Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015


Σκέψεις και σχόλια πάνω στο θεατρικό έργο του
                      OSCAR WILDE
‘’Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός’’

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου –Κουντούρη

Η  κωμωδία ‘’Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός’’ είναι χρονολογικά το τελευταίο θεατρικό έργο του Όσκαρ Γουάιλντ και η τελευταία επιτυχία που γνώρισε ο φημισμένος ποιητής, λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας πριν από την καταστροφή. Το έργο ανέβηκε στις 14 Φεβρουαρίου 1895, στο θέατρο Σαιν Τζέημς του Λονδίνου από τον Τζωρτζ Αλεξάντερ, θεατρικό παραγωγό και ατζέντη , που τρία χρόνια πριν είχε ανοίξει στον Γουάιλντ τον δρόμο των θεατρικών θριάμβων με το ανέβασμα της ‘’Βεντάλιας της Λαίδης Γουίντερμιρ ‘’στο ίδιο θέατρο.
 Η υπόθεση του έργου το οποίο ανέβηκε σε τέσσερις πράξεις και είναι ουσιαστικά ένα χαρακτηριστικό δείγμα μιας αγγλικής κωμωδίας ηθών, έχει ως εξής: Στο Λονδίνο του 1890, δυο φίλοι νεαροί, ο Τζάκ Γουόρντιγκ και ο Αλτζι Μόνκριφ, χρησιμοποιούν το ψευδώνυμο ‘’Ερνέστος’’ για να αποφύγουν τις ανιαρές, ανεπιθύμητες κοινωνικές υποχρεώσεις  που τους δημιουργούν γνωστοί και συγγενείς. Αυτό το όνομα όμως που μέχρι τότε τους γλίτωνε από μπελάδες, αρχίζει να τους δημιουργεί προβλήματα όταν ερωτεύονται αντίστοιχα δυο γυναίκες που η κάθε μια τους θεωρεί το όνομα Ερνέστος, ως το μεγαλύτερο προσόν εκείνου που το κατέχει, αφού παραπέμπει αυτόματα σε σοβαρότητα  και άμεμπτο ήθος  του προσώπου που το φέρει.
H αγγλική λέξη Earnestness, συνεπάγεται σοβαρότητα και ειλικρίνεια, στην προκειμένη περίπτωση λοιπόν ο τίτλος του έργου ‘’the importance of being Earnest’’είναι ένα λογοπαίγνιο, που μπορεί να λάβει πολλές μορφές, όπως επισημότητα, στόμφος, εφησυχασμός, αυταρέσκεια, στο σύνολο των οποίων ο αναγνώστης ή θεατής διαπιστώνει γνωρίσματα του βικτωριανού χαρακτήρα της εποχής.
Η κωμωδία χαρακτηρίζεται από καυστική σάτιρα που διακωμωδεί έξυπνα συμπεριφορές και καταστάσεις, διανθίζεται με σπινθηροβόλους  και ιδιοφυείς διαλόγους , και είναι πλημμυρισμένη  από το αναρχικό χιούμορ και την  ανατρεπτική διάθεση του δημιουργού της, ενός από τα πλέον φωτεινά μυαλά που σφράγισαν τον 19ο αλλά και τον 20ο αιώνα και συνεχίζει, αφού ο Όσκαρ Γουάιλντ ανήκει πλέον στους κλασσικούς .
Ταυτόχρονα , μέσα από μια καταιγιστική πλοκή, κομψά τοποθετημένη ώστε να προκαλεί το αμείωτο ενδιαφέρον του θεατρόφιλου κοινού, η πένα του συγγραφέα  στηλιτεύει την υποκρισία , τον φαμφαρονισμό και τον στρουθοκαμηλισμό της φιλοχρήματης βικτωριανής κοινωνίας.


