Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014
























Εμπνευσμένο από το σύνολο του έργου του Γιάννη Τσαρούχη

και τους πίνακες του Κλωντ Μονέ

της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη

Αν ήμουν ο Τσαρούχης

Καθώς περνοδιαβαίνω εκστατική
Την Πινακοθήκη
Του Musee dOrsay των Παρισίων
Κάνω τη σκέψη

Όπως ο Μονέ ζωγράφιζε
Παραμυθένιους κήπους

Λίμνες με νούφαρα αχνογάλαζα
Γεφύρια καμπυλόγραμμα
Και ηλιοβασιλέματα χρυσές βεντάλιες

Έτσι θα σού πρεπε
Κάποιος Μεγάλος ν’ απεικόνιζε
Το θείο θάμβος της νεότητας
Με τον χρωστήρα του

Αν ήμουν ο Τσαρούχης θα σε ζωγράφιζα
Με την ταπεινή μεγαλοπρέπεια
Του νέου του Θέρους
Στις’’ Τέσσερις εποχές’’ του

Θηρίο ανίκητο η επιθυμία
Να σ’ αντικρίσω με γυμνό το στέρνο


Από ανέκδοτη ποιητική συλλογή 

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

‘’Ετούτο είν’ ωκεανός’’

Δημήτρης Χατζηκωνσταντίνου

Εκδόσεις Ταξιδευτής
           
Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

Κάνοντας κατάδυση χωρίς αναπνευστήρα στα άνομα της νύχτας, στο πνιγερό ημίφως του υποκόσμου, εντρυφώντας στους σκληρούς και άγραφους κανόνες των ευδαιμονικών αλλά αδυσώπητων ‘’παραδείσων’’ των ναρκωτικών, επιστρατεύοντας παράλληλα μια συγκλονιστική εκδοχή ρεαλισμού, σε μια ιστορία που κάλλιστα θα μπορούσε να είναι αληθινή,  ο συγγραφέας Δημ. Χατζηκωνσταντίνου μας παραδίδει το έβδομο βιβλίο και δεύτερό του μυθιστόρημα, με τίτλο ‘’Ετούτο είν’ ωκεανός’’ , που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ταξιδευτής.

Ο εκπαιδευτικός και σεμνός δημιουργός που τιμά μέσα από τα έργα του την δεύτερη του πατρίδα, την Κρήτη, δίχως ωστόσο να ξεχνά και τον τόπο καταγωγής του, τη Χάλκη της Λάρισας, έχει ήδη επιχειρήσει να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο δύσκολο, λογοτεχνικό είδος, (πρώτο του μυθιστόρημα το Τετράδια ονείρων το 2006). Νωρίτερα είχε θητεύσει στο χώρο του διηγήματος, Μονόστηλο 2001 και Terra Santa 2004, του παραμυθιού (Ήλιε μου 2011), αλλά και στην Ιστορία της Κρήτης για μαθητές του Δημοτικού (1995), συν το Ημερολόγιο του 2010 με θέμα την Κρήτη . Με σκευή πολύτιμη λοιπόν,  όλα τα ανωτέρω του έργα,  αυτή την φορά τολμά να επιχειρήσει κάτι το εντελώς διαφορετικό.

Βυθίζοντας το μαχαίρι μέχρι το κόκαλο, επιχειρεί μια βαθιά τομή στο κακό και τη ρίζα του, που πηγάζει και εκτρέφεται μέσα στους κόλπους μιας οικογένειας.

 Όλα σχεδόν τα βιβλία του Δημήτρη Χατζηκωνσταντίνου διαπνέονται από μια αμείωτη ένταση που γίνεται εύκολα μεταδόσιμη στον αναγνώστη, καθώς απευθύνονται μεν στο συναίσθημα αλλά και σε κάτι βαθύτερα υπαρξιακό, κάτι που αγγίζει τη φύτρα μιας ανέκφραστης μελαγχολίας, ενός εσωτερικού σπαραγμού, φτάνοντας πολλές φορές στα όρια του μεταφυσικού.

Ας σταθούμε για λίγο στον τίτλο του βιβλίου: ‘’Ετούτο είν’ ωκεανός,’’ στίχος αντλημένος από το γνωστό τραγούδι «Άμα περάσει τούτο δω» του σπουδαίου Άκη Πάνου από τον δίσκο ‘’Παρών’’ που κυκλοφόρησε το 1977. Ας σημειωθεί ότι πολλά τραγούδια-ποιήματα του Άκη Πάνου τραγουδήθηκαν και βρήκαν πλατιά απήχηση στον κόσμο, που τον αγάπησε γι’ αυτά τα δώρα του λόγου που εποίησε.(Κάποιοι ίσως να τον ‘’ακύρωσαν’’ στην πορεία για κάποιες- τραγικά μη αναστρέψιμες- πράξεις του).

‘’Ετούτο είν’ ωκεανός’’, δηλαδή τούτο εδώ το πράγμα, το βίωμα, το συναίσθημα, είναι πόνος δυσβάσταχτος, βαρύς, ασύλληπτος. Όπως ένας ωκεανός που δεν μπορείς εύκολα να τον διαβείς. Τεράστιος ο όγκος του, απροσμέτρητο το βάθος, επικίνδυνη η προσέγγιση, πόσο μάλλον ο διάπλους…

Ας έρθουμε όμως στην ίδια την ιστορία του βιβλίου: Ένας άνδρας του υπόκοσμου, της νύχτας, του περιθωρίου, των ναρκωτικών έχει αποδράσει από την Αθήνα και τον κακό εαυτό του και έχει εγκατασταθεί σε ένα νησί της άγονης γραμμής, όπου προσπαθεί να κάνει μια νέα αρχή, κρυφά από όλους, αλλάζοντας το όνομά του και τις συνήθειές του. Διατηρεί ταβέρνα δίνοντας ζωή σε μια εγκαταλελειμμένη περιοχή του νησιού, ώσπου δολοφονείται, θύμα στην ουσία του άγριου παρελθόντος του, που τον καταδιώκει σαν ερινύα. Ο άνδρας αυτός είναι ο Σάββας Αϊβατζόγλου, ο οποίος κρύβεται πίσω από το όνομα Κυριάκος Παλαιολόγου. Το παρελθόν του το στοιχειώνουν το κύκλωμα της ανομίας και ο φόνος ενός από τους συνεργάτες-βαποράκια του.
Μια ιστορία που ξεκινά από το τέλος. Για να αποδείξει πως η λύση, τελικά, της εξίσωσης βρίσκεται στην αρχή. Και ότι το πιο μεγάλο μυστήριο είναι ο εαυτός μας και η οικογένεια, ίσως γι' αυτό γράφουμε και ξαναγράφουμε όλοι μας το ίδιο βιβλίο, προσπαθώντας να ρίξουμε φως στα δικά μας σκοτάδια.
Ο φόνος του κεντρικού ήρωα σηματοδοτεί την αρχή, στη συνέχεια όμως η ιστορία επιστρέφει από το σήμερα στο χθες και τανάπαλιν, με συνεχή φλας μπακ , που σκηνογραφούν με μαεστρία την πλοκή. Ο Δημήτρης Χατζηκωνσταντίνου, χρησιμοποιώντας την τεχνική του εγκιβωτισμού -αλληλένδετα γεγονότα, που ξεπηδούν ολοένα μέσα από το αφηγηματικό σώμα του κειμένου ως αναμνήσεις ή υποστηρικτικά στοιχεία , που συνάδουν και περιπλέκονται περίτεχνα  γύρω από τον κεντρικό πυρήνα του μύθου-, αποδεικνύει ότι είναι συγγραφέας της παρατήρησης, της επισήμανσης, της αναφορικότητας, της υπερκείμενης ανατροπής.

