πεσσόα θα πρέπει να μας αγγίζει όχι περιστασιακά και επιπόλαια, μα σαν κάποιες κρυφές αιμάσσουσες πληγές, που αιώνια αιμορραγούν και μας βασανίζουν.

Το παρόν είναι ένα απόσπασμα από την ομιλία της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη: ’’Φερνάντο Πεσσόα-Μεταμορφώσεις-προσωπεία’’ που εκφωνήθηκε στην εκδήλωση –αφιέρωμα στον κορυφαίο Πορτογάλο ποιητή, της Λέσχης Ποίησης Ηρακλείου στις 13/12/11στο θέατρο’’ Όμμα Στούντιο’’.
Την αφίσα φιλοτέχνησε ο ποιητής Ζαχαρίας Κατσακός.


Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013


Συμμετοχή στον ποιητικό μαραθώνιο ανάμνησης των εκδόσεων Γαβριηλίδης για τον Αργύρη Χιόνη
19 Ιανουαρίου 2013

Ο ωραίος των χωμάτων

(Στον ποιητή Αργύρη Χιόνη)


Στον τοίχο απέναντι διάφανες σκιές ονείρων
Επιστρέφουν πολλαπλά γυάλινα προσωπεία

Μαλακό, κυματιστό χρυσάφι τα φώτα της νύχτας
Γλιστρούν ανάμεσα στο αγέλαστο, ασκητικό πρόσωπό σου
Με τον σκούφο τον μάλλινο, τ’ ασημόγκριζα γένια
Και τα μάτια, δυο μαύρες ελιές

Ένας ξυπόλητος άνεμος περιπλανιέται ξάγρυπνος
Στα καλντερίμια φωνάζοντας το θάνατό σου

Σ’ έκτακτο παράρτημα εφημερίδας

Είχε η ψυχή σου βαρυνθεί
Γράφοντας τόσους στίχους για το τέλος

Πολύ φοβόσουνα εσύ ο ωραίος των χωμάτων
Μη φύγεις ξαφνικά

‘’Γιατί αντιστέκεται το πνεύμα μου
Στο βελουδένιο σάβανο του ύπνου;’’


Κι οι νύχτες του Θροφαρί μάτωναν
Από τα νύχια της αγρύπνιας σου

Έγραψες ποιητή ’’Στο υπόγειο’’
‘’Σ’ αυτό τον τόπο θέλω να βρεθώ
όπου ηρεμεί, όπου κοιμάται ο χρόνος,
επιτέλους’’