Οι χαρακτήρες που συναντούμε είναι δέκα τον αριθμό και είναι οι εξής: John ή ‘’Jack ‘’Worthing, ( Πάμπλουτος γαιοκτήμονας και πρωταγωνιστής του έργου με αμφίβολες ρίζες καταγωγής), Algernon Moncrieff, (Γοητευτικός τυχοδιώκτης και φανατικός μπον βιβέρ , πρώτος εξάδελφος της Γκουεντολίν και ανιψιός της Λαίδης Μπράκνελ,) Lady Bracknell ή Αυγούστα Φαίρφαξ,( θεία του Άλτζυ που ορκίζεται στο όνομα του χρήματος , της ευγενικής καταγωγής και της άμεμπτης ηθικής),  Cecily Cardew, (πανέμορφη, αθώα προστατευόμενη του Τζάκ, που ζει στην εξοχή στο οίκημα του Χέρντφορσάιρ) , Gwendolin Fairfax,(ατίθαση και φιλελεύθερη κόρη της Λαίδης Μπράκνελ),  Miss Leticia Prism,(παιδαγωγός της Σέσιλυ),  Cannon Frederick, (αιδεσιμότατος), Lane, (θαλαμηπόλος του Αλτζερνον), Merriman, (μπάτλερ του Τζακ), και Gribsby(ο δικηγόρος που ξεμπλέκει τα πράγματα στο τέλος, φέρνοντας στην κυριολεξία τα πάνω κάτω).
Ο καθένας από τους χαρακτήρες είναι διαφορετικός. Δεν θα προσπαθήσω να τους αναλύσω ένα προς έναν χωριστά , απλά σημειώνω ότι οι ολοζώντανοι ήρωες του συγκεκριμένου θεατρικού έργου είναι στο σύνολό τους λαμπεροί, ευγενείς, ευφυείς, τρυφεροί, γοητευτικοί, συχνά δε διέπονται από εγωιστική συμπεριφορά, φιλαρέσκεια, αυταρχικότητα, υποκρισία και φιλαυτία. Παράλληλα είναι δυναμικοί, αποφασιστικοί, έχουν ιδανικά και έξυπνες ιδέες, φαντασία  αλλά και αφέλεια ή ευπιστία, χειρίζονται δε το ψέμα και τις τραγελαφικές καταστάσεις που προκύπτουν απ’ αυτό, σαν επαγγελματίες ηθοποιοί.
Όσον αφορά την γραφή του Όσκαρ Γ. , τούτη παρουσιάζει  διακυμάνσεις. Άλλες φορές είναι λυρική, ελλειπτική, υπαινικτική, διερευνητική, άλλες φορές στρέφεται προς το εσωτερικό, τα αντιφατικά συναισθήματα, τις έξυπνες ατάκες, αποτυπώνοντας τις φευγαλέες σκέψεις και τις ετερόκλιτες εντυπώσεις των χαρακτήρων, όπου κυριαρχούν  οι τεχνικές του εσωτερικού μονολόγου και της ροής της συνείδησης.
Στις αρχές του 1895, είχαν αρχίσει στο Βασιλικό θέατρο οι παραστάσεις ενός άλλου σπουδαίου θεατρικού έργου του Γουάιλντ, του ‘’Ιδανικού συζύγου’’. Και τα δύο έργα εξακολούθησαν για  μήνες ολόκληρους να παίζονται συγχρόνως σε δυο από τα πρώτα θέατρα του Λονδίνου. Την επιτυχία τους δεν σταμάτησε ούτε η πρώτη δίκη για ανηθικότητα και προσβολή των ηθών του συγγραφέα τους, που έγινε από τις 3-5 Απριλίου 1895, παρ’ όλη την ηθική καταδίκη του και την σχεδόν άμεση σύλληψή του.
Απλά το όνομα του Γουάιλντ καλύφθηκε στο πρόγραμμα  κι έτσι το σεμνότυφο και μεγάλη δόση υποκρισίας κοινό, μπορούσε πλέον με εφησυχασμένη την συνείδησή του, να απολαμβάνει τα έργα, αγνοώντας τον δημιουργό. Στην πρεμιέρα του ‘’Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός, ο πατέρας του Λόρδου Άλφρεντ Ντάγκλας, Μαρκήσιος Κουίνσμπερυ αποφασισμένος να αμαυρώσει την φήμη του διάσημου κι επιφανούς εραστή του γιου του, θέλησε να προκαλέσει επεισόδιο με στόχο την έντονη αποδοκιμασία του συγγραφέα. Ο διευθυντής όμως του Θεάτρου αντιλήφθηκε έγκαιρα τις προθέσεις του και δεν του επέτρεψε την είσοδο. Ο Μαρκήσιος ωστόσο, δεν πτοήθηκε απ’ αυτό και τον περίμενε με σάπια λαχανικά στην έξοδο, όμως ο Όσκαρ Γ. φυγαδεύτηκε από μυστική πόρτα.