Οι τόποι όπου εξελίσσεται η ιστορία ενός σκληρού νουάρ, -που δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από τα αντίστοιχα διάσημων συγγραφέων-  και σκηνοθετούνται τα -εντυπωσιακά σε ένταση και οπτική- πλάνα της, είναι η ελληνική επαρχία και στο κλεινόν άστυ της πρωτεύουσας, στον απόηχο της μετεμφυλιακής, χουντικής και μεταπολιτευτικής περιόδου.

 ‘’Στο περιθώριο μιας κοινωνίας σε κρίση, όπου κυριαρχεί η νύχτα με τους ανθρώπους της, οι ήρωές της παλεύουν απεγνωσμένα με τους εφιάλτες που τους στοιχειώνουν. Τα ναρκωτικά, το εμπόριο λευκής σαρκός, η προστασία από ανθρώπους της νύχτας μαζί με ανομολόγητα μυστικά, οδηγούν τους ήρωες σε έναν κόσμο που σιγά-σιγά τους τραβάει στη δίνη του’’, μας λέει ο ίδιος ο δημιουργός, ο οποίος πλάθει ήρωες που προέρχονται μεν από διαφορετικό κοινωνικό περιβάλλον,  συνδέονται όμως με πολλά κοινά, καλά κρυμμένα μυστικά.

Η μάνα από τη μια οικογένεια και ο πατέρας από την άλλη είναι τα τραγικά πρόσωπα του μύθου. Σε δυο κεφάλαια του βιβλίου αφηγούνται οι ίδιοι σε πρώτο πρόσωπο τη ζωή τους. Ο θάνατος είναι το κοινό στοιχείο που τους ενώνει και τους χωρίζει ταυτόχρονα. Δεν μπορούμε να μη σταθούμε στην τέχνη του συγγραφέα,  καθώς αποδίδει με αδρές, φαιές- σκαιές πινελιές  το πρόσωπο της μάνας, αθώου θύματος των συνθηκών της παιδικής ηλικίας αλλά και του έγγαμου βίου της στη συνέχεια, αφού ο χαμός του πρωτότοκου παιδιού της στην τρυφερή ηλικία των τεσσάρων χρόνων, είναι το γεγονός που της σημάδεψε τη ζωή, σφραγίζοντας παράλληλα τη σχέση της με το μετέπειτα αγόρι, τον πρωταγωνιστή της ιστορίας, στο οποίο και έδωσε το όνομα του πρώτου, για να μην ξεχνά εκείνη και ξεχαστεί εκείνος ποτέ…

 Σ’ αυτό το ενδιάμεσο διάστημα ενός θανάτου και μιας γέννας-ανάστασης(υποτίθεται, αλλά φευ) των δύο παιδιών, που έγινε σκοτεινό φαράγγι για την ίδια, καταβαραθρώθηκε η ζωή της, αλλά και η ζωή του πατέρα που αυτοκτόνησε απ’ τη θλίψη του. Στο ίδιο βάραθρο γκρεμίστηκε και η παιδικότητα του δεύτερου παιδιού,  που μοιραία και αποπνικτικά ταυτιζόταν από την ίδια τη μητέρα του με το άμοιρο πρώτο.
Τα ανολοκλήρωτα πένθη και τα ανεπούλωτα τραύματα που αέναα αιμορραγούν, -απόρροια τραυματικών βιωμάτων που πηγάζουν και συντηρούνται μέσα και από την ίδια την οικογένεια-, έχουν σαν αποτέλεσμα την αναζήτηση της λήθης μέσω –αλίμονο- του τεχνητού ‘’παράδεισου’’ των ναρκωτικών.

Καθαροί μικροαστοί οι περισσότεροι ήρωες δρουν με κινηματογραφικό τρόπο -σε ρεαλιστικές σκηνές αφήγησης, που αποτυπώνονται έντονα σε έντεχνα πλάνα-, επιδεικνύοντας πολλάκις παραβατική συμπεριφορά. Άλλοτε πάλι παραπαίοντας, επιλέγουν να φερθούν προστατευτικά και με αγάπη, συζητώντας και καταγγέλλοντας, προσπερνώντας εμπόδια, κάποτε ειρωνευόμενοι και σαρκάζοντες , επιχειρώντας μ’ αυτό τον τρόπο να καταστήσουν σαφές πως, πάνω απ' όλα, τους ενδιαφέρει το οικογενειακό καλό –έστω και αν αυτό,  από μια αλληλουχία τραυματικών γεγονότων, έχει μείνει λειψό– και, επιπλέον, υποστηρίζοντας ότι η ατομική τους ελευθερία και η προσωπική τους απεξάρτηση εξαρτάται, από το αν θα βάλουν ταφόπλακα στο χθες που τους ματώνει και ματαιώνει και ν’ αρχίσουν να βλέπουν τα πράγματα μέσα από μια νέα οπτική.

Ο λόγος του Χατζηκωνσταντίνου είναι απλός, λιτός και ουσιαστικός. Δεν φοβάται να μιλήσει τη γλώσσα του υποκόσμου, των πεζοδρομίων,(διακρίνεται ολοφάνερα η έρευνα και η μελέτη που έχει κάνει, για να μπορέσει να αποδώσει με τέτοια πειστικότητα αυτό τον επίπλαστο ‘’άλλο’’ κόσμο),δεν διστάζει στιγμή να κυλιστεί στον ίδιο το βούρκο που κυλιούνται οι άρτια πλασμένοι χαρακτήρες του, να ταυτιστεί μαζί τους και αυτός, αλλά και ο ασθμαίνων αναγνώστης πλάι του.

Δεν χαρίζεται σε κανέναν, ούτε καν στον εαυτό του. Δεν φλυαρεί. Δεν ωραιοποιεί. Μεγάλα προτερήματα για ένα συγγραφέα. Με οικονομία και ακρίβεια μεταδίδει στον αναγνώστη, πότε με τριτοπρόσωπη αλλά κυρίως με πρωτοπρόσωπη αφήγηση, τον παλμό των συναισθημάτων των ηρώων , ενώ μ’ ένα μαχαίρι σκαλίζει τις σχέσεις μέσα από την επίφαση της εικόνας και την τραγικότητα της πραγματικότητας, αναζητώντας τη δυνατότητα της αγάπης να αναδυθεί και να ανθίσει κάτω από το λαμπερό φως της αλήθειας , κλείνοντας κατάμουτρα την πόρτα στο σκότος και τα ειδεχθή παράγωγά του.