Όταν κοιμήθηκες εσύ τον αιώνιο ύπνο
Δίπλα σου αποκοιμήθηκε κι ο χρόνος

Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη-Ηράκλειο Κρήτης

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

ΔΥΟ ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΑΚΟΣ

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

Ο ωμός λόγος όσων έχουν δει την ψυχή τους να καίγεται, έχει τόση δύναμη από μόνος του, ώστε ωχριά μπροστά του κάθε λογοτεχνικό φτιασίδι. Αναφέρομαι στα ‘’Δυο μικρά πεζά’’ του Νεοελληνιστή φιλολόγου( κατόχου D.E.A )και Κριτικού Λογοτεχνίας Ζαχαρία Κατσακού, που συμπεριέλαβε στο τεύχος 91, το καταξιωμένο λογοτεχνικό περιοδικό ’’Εντευκτήριο’’.
Παρόλο που το corpus των κειμένων καθώς και η θεματική τους , ιδιαίτερα στο‘’ Στα δόντια’’ , θυμίζει λίγο θρίλερ, διαβάζοντας το κείμενο αισθάνεσαι ένα σφίξιμο στο στομάχι, ένα ανακάτεμα, είναι τόσο ζωντανές οι εικόνες που παρελάζουν μπροστά στα μάτια σου μέσω των σχολαστικά διαλεγμένων λέξεων, που σε ωθούν να σταματήσεις εκεί. Να κλείσεις το βιβλίο και να μην επιτρέψεις στις ασπρόμαυρες φελινικές φωτογραφίες να σε πληγώνουν άλλο. Δεν μπορείς όμως.
Γιατί αισθάνεσαι μια διαλεκτική έλξη, παίρνοντας στο κατόπι τις μαινάδες λέξεις, περιφέρεσαι πλάνης ανάμεσα σε μυστηριακούς τόπους επικοινωνώντας με την φύση στο ‘’Ντυμένη με σκιές’’ ’’Οι φθόγγοι που στριφογύριζαν τώρα σαν τις μέλισσες γύρω απ’ το νου μου, έφτιαξαν κάστρα σαν κουκούλια που οι λέξεις υφαίνουν και κρέμονται απ’ τα κλαδιά παλιάς μουριάς''-με τη θάλασσα-''μίλησέ μου νερό''- με την ομίχλη-''Κι από τα μάτια των κρανίων έβγαινε άλλη ομίχλη, γαλάζια και σπειροειδής''. Αισθάνεσαι την αχλή του χρόνου-''ν’ ανοίγει διάπλατα τα χέρια σαν παραθύρια και να μιλά με τις σκιές''-, το ημίφως -''χρώμα πίσσας στην αρχή, μαύρο σύκο μετά, ακτινωτές διαχύσεις πορφύρας στο τέλος''-, θέλεις να στοχαστείς για ώρες πάνω στη φράση ’’Οχτώ χρονών ήταν τότε που πήρε το δώρο απ’ τον πατέρα της κι ο θάνατος είχε μεγαλώσει μαζί της, ήταν δίπλα της σιωπηλά τόσον καιρό, σκεπασμένος με βελόνες χρόνου’’.
Ο ποιητικός με τον πεζό λόγο του λογοτέχνη έχουν απίστευτη δύναμη, διαθέτουν συνάφεια μεταξύ τους, ενώνοντας την δυναμική τους θα έλεγα, όπως η ανάμειξη δυο ισχυρών χρωμάτων στην παλέτα του ζωγράφου, που θα δώσει το αποτέλεσμα μιας ακόμα πιο δυνατής απόχρωσης, εκείνης που θ’ αγγίξει μιαν ανατριχιαστική τελειότητα. Αυτή την τελειότητα ο Ζαχ. Κατσακός , παρόλο που τα πεζά και τα ποιήματά του είναι ελάχιστα, την έχει ήδη κάνει κτήμα του. Τούτο το πετυχαίνουν ελάχιστοι δημιουργοί.
Ενώ και στα δυο κείμενα υπάρχει αυστηρή λιτότητα που απογυμνώνει χειρουργικά και τελετουργικά όλο το πεζό, είναι γεγονός πως η αφαίρεση, η απόλυτη απογύμνωση από το παραμικρό ίχνος λυρισμού, γλυκερότητας ή εντυπωσιασμού έχει αλλού την αφετηρία της.
Στον μαγικό ρεαλισμό, τον στοχασμό και την αναμέτρηση με το θάνατο, τον σκοτεινό κόσμο των ονείρων, την απόλυτη διαύγεια που είναι συγχρόνως απόκρυψη, αφήνοντας στον αναγνώστη να βγάλει τα συμπεράσματά του.
Ο λόγος του Ζαχ. Κατσακού θυμίζει ένα μαυρόασπρο κινηματογραφικό όνειρο φτιαγμένο από ποίηση, μαγεία, μεταφυσική. Βρίσκω επιρροές απ’ τον Μπωντλαίρ, τον Πόε, τον Καρυωτάκη, τον Λόρκα, τον Μάρκες, τον Μπουλγκάκωφ, τον Χουάν Ρούλφο. Αν ήταν πίνακας θα ήταν Φράνσις Μπέικον, Γκόγια , Νταλί. Αν ήταν ταινία θα ήταν Φελίνι, Μπέργκμαν , Ταρκόφσκι. Και αν ήταν μουσική θα ήταν Μάλερ.
Ας μην ξεχνάμε ότι όλοι μας είμαστε τα διαβάσματά μας, οι εμπειρίες, οι φθορές και τα σημάδια μας. Στην ισχυρή αντήχηση του παρελθόντος, στηρίζουμε το δικό μας, κατάδικό μας Σύμπαν.