Παρ’ όλα ταύτα , το έργο σημείωσε ευθύς εξ αρχής εξαιρετική επιτυχία που, αυτή την φορά παρέσυρε και τους επιφυλακτικούς άλλοτε κριτικούς των εφημερίδων σε αλληλουχία επαίνων. Όλα τα ανωτέρω ο συγγραφέας τα δέχτηκε με συγκαταβατική ανωτερότητα, σαν κάτι το αυτονόητο και σαφώς οφειλόμενο ως προς το άτομό του και το έργο του. Εκείνη την εποχή η ματαιοδοξία του λογοτέχνη είχε φτάσει σε ύψη δυσθεώρητα , θεωρώντας ότι κάθε αντικειμενική κριτική ήταν απαράδεκτη γι αυτόν και μόνο τα εγκώμια και η κολακεία του ήταν ευπρόσδεκτα. Άλλωστε ένα κοπάδι από παρασιτικούς τύπους τον περιστοίχιζε περιλούζοντας τον με ψεύτικους επαίνους με απώτερο σκοπό να του απομυζούν όλο και περισσότερα δώρα και ανταλλάγματα, σαν αντίτιμο για τις  γλοιώδεις κολακείες τους.
 Ωστόσο υπήρξαν κριτικοί που στάθηκαν αντικειμενικοί απέναντι στον Γουάιλντ , όπως ο Μπερναρντ Σω , που δεν δυσκολεύτηκε να δηλώσει ότι η τελευταία κωμωδία του μεγάλου συγγραφέα τον διασκέδασε μεν αλλά δεν μπόρεσε να τον συγκινήσει και ότι ήταν το πρώτο από τα έργα του, που δεν διέθετε καθόλου αίσθημα. Σημειώνουμε επίσης ότι,  όταν ο βιογράφος και καλός του φίλος Φρανκ Χάρις, ο οποιος ήταν ο μοναδικός που του στάθηκε μέχρι το τέλος, τον μακάρισε λέγοντάς του ότι ήταν πολύ τυχερός που δυο έργα του παιζόταν συγχρόνως σε δυο από τις καλύτερες αίθουσες του Λονδίνου, ο Όσκαρ Γ. , -που σημειωτέον είχε γράψει την συγκεκριμένη θεατρική παράσταση σε διάστημα μόλις τριών εβδομάδων,- του απάντησε: ‘’Τον ερχόμενο χρόνο Φρανκ, μπορεί να παίζονται και τέσσερα και πέντε έργα μου συγχρόνως. Θα μπορούσα να γράφω  με την μεγαλύτερη ευκολία ένα έργο κάθε δυο μήνες. Το παν εξαρτάται από το χρήμα. Αν χρειάζομαι χρήματα , του χρόνου θα γράψω έξι έργα’’. Ο χρόνος που ακολούθησε  δυστυχώς, τον βρήκε ατιμασμένο και βαρυποινίτη κατάδικο στην φυλακή του Ρέντιγκ.
ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ
Οι Βρετανοί, έστω και με καθυστέρηση, προσπαθούν να διασώσουν την υστεροφημία του Οσκαρ Γουάιλντ (1854-1900), του ποιητή, πεζογράφου και θεατρικού συγγραφέα που πέθανε μέσα στην ατίμωση , επειδή τα βικτωριανά ήθη δεν αποδέχονταν ­ τουλάχιστον δημοσίως ­ τις σεξουαλικές παρεκκλίσεις. Σήμερα όμως η πολιτική ευπρέπεια επέβαλε την κοινωνική αποκατάσταση του. Το 1995 το όνομά του γράφτηκε επιτέλους στη Γωνιά των Ποιητών στο Αβαείο του Ουεστμίνστερ, του αφιερώθηκαν διάφορες «ανοιχτόμυαλες» βιογραφίες και το κοινό γεμίζει τις θεατρικές αίθουσες όταν παίζονται έργα του σε όλη τη βρετανική επικράτεια. Με το πνεύμα της κοινωνικής επανένταξης του Οσκαρ Γουάιλντ ήταν συντονισμένη και η ταινία του Μπράιαν Γκίλμπερτ ‘’WILD’’, που τα μέλη της λέσχης Λογοτεχνικός Κύκλος Ηρακλείου παρακολούθησαν σε DVD, -σε μια από τις δυο συναντήσεις τους, που είχαν σαν θέμα την ζωή και το έργο του Όσκαρ Γουάιλντ -, σε μια προσπάθεια εγγύτερης προσέγγισης του κορυφαίου θεατρικού συγγραφέα, πεζογράφου και ποιητή . Ενσαρκωτής του συγγραφέα είναι ο ηθοποιός Στίβεν Φράι, ενώ την μητέρα του ερμηνεύει η Βανέσα Ρεντγκρέιβ. Η ταινία προσπαθεί να εξισορροπήσει την ομοφυλοφιλία του λογοτέχνη ­ που τον οδήγησε στη φυλακή του Ρέντινγκ ­ και την αγάπη του για τη σύζυγό του Κονστάνς και τους δύο γιους του. Εξάλλου ο χρόνος της αφήγησης περιορίζεται στην πλέον κρίσιμη αλλά και στην πλέον δημιουργική 15ετία του Γουάιλντ, την εποχή όπου έγραψε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του, όπως Η σημασία του να είναι κανείς σοβαρός και Ο ιδανικός σύζυγος. Έτσι, έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, ο μεγάλος Ιρλανδός δημιουργός και δραματουργός εισέρχεται στην ιστορία «σαν κάτι περισσότερο από ένας άνθρωπος που είχε ένα τραγικό ελάττωμα στη ζωή του», όπως είχε πει ο ίδιος για τον εαυτό του.



Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

Εμπνευσμένο από το βιβλίο του Τσαρλς Μπουκόφσκι
‘’Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας’’


 ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ

Σιωπηλά αυτοκίνητα παραταγμένα
Σε ατέλειωτες σειρές

Το εκνευριστικό σούρσιμο των ανθρώπων
Ολόγυρά μου

Τα μάτια σου γκρίζες καυτές στάχτες

Τα χείλη σου βαραίνει το έντονο κραγιόν

Ένας ήλιος απίστευτα κουρασμένος
παίζει με τα χρυσαφί καφέ στήθια σου 

Σκόνη κακάο με πικρή σοκολάτα

Μια γλώσσα αυθάδικη πράσινη απ΄ τις μέντες
Μπερδεύεται με την ανάσα μου

Θέλω να θυσιάσω στο βωμό της ομορφιάς σου
Εμπάθεια και  μισαλλοδοξία

Το τραγικό
Αυτή τη στιγμή σκέφτομαι πόσα νοίκια χρωστάω

Καλπάζει η μέρα μαζί κι η απειλή


                                                                     Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

                                                          
                                                          Από  ανέκδοτη ποιητική συλλογή του 2013                                          


                                                      

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2015






‘’Όταν έκλαψε ο Νίτσε’’, Ίρβιν Γιάλομ, Εκδόσεις Άγρα

 Για τον Λογοτεχνικό Κύκλο Ηρακλείου

 Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη


O Irvin Yalom (1931) είναι ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των ΗΠΑ. Θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή εκπροσώπους της υπαρξιακής σχολής στην ψυχιατρική και είναι συγγραφέας του εγκυρότερου και πληρέστερου εγχειριδίου υπαρξιακής ψυχοθεραπείας’’Existential Psychotherapy’’. Στον επιστημονικό χώρο είναι ιδιαίτερα γνωστό το κλινικό και ερευνητικό του έργο στην ομαδική ψυχοθεραπεία. Όλα του τα λογοτεχνικά βιβλία – που θεωρούνται εξαιρετικά επιτυχημένα- αποτελούν ιστορίες ανάλογου περιεχομένου. Ο ίδιος τα θεωρεί προέκταση του διδακτικού του έργου, το οποίο όπως λέει, τού παρέχει ανεξάντλητο υλικό αφού βρίθει ιστοριών και διηγήσεων.

Ο Ίρβιν Γιάλομ δηλώνει θαυμαστής των μεγάλων αρχαίων φιλοσόφων και  δη του Επίκουρου, θεωρώντας ότι ο Επίκουρος ήταν ο πρώτος υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής, αφού μπήκε στην διαδικασία να ασχοληθεί, όχι μόνο με το μυστήριο του θανάτου, αλλά και με τον τρόπο που μπορεί να το αντιμετωπίσει ο άνθρωπος εν ζωή. ‘’Μολονότι η σωματική διάσταση του θανάτου μας καταστρέφει, η ιδέα ή άλλως η όψη, η θέαση του θανάτου, μας σώζει.’’, θεωρία που δείχνει να ασπάζεται κ ο μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος Φρήντριχ Νίτσε . Το άγχος του θανάτου είναι ωστόσο , πάντοτε παρόν, αλλά ο συγγραφέας πιστεύει ότι ο άνθρωπος μπορεί να αναπτύξει δυνάμεις και να συγκροτήσει την συνείδηση του έτσι ώστε να το αντιμετωπίσει.

Το πρώτο μυθιστόρημα λοιπόν του σημαντικού Αμερικανού ψυχαναλυτή και διδάκτορα Ίρβιν Γιάλομ ‘’Όταν έκλαψε ο Νίτσε’’ που σημάδεψε τη λογοτεχνική του πορεία , τοποθετείται με φόντο την εποχή που γεννήθηκε η ψυχανάλυση· Πρόκειται για ένα είδος «ψυχαναλυτικού μυθιστορήματος», που τον καθιέρωσε ως έναν από τους πρωτοπόρους του είδους. Δεν είναι τυχαία η ροπή του κοινού και η δίψα αρκετών αναγνωστών σε θέματα και βιβλία που αφορούν τις ψυχαναλυτικές μεθόδους, αφού η ψυχανάλυση , παρά τις κατά καιρούς κρίσεις και αμφισβητήσεις της, παραμένει ένα από τα κεντρικά σημεία εξέλιξης της ανθρώπινης νόησης.