Μια πολύ καλή προσπάθεια σ’ ένα απαιτητικό και τολμηρό θέμα, από ένα ακαταπόνητο συγγραφέα, που μας εκπλήσσει  ευχάριστα. Από καρδιάς εύχομαι, καλοτάξιδο, σ' ανοιχτά πέλαγα κι ωκεάνιους δρόμους…Είθε ν' αράξει σε όσο το δυνατόν περισσότερες αγκαλιές αναγνωστών.

.


Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

‘’Στα σκαλοπάτια τ’ Ουρανού’’

Ευρυδίκης Λειβαδά
 
Εκδόσεις Λιβάνη

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

''Η δυναμική επάνοδος του ιστορικού μυθιστορήματος οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι το παρελθόν αποτελεί αντικείμενο επανεξέτασης και αναστοχασμού. Οι μάχες του παρελθόντος, που είναι αναπόφευκτα και διαμάχες ταυτότητας, είναι αυτές που έδωσαν μια νέα ώθηση στο ιστορικό μυθιστόρημα, ένα δύσκολο και απαιτητικό είδος , αφού απαιτεί από τον συγγραφέα που θα το τολμήσει, ενδελεχή έρευνα, συγγραφική τέχνη, εγκυρότητα αλλά και αφηγηματική γλαφυρότητα.''Αναφέρει ο καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμπιγχαμ της Αγγλίας, Δημήτρης Τζιόβας σε μια συνέντευξή του στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό ''Διάστιχο.''

Κεφαλλονιά, 19ος αιώνας. Καταπίεση, εγερτήρια κατά των τυράννων, αγρύπνια στο ναό της λύτρωσης.

Αγώνες κάθε λογής για δικαιοσύνη, αδελφοσύνη, ισότητα.
Μια αξιοθρήνητη ιθύνουσα τάξη, αλλοτριωμένη, εχθρική, παραπλανημένη, άπληστη κι επιρρεπής στα κελεύσματα και στην εφήμερη λάμψη και ισχύ των αποικιοκρατών.’’

Η πεπειραμένη ιστορικός και συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά, φαίνεται να προσεγγίζει με μαεστρία την χρονική απόσταση, και όχι μόνον, των σημερινών Ελλήνων πεζογράφων, με τους μεγάλους εκείνης της σπουδαίας γενιάς των Καραγάτση, Μυριβήλη, Τερζάκη, Αθανασιάδη, αποδεικνύοντας περίτρανα την παιδεία και την ευρυμάθειά της, χρωματίζοντας περίτεχνα στον καμβά του πρόσφατου ιστορικού μυθιστορήματός της ‘’Στα σκαλοπάτια τ’ ουρανού’’, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη, τα πρόσωπα-φανταστικά και αληθινά- μιας δύσκολης και σκοτεινής εποχής.

 Το πόνημά της δεν είναι εύκολο σε κάθε περίπτωση, διότι –πρωτοτυπώντας- τοποθετεί την κεντρική δράση του έργου σε μιαν ελάχιστα γνωστή  χρονική περίοδο,  (1822-1849), στο πανέμορφο και πολύπαθο νησί της Κεφαλλονιάς.

Με το έξυπνο πρόσχημα του ημερολογίου, ένας από τους κεντρικούς ήρωες  ο λόρδος Χένρυ Τίμοθι Κοουλντριτζ, συνεργάτης του Νέιπιερ, Άγγλου διοικητή της Κεφαλληνίας,  αρχής γενομένης τον Οκτώβριο του 1822, αρχίζει να περιγράφει κομμάτια από την συγκλονιστική, προσωπική του διαδρομή-συμπεριλαμβάνοντας ευθύς εξ αρχής μια συνάντηση με τον λόρδο Βύρωνα - μια ελκυστική από κάθε άποψη αφήγηση- κατά την επίσκεψη του Άγγλου φιλέλληνα στο Αργοστόλι, λίγο πριν εκείνος φύγει για το μαρτυρικό Μεσολόγγι.

Η τριτοπρόσωπη αφήγηση εναλλάσσεται με την πρωτοπρόσωπη , αποκαλύπτοντας τον πλούτο του κειμένου και την δραματική πλοκή -που βρίθει ιστορικών στοιχείων τοποθετημένων με μαεστρία την κατάλληλη χρονική στιγμή-απηχώντας στον αναγνώστη, ο οποίος παρακολουθεί στενά και με αγωνία
τα δρώμενα, ανάμεσα στις οικογένειες του Χένρυ Τίμοθι Κοουλντριτζ και της Στεριάνας Τζεντίλη, ενός υπέροχου και πολύ ερωτευμένου ζευγαριού που χάνεται πρόωρα σε ατύχημα, αφήνοντας πίσω τους ορφανή την μικρή κόρη τους- την ευαίσθητη και ευγενική Κυμώ –καθώς και ένα επτασφράγιστο μυστικό, που η αποκάλυψή του θα αλλάξει τον ρου των γεγονότων .

Η Κυμώ αποτελεί την κεντρική πρωταγωνίστρια του έργου, μαζί με την εξαδέλφη της, την αιθέρια καλλονή και αινιγματική Σεμίνα, θυγατέρα του σερ Έρνεστ Χάντλε'υ΄ κ της Μάργκαρετ Κόουλριτζ. Οι υπόλοιποι ήρωες που σκιαγραφούνται με δυναμισμό και έξοχη περιγραφική δεινότητα, είναι αρκετά ενδιαφέροντες, πολυπληθείς και άριστα ενταγμένοι στην πλοκή.

Ενδεικτικά μονάχα αναφέρω τον σερ Τσ. Τζ, Νέιπιερ, Άγγλο φιλέλληνα διοικητή της Κεφαλληνίας, τον δικηγόρο Λυμπέρη Τζεντίλη και την Λαγουρέτα Σιμονέτου, μητέρα του Μικέλη και μετέπειτα μοναχή , τον σερ Αρθουρ Γκίμπον, πάμπλουτο και ανάλγητο γαιοκτήμονα, σύζυγο της Σ. Χάντλε'υ' και τον υιοθετημένο γιο του Μάικλ, μεγάλο έρωτα της Σεμίνα.

‘’ Το μυστικό που συνδέει τους πρωταγωνιστές κρύβεται στην αχλύ μιας ερμητικής μυριόχρονης διαδρομής, όπου στη μια πλευρά κατοικοεδρεύουν η ελευθερία, το πνεύμα, η παιδεία, οι ατέρμονοι ορίζοντες της σκέψης και του Έρωτα, και στην άλλη κυριαρχούν ο σκοταδισμός και η δουλοπρέπεια’’.

Η συγγραφέας αποδεικνύεται μαστόρισσα στην αφήγηση , αφού εστιάζει στην ουσιαστική λεπτομέρεια. Μ’ ένα μεγεθυντικό φακό στο χέρι φωτίζει κάθε φορά και μια άλλη πλευρά της πλοκής, παρασύροντάς μας με την  γοητεία του αφηγηματικού της λόγου. Μέσα απ’ την περιγραφή του μικρόκοσμου των απλών χωρικών -Παγή και Ανεζίνα Σιμονέτου, Τρελο –Φλωριά , του υπηρετικού προσωπικού Βγενούλα, Κερασίνα, Ρούσα, του κλήρου Παπά Φωκά, των προυχόντων του τόπου Δανέλη Μολεζίνη, σερ Αρθουρ Γκίμπον,  ισχυρών ανδρών, όπως των ριζοσπαστών Κεφαλλονιτών ευγενών Νικολό Τυπάλδου Χαριτάτου, και Βουλευτών Γεράσιμου Λειβαδά, Ιωσήφ Μομφεράτου, Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου, - αναδεικνύεται το σύνολο ενός συναρπαστικού θιάσου.