Το  συγκεκριμένο  βιβλίο εκδόθηκε το 1992. Στην Ελλάδα έγινε γνωστό σχεδόν μια δεκαετία αργότερα. Έχει μεταφραστεί σε δεκαέξι γλώσσες και έχει γίνει μπεστ σέλλερ σε πολλές χώρες, ενώ κατάφερε να αποσπάσει το χρυσό μετάλλιο της Κοινοπολιτείας ως το καλύτερο μυθιστόρημα του 1993.

Ο συγγραφέας του, επιχειρώντας να προσεγγίσει και να διαφωτίσει τη σχέση της ψυχοθεραπείας με την υπαρξιακή φιλοσοφία, σε μια κατά μέτωπο αντιμετώπιση των φόβων και αγωνιών του ανθρώπου,
επιστρατεύει σαν κεντρικούς ήρωες δυο υπαρκτά πρόσωπα. Τον Φρήντριχ Νίτσε, έναν από τους κορυφαίους φιλοσόφους του περασμένου αιώνα, και τον Γιόζεφ Μπρόιερ έναν από τους πρόδρομους της ψυχανάλυσης, στήνοντας τον πολύπλοκο ιστό μιας ιστορίας αμφίδρομης ψυχοθεραπείας, ενώ οριοθετεί σαν τόπο δράσης τη μητρόπολη των διανοητικών ζυμώσεων του 19ου αιώνα, την Βιέννη .

Εκτός από τους βασικούς χαρακτήρες, εμπλέκονται μια σειρά από πρόσωπα που επηρεάζουν σημαντικά την εξέλιξη της πλοκής, όπως ο άγνωστος μέχρι τότε επιστήμονας Σίγκμουντ Φρόιντ, η μυστηριώδης διανοούμενη Λού Σαλομέ και η ασθενής Άννα Ο.

Το μυθιστόρημα εμπλέκει τις θεωρίες ψυχοθεραπείας του Φρόιντ με την φιλοσοφική σκέψη του Νίτσε με σκοπό να διερευνήσει την επιρροή τους στην σύγχρονη ψυχοθεραπεία. Προχωράει όμως πέρα από την στυγνή παράθεση ιστορικών γεγονότων και με την βοήθεια της μυθοπλασίας καταφέρνει να υπογραμμίσει την αποτελεσματικότητα αυτής της πρακτικής , μέσω της ανθρώπινης σχέσης, που δημιουργείται ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο. Το μυθιστόρημα του Ίρβιν Γιάλομ αρχικά απευθυνόταν σε ένα πολύ συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό, στους εκκολαπτόμενους ψυχαναλυτές, όμως κατάφερε να κερδίσει μια πολύ μεγαλύτερη μερίδα αναγνωστών.

Ας δούμε όμως μια συνοπτική περίληψη του βιβλίου: Ο εύπορος γιατρός Γιόζεφ Μπρόιερ, δέχεται μια επιστολή, όπου μια γυναίκα του γράφει σε έντονο ύφος ότι οφείλει να την βοηθήσει. Αφού συναντώνται, η γοητευτική και θυελλώδης γυναίκα, που ονομάζεται Λου Σαλομέ, του ζητά να γιατρέψει έναν φίλο της, καθηγητή φιλοσοφίας, που πάσχει από κατάθλιψη , ενώ παρουσιάζει και τάσεις αυτοκτονίας. Όμως θέτει σαν απαράβατο όρο ότι ο ασθενής δεν θα πρέπει να γνωρίζει τον πραγματικό λόγο αυτών των επισκέψεων, αλλά να θεωρεί πως ακολουθεί την συγκεκριμένη αγωγή του Μπρόιερ, για άλλους λόγους, όπως π.χ. για τις ημικρανίες του. Ο Μπρόιερ μετά από ενστάσεις, δέχεται να αναλάβει τον «περίεργο» ασθενή, υποκύπτοντας στην αδιαμφισβήτητη γοητεία της Σαλομέ. Μετά από λίγο καιρό, δέχεται στο γραφείο του έναν άνθρωπο που στην αρχή δεν δείχνει με τίποτα ότι είναι το σπουδαίο πρόσωπο που του είχε περιγράψει η Λου. Και το όνομά του, «Νίτσε», δεν το έχει ξανακούσει.
 Όμως, από την πρώτη συνάντηση, ο γιατρός υποτάσσεται στο πνεύμα του φιλοσόφου. Μετά τα πρώτα ραντεβού, ο Μπρόιερ τα βράδια που γυρνάει στο σπίτι, κατά την διάρκεια του δείπνου με την οικογένειά του, συζητά με τον νεαρό μαθητευόμενό του, Ζίγκμουντ Φρόυντ την ιδιάζουσα περίπτωση του ασθενούς. Αρκετές φορές μάλιστα ο μαθητής-στη συγκεκριμένη περίπτωση ο Φρόυντ- καθοδηγεί τον δάσκαλο. Στη συνέχεια ο Μπρόιερ ζητά από τον Νίτσε να κάνουν μια ανταλλαγή: ο  γιατρός θα κουράρει το σώμα του φιλοσόφου και ο φιλόσοφος θα ελευθερώσει το μυαλό του γιατρού από τις αγχώδεις σκέψεις, που τον κατατρύχουν συνεχώς. Αυτή η δυνατή καθημερινή επαφή θα τους οδηγήσει σε μια ανυπέρβλητης αξίας συζήτηση, για το σώμα, το πνεύμα, την ψυχή του ανθρώπου.