Φυλλομετρώντας τις σελίδες, στήνονται διαρκώς μπροστά μας άκρως παραστατικά δρώμενα: Πολυπληθή και θορυβώδη σουαρέ, πλούσια δείπνα, επώδυνοι ή ευτυχείς γάμοι, εκδρομές, υψηλής σπουδαιότητας συναντήσεις , βασανιστήρια, δολοφονίες, ερωτικά κρυφά ραντεβού, παθιασμένες συνευρέσεις κ.ά., με αποτέλεσμα, υποβοηθούμενο και από το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα , το κείμενο να αποκτά δραματικότητα και αληθοφάνεια.
Στην προσπάθεια συσχέτισης του πραγματικού με το φως του ιδεατού αξιοποιούνται οι ιστορικές πηγές του 19ου αι. και ταυτόχρονα πλάθεται ένας κόσμος ζωντανός, με ανομολόγητες προθέσεις, με ήρωες τρανούς που σφραγίζουν την Ιστορία κι άλλους χαμηλής ηθικής θερμοκρασίας που συνθλίβονται στα περιττά και στα μάταια’’.

Μέσα στο μυθιστόρημα αξιοποιούνται όντως στο έπακρο, διαθέσιμες πηγές αφήγησης, που μας προσφέρει αφειδώς η ελληνική παράδοση και ιστορία. Βασικός στόχος της συγγραφέως είναι να εξιστορήσει την πορεία και τα πάθη των ηρώων, πράγμα που επιτυγχάνει με γλαφυρότητα, βάζοντας στην άκρη τον σκληρό ρεαλισμό και στηρίζοντας περισσότερο το ρομαντικό ρεύμα που συνάδει με την εποχή , ποικίλλοντας την αφήγησή της με στοιχεία ποιητικά και υπερβατικά, παρμένα συχνά από το χώρο των λαϊκών παραδόσεων και των μύθων.

‘’Το διαιώνια αναπάντητο ερώτημα της ελεύθερης βούλησης. Η απόλυτη κυριαρχία του Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος στη ζωή, στην ψυχή, στο αθάνατο.’’
Η χαρισματική ιστορικός και συγγραφέας ,μετατρέπει την  ιστορία σε ένα πολύχρωμο πανόραμα εποχών, συνειδήσεων και επιθυμιών, αποδίδοντας τέχνη με τόση πληρότητα ,που συναντάς μόνο σε προικισμένους αφηγητές, όπως η ίδια. Η Ευρυδίκη Λειβαδά περιπλανιέται πάνω από το υπερβατικό και το μεταφυσικό, προκαλώντας συγκίνηση με τις σπάνιας ευρηματικότητας και μεγάλης εικονοπλαστικής δύναμης περιγραφές της.
Είναι φανερό το ότι η ίδια θέλγεται από τα κλασικά πολύτομα ή πολυσέλιδα μυθιστορήματα- ποταμούς της Ελληνικής αλλά και της  ξένης Λογοτεχνίας , όραμά της είναι να πιάσει τον αναγνώστη από το χέρι και να τον οδηγήσει σε δύσβατα μεν αλλά εξαιρετικά ενδιαφέροντα μονοπάτια, που οδηγούν στο λυτρωτικό τέλος-κάθαρση, μ’ ένα σφιχτοδεμένο κείμενο, που εναλλάσσεται συνεχώς , δίχως αναλυτικές και πολλάκις βαρετές αναφορές.
Σ’ αυτό το ταξίδι η δημιουργός, προσέρχεται πάνοπλη, με πολλή και καλή γνώση της ιστορίας, με αναλυτικές λεπτομέρειες και παραλειπόμενα, με την καθημερινή ζωή των πλασμάτων της να είναι ανάλογη  της εποχής που περιγράφει, του χώρου μέσα στον οποίο κινούνται, με λεπτομερέστατες και ολοζώντανες περιγραφές των οίκων της εποχής,-βρίσκεσαι εκεί ταυτόχρονα κι όλα αυτά τα βλέπεις με τα μάτια του νου μπροστά σου-, των ενδυμασιών, των ποτών και φαγητών, των ιστορικών μνημείων αλλά και των γεγονότων, καθώς και των ηθών και εθίμων.
Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε την εξαιρετική περιγραφή των φυσικών τοπίων της ιδιαίτερης της πατρίδας , της φύσης γενικότερα, που αφήνει να φανεί καθαρά η λατρεία της , η οποία διατρέχει το κείμενο απ’ άκρη σ’ άκρη, για τον γενέθλιο τόπο, την γαλαζοπράσινη Κεφαλλονιά που υπερασπίζεται, προωθεί και κάνει γνωστή με όλο της το είναι.
Οι ήρωες της Λειβαδά είναι άνθρωποι της καθημερινότητας που γεύονται την αποτυχία και σημαδεύονται από αυτήν.Οι δρόμοι τους ταυτίζονται με την πορεία για την ανάκτηση του εαυτού, της χαμένης αξιοπρέπειας, της κλονισμένης αυτοεκτίμησης, με την απόδοση της δικαιοσύνης, της κοινωνικής ισότητας αλλά και του έρωτα και της ηδονικής χαράς, που ασφυκτιά μέσα στα στενά πλαίσια μιας υποκριτικής και πουριτανικής κοινωνίας .

Η περιγραφή της εποχής είναι άκρως πειστική και το σκηνικό που στήνονται γεγονότα και ιστορίες, είναι πλήρως διασταυρωμένο ιστορικά .
Πατώντας επάνω σε αυτό, καταγράφει και εδραιώνει -με μια πολυεπίπεδη, καίρια , απογειωτική γραφή, που η δύναμή της είναι εμφανής, μέσω της λεπτότητας της γλώσσας-,  μια μοναδική δυναμική εξελίξεων, που πηγάζει και τροφοδοτείται από τα πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα- Εθνικά κινήματα στα Ιόνια νησιά, Επτανησιακός ριζοσπαστισμός και σχέση με τις Γαλλικές επαναστάσεις, Άγγλοι στα Επτάνησα, λαϊκές εξεγέρσεις στην Κεφαλλονιά κ.λ.π.-που σαρώνουν τα τέλη του 19ου αιώνα.
Αυτό που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι η συγγραφέας σεβάστηκε και με το παραπάνω την ιστορία , παραθέτοντας στο τέλος σωρεία σημειώσεων και εκτενή βιβλιογραφία,( διατριβές, βοηθήματα, υλικό αρχείων του κράτους, ιστορικές πηγές από λαογραφικά μουσεία, πολύτιμα και σπάνια άρθρα από εφημερίδες της εποχής, γλωσσάρια κ.λ.π.) η οποία είναι τόσο πλήρης και εμπεριστατωμένη, που θα μπορούσες να γράψεις κάλλιστα ένα νέο βιβλίο, που να αναφέρεται στον ίδιο τόπο και χρόνο.