Αλλά ας δούμε τι λέει η ιστορία για τον φημισμένο παθολόγο, γνωστό ψυχοθεραπευτή, συνεργάτη του Φρόυντ και εισηγητή της μεθόδου της ύπνωσης, ψυχίατρο Γιόζεφ Μπρόιερ 1842-1925. Είναι αυτός που ανακάλυψε τον μηχανισμό αυτορρύθμισης της αναπνοής και τον έλεγχο της θέσης του σώματος από τον λαβύρινθο. Για την θεραπεία των νευρώσεων και της υστερίας, ανέπτυξε μια δική του τεχνική, την οποία ονόμασε καθαρτική μέθοδο. Κυρίως εργάστηκε σ’ αυτή με μια νεαρή ασθενή του, με πολλαπλά προβλήματα υστερικής φύσεως, την Μπέρτα Παπενχάιμ, που πέρασε στην ιστορία, ως Άννα Ο. Η μέθοδος του Μπρόιερ συνίστατο στο να ενθαρρύνει και να βοηθά την ασθενή να αφεθεί κ να εκφράζει ελεύθερα
τις όποιες σκέψεις ερχόταν στο νου της, αβίαστα χωρίς καμία επεξεργασία. Με τον τρόπο αυτό έβγαιναν όλα, όπως καθαρίζονται οι καμινάδες , εξ ου κ ‘’καθαρτική μέθοδος’’. Έβγαινε δηλ το ανέκφραστο λεκτικό υλικό από μια περιοχή , που ο Φρόυντ ονόμασε ασυνείδητο.

Προκαλούνταν έτσι η έκφραση αισθημάτων που είχαν επηρεάσει τη δια μόρφωση του ανθρώπου κ τα οποία είχαν πιεστεί σε περιοχή , που δεν ήταν προσιτά στη συνείδηση. Ο Φρόυντ συνεργάστηκε με τον Μπρόιερ στην ανάπτυξη της τεχνικής με αποτέλεσμα το 1895 να εκδώσουν από κοινού το βιβλίο’’ Μελέτες για την υστερία’’, ένα πόνημα που εγκαινίασε την ψυχαναλυτική επανάσταση,
στο οποίο εκθέτουν λεπτομερώς την τεχνική, τα δεδομένα, τις σκέψεις κ τα συμπεράσματά τους. Όμως τον ίδιο χρόνο η συνεργασία τους σταμάτησε, καθώς ο Μπρόιερ διαφώνησε με τον Φρόυντ για τη σεξουαλική αιτιολογία των νευρώσεων.

Και λίγα λόγια για το Νίτσε. Ο Φρειδερίκος Βίλχελμ Νίτσε  (15 Οκτωβρίου 1844 - 25 Αυγούστου 1900) ήταν σημαντικός Γερμανός φιλόσοφος, ποιητής, συνθέτης και φιλόλογος. Έγραψε κριτικά δοκίμια πάνω στην θρησκεία, την ηθική, τον πολιτισμό, την φιλοσοφία και τις επιστήμες, δείχνοντας ιδιαίτερη κλίση προς την χρήση μεταφορών, ειρωνείας και αφορισμών.
Οι κεντρικές ιδέες της φιλοσοφίας του Νίτσε περιλαμβάνουν τον "θάνατο του Θεού", την ύπαρξη του υπερανθρώπου, την ατέρμονη επιστροφή, τον προοπτικισμό καθώς και την θεωρία της ηθικής κυρίων - δούλων. Αναφέρεται συχνά ως ένας από τους πρώτους «υπαρξιστές» φιλοσόφους. Σπούδασε κλασική φιλολογία στη Βόννη και τη Λειψία. Καταγόταν από βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια και προοριζόταν για την επιστήμη της Θεολογίας. Ωστόσο, η πορεία του άλλαξε κατά τα μετεφηβικά του χρόνια με αποτέλεσμα να στραφεί στον χώρο της φιλοσοφίας. Μόλις στα 25 του χρόνια διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην Ελβετία και από τότε ξεκίνησε το πολύμορφο συγγραφικό του έργο. Ο Νίτσε υπήρξε δριμύτατος επικριτής των κατεστημένων σκέψεων και τάξεων, ιδιαίτερα του Χριστιανισμού. Πληθώρα συγγραμμάτων του γράφτηκαν με οξύ και επιθετικό ύφος, χρησιμοποιώντας ευρέως αφορισμούς. Το φιλοσοφικό του έργο εκτιμήθηκε ιδιαίτερα κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, περίοδο κατά την οποία εδραιώθηκε η θέση του και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους μείζονες φιλοσόφους.