Η παράθεσή τους στο τέλος του έργου μαζί με το ανάλογο γλωσσάρι, που εμπεριέχει την μετάφραση του γοητευτικού επτανησιακού ιδιώματος  και ικανό αριθμό πολιτικών σχολίων, επεκτείνεται σε  ένα μεγάλο αριθμό σελίδων, προσδίδοντας ακόμα μεγαλύτερη σοβαρότητα στο βιβλίο της.

Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε επίσης την παράθεση του γενεαλογικού δέντρου των ηρώων, τις περιόδους του πονήματος, καθώς και τον κατάλογο των βασικών καθώς και των δευτερευόντων προσώπων, που παρατίθενται προς διευκόλυνση του αναγνώστη.

Σ’ ένα εγχείρημα με μεγάλες δυσκολίες και αντιστάσεις, η Ευρυδίκη Λειβαδά κατάφερε να δώσει πνοή και ρυθμό, παραδίδοντάς μας ένα –αντίστοιχο των κλασικών έργων- μυθιστόρημα , με ήρωες που δεν θα ξεχαστούν εύκολα, με παράλληλες ιστορίες που αλληλοσυνδέονται και αργά ή γρήγορα ολοκληρώνονται, αφήνοντας μια γλυκόπικρη -αλλά εξαιρετικής αισθαντικότητας -επίγευση στο τέλος.

Αναμφίβολα, ένα από τα καλύτερα βιβλία στο είδος του.

                            Εύχομαι καλοτάξιδο, μέσα από την καρδιά μου…

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Η Ευρυδίκη Λειβαδά γεννήθηκε στο Αργοστόλι. Σπούδασε πληροφορική σε βρετανικό πανεπιστήμιο και μουσική στο Εθνικό Ωδείο. Εργάστηκε σε μεγάλες επιχειρήσεις και σε ΤΡΆΠΕΖΑ, από όπου παραιτήθηκε για να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη συγγραφή.
Από τα μαθητικά της χρόνια ανέπτυξε πολιτιστικές δραστηριότητες. Συμμετείχε στην ιδρυτική-εκδοτική ομάδα του πολιτιστικού περιοδικού Πνοή, έλαβε μέρος σε τρεις ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής –το 1978 και 1979 (Παλαιό Φάληρο) και το 2001 (Αργοστόλι)–, ενώ παράλληλα έδινε ρεσιτάλ πιάνου σε Αθήνα και Κεφαλλονιά.
Έχει συγγράψει ιστορικές μονογραφίες και μελέτες τοπικού ενδιαφέροντος. Μεταξύ αυτών τα έργα: Ντε Φούκα: O Κεφαλλονίτης τυχοθήρας του 16ου αιώνα, Ανεμομάχοι μύλοι Κεφαλλονιάς - Ιθάκης, Κεφαλλονιά: Το Κάστρο τ’ Αη-Γιώργη (και στην αγγλική), Δήμος Αργοστολίου, Παγκεφαλληνιακός Γυμναστικός Σύλλογος, Αργοστόλι: Η ιστορία της πόλης, Αρχαίοι μύθοι και θρύλοι της Κεφαλληνίας και της Ιθάκης (δίγλωσσο), Στο Κάστρο τ’ Αη-Γιώργη και στην Παναγιά στα Σίσσια, Σύντομη ιστορία Κεφαλληνίας – Από την προϊστορία στον 20ό αι. (και στην αγγλική), Μέρες οργής – Dies Irae, Άννινοι – Βαλέττα, καθώς και τα ιστορικά μυθιστορήματα Fabula (εκδ. Α. Α. Λιβάνη – Αθήνα 2004) και Στα Στενά της Χίμαιρας (εκδ. Κέδρος – Αθήνα 2007). Το τελευταίο αυτό έργο εντάχθηκε στη Short List του ΥΠΠΟ 2008 και μεταφράστηκε στην αγγλική με χορηγία του Ιδρύματος «Μαρία Τσάκος».
Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 αρθρογραφεί σε αθηναϊκές και τοπικές εφημερίδες, στο περιοδικό Εφοπλιστής και στην Ιστορία των εκδόσεων Πάπυρος. Από το 1998 εκδίδει τη βραβευμένη από το Υπουργείο Πολιτισμού Πολιτιστική Επετηρίδα «Οδύσσεια» και διατηρεί σήμερα τη διαδικτυακή της εκδοχή (www.odusseia.gr), έχει συνεργαστεί με εκπομπές-ντοκιμαντέρ της Ελληνικής Τηλεόρασης και συμμετέχει σε επιστημονικά συνέδρια.
Έχει υπηρετήσει ως ειδικός σύμβουλος στο Δήμο Αργοστολίου και είναι μέλος στον Οργανισμό για τη Διαχείριση του Ελληνικού Λόγου (ΟΣΔΕΛ), στο Ινστιτούτο των Ελληνικών Μύλων (ΙτΕΜ), στην Εταιρεία Προστασίας Φύσεως Κεφαλλονιάς - Ιθάκης (ΕΠΦΚΙ), στο Σύνδεσμο Ιστορικών Συγγραφέων Ελλάδος και είναι ιδρυτικό μέλος στον Πολιτιστικό Σύλλογο «Απόλλων Μουσηγέτης».




Τρίτη, 5 Αυγούστου 2014

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

ΤΡΕΙΣ ΝΟΥΒΕΛΕΣ

Το όνειρο ενός γελοίου
Λευκές νύχτες
Ένα γλυκό κορίτσι

Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

Εκδόσεις Γκοβόστη

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

Το όνειρο ενός γελοίου είναι η πεμπτουσία της αγωνίας ενός ανθρώπου που θέλει να αυτοκτονήσει, επειδή, κατά τη γνώμη του αισθάνεται γελοίος, αλλά τον κυριεύει  ο ύπνος προτού επιχειρήσει το ανεπανόρθωτο. Ονειρεύεται την ευτυχία και απολύτρωση από το θάνατο, ονειρεύεται το υπερπέραν που γίνεται όμως όσο πάει και λιγότερο ελκυστικό, κι όταν τελικά ξυπνάει, εγκαταλείπει την ιδέα του θανάτου. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι την εποχή της συγγραφής του έργου (1847) ο Ντοστογιέφσκι επισήμανε ως ένα αξιοσημείωτο κοινωνικό φαινόμενο τον άνθρωπο-ονειροπόλο. Αυτό τον χαρακτήρα θα τον συναντήσουμε ακόμα κ στα άλλα δυο διηγήματα, τις ‘’Λευκές νύχτες’’ κ στο ‘’ένα γλυκό κορίτσι’’. Γράφοντας στην Εφημερίδα της Αγίας Πετρούπολης , χαρακτηρίζει τον ονειροπόλο, ως τύπο ανθρώπου απόλυτα συντονισμένου με την πόλη, η οποία, ειδικά την περίοδο του καλοκαιριού, φαίνεται να ενθαρρύνει την αποξένωση από την πραγματικότητα.

Απόσπασμα:  Είμαι ένας άνθρωπος γελοίος. Τώρα με λένε τρελό. Θα ήταν τίτλος τιμής αν γι’ αυτούς δεν εξακολουθούσα να είμαι το ίδιο γελοίος. Αλλά δεν δυσανασχετώ πια, όλος ο κόσμος μου είναι αρκετά συμπαθής, ακόμη κι όταν με κοροϊδεύουν και θα έλεγε κανείς, πως τότε ίσα ίσα μου είναι συμπαθής. Θα γελούσα κι εγώ μαζί με αυτούς ευχαρίστως, όχι τόσο για μένα, αλλά για να τους κάνω ευχαρίστηση, αν δεν δοκίμαζα τόση θλίψη κοιτάζοντάς τους. Θλίψη να βλέπω πώς δεν γνωρίζουν την αλήθεια, αυτή την αλήθεια που γνωρίζω εγώ. Τι σκληρό είναι να την γνωρίζεις μόνος εσύ! Αλλά δεν θα καταλάβουν.. όχι, δεν πρόκειται να καταλάβουν..
Άλλοτε υπέφερα πολύ να περνώ για γελοίος δεν φαινόμουν. Ήμουνα. Υπήρξα πάντα γελοίος και ξέρω ότι αναμφίβολα είμαι από γεννησιμιού μου. Θα μουν δε θα μουν επτά μόλις χρονών όταν κατάλαβα πως ήμουνα γελοίος. Ύστερα σπούδασα στο πανεπιστήμιο –και όσο σπούδαζα τόσο περισσότερο καταλάβαινα πόσο ήμουν γελοίος. Έτσι που όλη η πανεπιστημιακή μου μόρφωση φαινόταν να μην υπάρχει παρά για να μου δείξει και να μου εξηγήσει, όσο εντρυφούσα σ’αυτήν, πως ήμουν γελοίος. Χρόνο το χρόνο, βεβαιωνόμουνα όλο και περισσότερο ότι από κάθε άποψη παρουσίαζα ένα γελοίο πρόσωπο. Όλος ο κόσμος με κορόιδευε παντού και πάντα. Αλλά κανενός δεν πέρναγε από το μυαλό ότι αν υπήρχε κάποιος στον κόσμο που ήξερε πιο καλά από όλους ότι είμαι γελοίος, αυτός ο άνθρωπος ήμουνα εγώ. Κι αγανακτούσα που κανείς δεν το φανταζόταν. Σε αυτό φταίω και εγώ, η αλαζονεία μου με εμπόδιζε πάντα να ομολογήσω το μυστικό μου. Αυτή η αλαζονεία αυξανόταν με τα χρόνια, και αν αφηνόμουν μπροστά σε οποιονδήποτε να αναγνωρίζω πως ήμουν γελοίος, πιστεύω πως το ίδιο κιόλας βράδυ θα είχα τινάξει τα μυαλά μου με μια πιστολιά. Έφηβος σαν ήμουν, πόσο είχα υποφέρει στη σκέψη ότι δεν θα μπορούσα να αντισταθώ, ότι ξαφνικά θα όφειλα να το ομολογήσω στους συντρόφους μου. Αλλά όταν ενηλικιώθηκα, αν και από χρόνο σε χρόνο είχα βεβαιωθεί ακόμη περισσότερο για την τρομερή ιδιομορφία μου, κατάφερα για τον άλφα ή βήτα λόγο να ηρεμήσω. Ακριβώς επειδή ως τότε αγνοούσα το γιατί και το πώς. Ίσως το όφειλα σε αυτή την απέραντη μελαγχολία που κυρίευσε την ψυχή μου ύστερα από κάποιο γεγονός απροσμέτρητα ανώτερό μου, δηλαδή: την πεποίθηση που είχα μόνιμα από τότε, ότι εδώ κάτω τα πάντα είναι χωρίς σημασία. Το υποψιαζόμουν αυτό από πολύ καιρό αλλά ξαφνικά βεβαιώθηκα απόλυτα. Ένιωσα απότομα ότι θα μου ήταν αδιάφορο αν ο κόσμος υπήρχε ή αν δεν υπήρχε πουθενά τίποτε. Άρχισα να αντιλαμβάνομαι και να αισθάνομαι ότι κατά βάθος τίποτε δεν υπήρχε για μένα. Ως τότε νόμιζα πάντα ότι πολλά πράγματα υπήρξαν πριν από μένα. Τώρα αντιλαμβανόμουν ότι τίποτε δεν υπήρχε πριν, ή μάλλον ότι δεν υπήρχε παρά φαινομενικά. Σιγά σιγά κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ποτέ δεν υπήρξε τίποτε. Έπαψα τότε να ερεθίζομαι με τους ανθρώπους και κατέληξα να μη τους προσέχω καθόλου. Αυτή η διάθεση εκδηλωνόταν ακόμη και στις πιο ασήμαντες περιστάσεις της ζωής: μου συνέβαινε, λόγου χάρη, περπατώντας στο δρόμο, να σκοντάφτω πάνω τους. Όχι γιατί με είχαν απορροφήσει οι σκέψεις, γιατί τότε δεν θα σκεφτόμουν όσα σκέφτομαι: τα πάντα μου ήταν αδιάφορα. Να μπορούσα τουλάχιστον να βρω τη λύση των προβλημάτων! Ούτε ένα δεν είχα λύσει. Και ο Θεός ξέρει πόσες λύσεις είχα προτείνει! Αλλά, επειδή αδιαφορούσα για όλα, πήγαν και τα προβλήματα στο βρόντο. Να όμως που ξέρω την αλήθεια. Αυτή την αλήθεια την έμαθα τον περασμένο Νοέμβρη, στις τρεις Νοεμβρίου ακριβώς, και από τότε την έχω σταθερά χαραγμένη στη μνήμη μου.

 

Στο ‘’όνειρο ενός

γελοίου’’’ η τεχνική της ζωγραφικής πάνω σε γυαλί βρίσκει εδώ την τέλεια εφαρμογή: το όνειρο και τα παραληρήματα, οι μυθολογικές και εικαστικές αναφορές ,η  παράφορη σύνθεση σε «πίνακες» και οι προεκτάσεις τους, οι αλλοιώσεις εικόνων συνιστούν το απόγειο της τέχνης του συγγραφέα, που δεν διαθέτει κανένα άλλο εργαλείο για να αποδώσει τέτοια τελειότητα, παρά μόνο τις λέξεις.

Το όνειρο βρίσκεται στην κατά φαντασίαν τρέλα και πηδάει από τη μια αναφορά στην άλλη, οι στιγμές όμως που περιβάλλουν το όνειρο παρουσιάζονται τελείως διαφορετικές. Παρόλο που το διήγημα ξεκινά σαν μια σκοτεινή αλληγορία, που στο βάθος της ελλοχεύουν η πίκρα, η ειρωνεία, η απόρριψη, ο θάνατος, η ενοχή κ η τρέλα στο τέλος όλα ανατρέπονται, μεσούντος του ονείρου , που μεταγγίζει στον γελοίο ονειροπόλο την πρωτόγνωρη κ  ακατάβλητη δίψα για ζωή.