Επανερχόμαστε στο βιβλίο: Η πρώτη δυνατή εντύπωση προέρχεται από τον τίτλο, «Όταν έκλαψε ο Νίτσε»: η φράση προετοιμάζει τον αναγνώστη για την επικείμενη «σύγκρουση» συναισθήματος και Λόγου. Και όντως, με πολύ έντεχνο τρόπο παρακολουθούμε τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις δυο αυτές συνιστώσες της προσωπικότητας μέσα από το συσχετισμό δυο έντονα δυναμικών προσώπων: του Μπρόιερ με το Νίτσε. Τα δυο πρόσωπα, όπως σπεύδει να ξεκαθαρίσει ο συγγραφέας, δεν έχουν ποτέ συναντηθεί. Πρόκειται δηλαδή για ένα «παιχνίδι», ένα πνευματικό πείραμα, με όλη τη γοητεία και το ρίσκο που κρύβουν αυτού του είδους τα παιχνίδια. Κατά τ’ άλλα, τα βασικότερα γεγονότα της ζωής τους, όπως αποδίδονται στο βιβλίο, είναι πραγματικά, όπως και τα πρόσωπα που τα περιστοιχίζουν: η ασθενής του Μπρόιερ Άννα Ο, από την οποία έλκεται σεξουαλικά ο Μπρόιερ κ την φαντασιώνεται συνεχώς,   η Λού Σαλομέ (η μοιραία αδίστακτη γυναίκα που αναστατώνει τη μοναξιά του Νίτσε κ την οποία ο φιλόσοφος ερωτεύεται-η αιώνια αγαπημένη- με καταστροφικά γι αυτόν αποτελέσματα), ο Πώλ Ρε με τον οποίο ο Νίτσε και η Σαλομέ συνιστούν ένα ιδιόμορφο τρίγωνο, όπως και η παράξενη και καταπιεστική αδελφή του Νίτσε.

Οι περισσότερες επιστολές που παρατίθενται στο βιβλίο είναι πραγματικές, όπως φυσικά και τ’ αποσπάσματα του φιλόσοφου. Ο συγγραφέας έχει την εντιμότητα να ξεκαθαρίσει λεπτομερώς ποια είναι τα πραγματικά στοιχεία, βάσει των οποίων θεμελίωσε τη μυθοπλασία του. Γιατί φυσικά οι διάλογοι και ο συσχετισμός των δυο ηρώων, δηλαδή η βασική πλοκή, ανήκουν στο χώρο της μυθιστορηματικής φαντασίας,  καθώς και η ουσία, δηλαδή η «συνάντηση» της φιλοσοφίας του Νίτσε με τη γέννηση της ψυχοθεραπείας, δεν είναι παρά ένα παιχνίδι πνευματικό. Ωστόσο πολύ «αληθινό», εφόσον υπάρχουν βαθιά κανάλια επικοινωνίας ανάμεσα σ’ αυτές τις δυο πνευματικές προσωπικότητες.

Η δεύτερη δυνατή εντύπωση προέρχεται από την ανάγνωση ήδη των πρώτων σελίδων. Ο αναγνώστης αιφνιδιάζεται από τον τρόπο με τον οποίο ταυτίζεται με τα πρόσωπα (συγκεκριμένα με τον Μπρόιερ, που δίνει τη βασική «οπτική γωνία»). Νιώθει ο ίδιος αρχικά περιέργεια, και στη συνέχεια αγωνία σχετικά με την υγεία του Νίτσε. Γιατί αυτός είναι ο αντικειμενικός σκοπός της συνάντησης του Μπρόιερ με τον Νίτσε: η θεραπεία δηλαδή των προβλημάτων υγείας που εμφανίζει ο Νίτσε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του (σοβαρές ημικρανίες, ανορεξία, γαστρικές διαταραχές κ.α., που θα τον οδηγήσουν στη βαριά άνοια της γενικής παράλυσης από την οποία έπασχε την τελευταία ενδεκαετία με αποτέλεσμα  να οδηγηθεί στα 56 του χρόνια στο θάνατο).