 

 

«Λευκές Νύχτες

 

Η νουβέλα του Ντοστογιέφσκι «Λευκές Νύχτες» μας παρουσιάζει έναν από τους χαρακτηριστικούς τύπους της εποχής, ο οποίος είχε απασχολήσει ιδιαίτερα τον συγγραφέα, όπως προαναφέραμε: τον ονειροπόλο. Στην Αγία Πετρούπολη του 1847, ο άντρας αυτός με διαταραγμένο ψυχισμό που δεν έχει όνομα παρά μόνο ιδιότητα -αυτοαποκαλείται «Ονειροπόλος» εκφράζοντας έτσι με ευμένεια την ανικανότητά του να δράσει , παραδίδεται στις ονειροφαντασίες του και ζει σ’ ένα δικό του ελκυστικό κόσμο των φαντασιώσεων, αρνούμενος να προσγειωθεί στην πραγματικότητα και να αντιμετωπίσει τις αντιξοότητές της.

 

Χαμένος στα ειδυλλιακά τοπία της φαντασίας του, είναι έτοιμος να ερωτευτεί με πάθος την οποιαδήποτε νεαρή κυρία θα του δείξει έστω κι ένα στοιχειώδες ενδιαφέρον. Εάν αυτή, παρ ελπίδα εμφανιστεί, εκείνος θα την αναγάγει στη σφαίρα του απόλυτου έρωτα, αφήνοντας την γήινη υπόστασή της στη φροντίδα ενός άλλου.


Κι ενώ οι λευκές νύχτες εντείνουν τα πάθη, στη ζωή του εισβάλλει ένα νεαρό κορίτσι που διαθέτει όνομα και υλική υπόσταση, η Νάστιενκα .
Η όμορφη κοπέλα είναι ερωτευμένη με τον «Ένοικο», έναν άντρα επίσης χωρίς όνομα που ενοικίαζε για ένα χρόνο το διαμέρισμα της καταπιεστικής γιαγιάς της. Ο Ένοικος φεύγει και μετά μια απελπισμένη της εξομολόγηση, της υπόσχεται πως θα επιστρέψει σ’ έναν χρόνο για να τη συναντήσει και να την πάρει μαζί του.
Ο χρόνος περνάει κι ο ένοικος δεν εμφανίζεται. Ο ονειροπόλος μπαίνει με μοναδική ευκολία στο παιχνίδι της νεαρής κυρίας κι αποφασίζει να τη βοηθήσει με κάθε τρόπο να ξαναβρεί τον απολεσθέντα ερωτικό αντίπαλο, παραμερίζοντας τα δικά του αισθήματα για κείνην...
Όμως ο ονειροπόλος νέος εξαναγκάζεται να εισέλθει στον πραγματικό κόσμο όπου και τελικά συντρίβεται. Η κοπέλα, θα εκμεταλλευτεί τα φιλικά αισθήματα του, για να έρθει σε επαφή με τον αγαπημένο της αλλά και για να παρηγορηθεί στη συνέχεια, από τις διαψεύσεις του πάθους  της.

 Όταν όμως επιτέλους ο ένοικος εμφανίζεται, η Νάστιενκα εγκαταλείπει χωρίς δεύτερη σκέψη τον ονειροπόλο για να παραδοθεί στον εραστή της και να φύγει μαζί του. Οι «Λευκές Νύχτες» πλουτίζουν με μια αλλόκοτη ατμόσφαιρα αυτήν την αισθηματική περιπέτεια, προσδίδοντας στο πάθος των ηρώων μια διάσταση μαγείας αλλά και υποδόριας έντασης . Ο συγγραφέας, ιδιαίτερα ονειροπόλος και νευρικός κι ο ίδιος, με ανάλογες ευαισθησίες και ακραίες εμμονές, μεταγγίζει στον ήρωα του πάθη και δυναμικές που ενισχύουν όχι μόνο την νοσηρότητα των ανέλπιδων προσδοκιών και την ματαιότητα του άκρατου ιδεαλισμού αλλά και την βαθιά ανάγκη του νεαρού πλάσματος να ξεφύγει επιτέλους από το κέλυφος του πλαστού κόσμου των ονείρων και να εισχωρήσει στην οδυνηρή πραγματικότητα, ώστε να διεκδικήσει το δικαίωμά του για έρωτα και δημιουργία.

Καθώς εξελίσσονται οι δράσεις και πληθαίνουν οι συναντήσεις των δύο νέων, μας αποκαλύπτεται επίσης με εξαιρετική διαύγεια και ο γυναικείος χαρακτήρας, μια ελκυστική γυναίκα στην πρώτη της νιότη, που όμως είναι βαθιά προσηλωμένη στον εαυτό της και αδυνατεί να αντιληφθεί σε βάθος το μαρτύριο του νεαρού άντρα , του οποίου την αδυναμία εκμεταλλεύεται για να ικανοποιήσει τις δικές της εξίσου ζωτικές ανάγκες.


Ανθεκτική στο πέρασμα του χρόνου, η μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου αποδίδει με ευκρίνεια το μήνυμα του λόγου. Ο Ντοστογιέφσκι γράφει βάσει των αναλογιών που επιβάλλει η έρπουσα αβεβαιότητα των καταστάσεων στις οποίες ενέχονται οι ήρωες: όλα είναι έτσι όπως τα αντιλαμβάνεται ο κάθε εμπλεκόμενος στο παιχνίδι των εντυπώσεων και όπως τα οριοθετεί η εκάστοτε υιοθετηθείσα οπτική γωνία.

 Με άλλα λόγια, ο αναγνώστης βλέπει στην πραγματικότητα ό, τι ο ίδιος θα ήθελε να δει, να αισθανθεί και να καταγράψει ως αλήθεια στη συνείδησή του.

‘’Η ατμόσφαιρα στις "Λευκές νύχτες" είναι ποιητική και άκρως συγκινητική. Πρόκειται για έναν ύμνο στη νεότητα, την άνοιξη και το πάθος και στη δύναμή τους να μεταμορφώνουν την εγκόσμια πραγματικότητα.’’

Οι «Λευκές νύχτες», ένα διαμάντι με λάμψη ανεξάντλητη, εξακολουθούν ν’ αντέχουν στον χρόνο. Σ’ αυτή την κλασσική πλέον νουβέλα, ο μεγαλοφυής συγγραφέας συγκέντρωσε σε μόλις 91 σελίδες, όλο το ανέφικτο του έρωτα.


Ένα γλυκό κορίτσι

 

 «Φανταστείτε έναν σύζυγο και σε ένα τραπέζι απάνω τη γυναίκα του που αυτοκτόνησε, πάν’ κάτι ώρες, πηδώντας από το παράθυρο»: έτσι ξεκινά το διάσημο διήγημα του Ντοστογιέφσκι με τις πάμπολλες μεταφράσεις («Ένα γλυκό κορίτσι», «Ήμερη» κ.λπ.). Όπως ο Ορέστης του Αισχύλου καταδιώκεται από τις Ερινύες μετά τη μητροκτονία, έτσι και ο χήρος ενεχυροδανειστής του Ρώσου κορυφαίου συγγραφέα βρίσκεται στο στρόβιλο εναγώνιων σκέψεων μονολογώντας αδιαλείπτως. 

Το "φανταστικό" διήγημα "Ένα γλυκό κορίτσι" πρωτοδημοσιεύτηκε το Νοέμβριο του 1876 στο περιοδικό "Το ημερολόγιο ενός συγγραφέα", που εξέδιδε ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι. Βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία που συνέβη τότε στην Πετρούπολη. 
Είναι ο τραγικός μονόλογος ενός ανθρώπου μπροστά στο πτώμα της γυναίκας του, που αυτοκτόνησε πριν από λίγο. Αυτός ο άνθρωπος, προσπαθώντας να δώσει μια εξήγηση στο γεγονός, αρχίζει να αναθυμάται τη σχέση τους, ενώ συγχρόνως κάνει απολογισμό της ζωής του. Τυπικός ντοστογιεφσκικός ήρωας, ταλαντεύεται διαρκώς μεταξύ του καλού και του κακού. Τελικά, οι αναμνήσεις που ζωντανεύουν μέσα του, τον οδηγούν αναπόφευκτα στην αλήθεια και την αυτογνωσία. 

 Το διήγημα , μας περιγράφει  τη ζωή ενός ενεχυροδανειστή, ο οποίος εξαιτίας μιας ιδιαίτερα τραγικής συγκυρίας έρχεται αντιμέτωπος με τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του, συνειδητοποιώντας την αλήθεια για θεμελιώδη φιλοσοφικά και ηθικά ζητήματα. Όπως και στο «Υπόγειο» του σπουδαίου συγγραφέα, ο αντι-ήρωας της ιστορίας έχει αποστασιοποιηθεί από κάθε τι ανθρώπινο, παρόλο που επιζητεί με έναν δικό του τρόπο την επαφή με τους άλλους. Μισάνθρωπος, τσιγκούνης, σκληρός κ υπολογιστής φορά το καθημερινό του προσωπείο, τόσο στη δουλειά του αλλά κ στο καταθλιπτικό σπίτι του, στο οποίο επιλέγει να παραμείνει φυλακισμένος ή μάλλον προστατευμένος από την υπερβολή της αγάπης, φυλακίζοντας όμως και την δύστυχη, την τόσο αγνή και τόσο αθώα γυναίκα του, η οποία μην αντέχοντας άλλο αυτή την μιζέρια, θέτει τέρμα στη ζωή της.

Γιατί για τον Ντοστογιέφσκι, ο φόβος να αγαπάς είναι ο φόβος να είσαι ελεύθερος.

Μπροστά στο πτώμα της γυναίκας του ο απελπισμένος ενεχυροδανειστής, αποθέτει συγκλονισμένος σκέψεις,  που ποτέ δεν είχε το θάρρος να εμπιστευτεί σ αυτήν, μνήμες προσωπικών στιγμών που ο χρόνος μετάγγισε τη νοσταλγική αύρα τους , κλειδαμπαρωμένες ωστόσο στα βάθη του εαυτού του από φόβο , μήπως εάν κάποτε της τα εκμυστηρευόταν -όλα αυτά τα συναισθήματα που του γεννούσε τελικά η αγάπη του για εκείνη-, η ίδια θα τον εκλάμβανε ως αδύναμο κ θα τον εγκατέλειπε. Με ειλικρινή πόνο σε βαθύ εξομολογητικό τόνο, ο τραγικός σύζυγος περιγράφει την φτωχή, περιθωριοποιημένη καθημερινότητα τους και την σκληρότητά της,  που δυστυχώς τους έπνιξε κ τους δυο.

Σε προγενέστερες εκδόσεις του περιοδικού του, ο Ντοστογιέφσκι είχε ασχοληθεί πολύ με αυτό που θεωρούσε "επιδημία αυτοκτονιών" ανάμεσα στους Ρώσους, Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτά τα φαινόμενα ήταν ακραίες συνέπειες της απουσίας νοήματος και της πνευματικής κατάπτωσης στη σύγχρονη ζωή, που οδηγούσαν στη διάβρωση της θρησκευτικής πίστης. 
Ο Ντοστογιέφσκι, παίρνει αφορμή από ένα πραγματικό γεγονός και χτίζει αριστουργηματικά μια ιστορία στην οποία μιλάει για τη μοίρα των ανθρώπων με την κατανόηση , που οι ίδιοι αδυνατούν να δείξουν ο ένας στον άλλο.

 

                                                          * * *


Και μια προσέγγιση μου στις Ντοστογιεφσκικές ηρωίδες, βασισμένη σε ένα κείμενο της Ελένης Λαδιά

 


«Ω Θεέ μου! Αν μπορούσα να σας αγαπώ μαζί και τους δυό!   Ω αν εσείς είσαστε εκείνος!»
Αυτά τα λόγια είπε η Νάστιενκα στον ονειροπόλο και παρθενικό νέο, που την συντρόφευε τις Λευκές Νύχτες της Πετρούπολης, για να περιμένουν μαζί τον πρώτο της αγαπημένο. Και όταν εκείνος επέστρεψε, η κοπέλα παρηγόρησε τον ερωτευμένο πλέον ονειροπόλο με λόγια , που φανέρωναν την δική της αισθηματική σύγχυση.

Η αισθηματική σύγχυση είναι η φράση-κλειδί που αποκαλύπτει την αισθηματική περιπλοκή στις ντοστογιεφσκικές ηρωίδες, οι οποίες μπερδεύουν τον έρωτα, την αγάπη και τον οίκτο, γοητεύοντας τους άντρες που μετατρέπονται σε πειθήνια όργανά τους. Η πένα του Ντοστογιέφσκι ζωγραφίζει σταθερά αυτά τα αντιφατικά πλάσματα, των οποίων το συναίσθημα ξεπερνά πολλές φορές τα όρια , προκαλώντας συμπεριφορές σαδομαζοχιστικές.

Συνήθως αυτές οι γυναίκες δεν γνώριζαν τι πραγματικά ήθελαν, αφημένες στην σοφία των συμβάντων. Ήταν όλες νευροπαθείς, όμορφες, άξιες και με εκκεντρική προσωπικότητα, που βάραινε πρώτα τις ίδιες. Οι ντοστογιεφσκικές ηρωίδες λιποθυμούν και ανεβάζουν πυρετό, όταν βρίσκονται σε νευρική διέγερση, η οποία συμβαίνει πολύ συχνά. Πηγαινοέρχονται στα άκρα, όπου γίνονται ή σαδιστικά τέρατα που δεν μπορεί να τα υπομείνει κανένας η άκρως υπομονετικά πλάσματα που προκαλούν τον οίκτο.

Αν μελετήσει κανείς το έργο του Ντοστογιέφσκι αλλά και τον πολυτάραχο βίο του, θα δει ότι στην ζωή του ολόκληρη , τον μεγάλο συγγραφέα έλκυαν γυναίκες αυτής της αρρωστημένης ιδιοσυγκρασίας. Η μητέρα του Μαρία Φιοντόροβα Νετσάγιεβα, η πρώτη του γυναίκα Μαρίγια Ντμιτρίεβα  αλλά κ η ερωμένη του Απολλινάρια Σουσλόβα , ήταν ακριβώς αυτός ο τύπος γυναίκας. Γι αυτό λοιπόν, μπόρεσε να τις περιγράψει, να τις ψυχογραφήσει, να τις ζωγραφίσει με τέτοια δεινότητα. Επειδή ακριβώς γνώριζε την κάθε πτυχή του πολύπαθου χαρακτήρα τους, από πρώτο χέρι.