Ο συγγραφέας όμως δεν βάζει τον περήφανο Νίτσε να ζητήσει ο ίδιος ιατρική βοήθεια: αυτό αποτελεί αίτημα της Λού Σαλομέ, κρυφά από τον Νίτσε, ούσα ενήμερη για τις θεαματικές και επιτυχημένες –μέσω ύπνωσης- θεραπείες του Μπρόιερ. Τον θερμοπαρακαλεί λοιπόν να σώσει το φιλόσοφο. Το έργο του Μπρόιερ είναι πολύ δύσκολο, δεδομένης της …ξεροκεφαλιάς του Νίτσε, όμως δεν μπορεί να κάνει πίσω, αφού γοητεύεται από την θρασύτατη, παράτολμη και χειραφετημένη Λου. Άλλο λοιπόν δε μένει , παρά να αφοσιωθεί στην αποστολή του με ζήλο.

Οι αντιστάσεις του Νίτσε

Ο Νίτσε δέχεται τελικά να κάνει μια πρώτη επίσκεψη ως ασθενής στον Μπρόιερ. Η συνάντηση των δυο μεγάλων μορφών του 19ου αιώνα, έστω και φανταστική, προκαλεί το πνεύμα. Αλλά οι αντιστάσεις του Νίτσε είναι απίστευτες και η εξυπνάδα του εφευρίσκει τρόπους να αρνηθεί τη θεραπεία. Στην επισήμανση του Μπρόιερ ότι η ευεξία του σώματος δεν διαχωρίζεται από την κοινωνική και ψυχολογική ευεξία, ο Νίτσε περιγράφει με αξιοπρόσεκτη ακρίβεια τα σωματικά συμπτώματά του (117 μέρες το χρόνο βρίσκεται σε πλήρη αναπηρία και σχεδόν 200 σε μερική ανικανότητα!), αποφεύγοντας όμως προσεκτικά να μιλήσει για τη μελαγχολία, την απόγνωσή του, τα ψυχικά γεγονότα. Ο Μπρόιερ ακολουθεί διάφορες στρατηγικές για να αναγκάσει τον Νίτσε να ανοιχτεί, αλλά το μόνο που καταφέρνει να του αποσπάσει είναι το ότι έχει δείξει υπερβολική εμπιστοσύνη στους ανθρώπους κι ότι έχει προδοθεί τρεις φορές. Κάθε του άνοιγμα όμως σηματοδοτεί νέα απομάκρυνση . Αυτό σημαίνει ότι ο Νίτσε θα ερμηνεύσει οποιαδήποτε έκφραση θετικών συναισθημάτων ως απόπειρα επιβολής εξουσίας. Έτσι γίνεται σχεδόν αδύνατο να τον πλησιάσεις.

Ν. ‘’Νιώθουμε μίσος προς αυτούς που βλέπουν τα μυστικά μας και μας συλλαμβάνουν να έχουμε τρυφερά αισθήματα. Αυτό που χρειαζόμαστε εκείνη τη στιγμή δεν είναι συμπόνια, αλλά να ξανακερδίσουμε την εξουσία πάνω στα ίδια μας τα συναισθήματα’’.

Αυτό το παιχνίδι εξουσίας που βρίσκεται εξ ορισμού πίσω από τον γιατρό και τον ασθενή, φαίνεται να τρομάζει το Νίτσε.

Ο Μπρόιερ, μπορεί να υποθέσει από τα λεγόμενα της Λου ότι υπήρχε μια έντονη και προδοτική σχέση με τη Λου και τον Πωλ Ρε. Δε μπορεί όμως να αποκαλύψει τη συνάντησή του με τη Λου και να δημιουργήσει άλλη μια σχέση προδοσίας (υπενθυμίζω πως ο Νίτσε δε γνωρίζει για την επαφή Λου Σαλομέ και Μπρόιερ). Ο Νίτσε από την άλλη, βρίσκει έξυπνους τρόπους να υπερασπιστεί την απόγνωσή του. Είναι ένας ασθενής που δηλώνει ότι έχει ανάγκη την ασθένειά του, επιβεβαιώνοντας την άποψη ότι πολλές φορές «επιλέγουμε την ασθένειά μας»:
(σελ. 147:
Ν. -Αν έχω όφελος απ’ αυτήν την αθλιότητα; Εσείς λέτε ότι οι κρίσεις προκαλούνται από την ψυχική πίεση, αλλά καμιά φορά ισχύει το αντίθετο- οι κρίσεις διώχνουν την πίεση. Η δουλειά μού προκαλεί μεγάλη ψυχική επιβάρυνση. Απαιτεί να έρχομαι πρόσωπο με πρόσωπο με τη σκοτεινή πλευρά της ύπαρξης, και η κρίση της ημικρανίας, όσο φρικτή κι αν είναι, μπορεί να είναι ένας καθαρτικός σπασμός, που μου επιτρέπει να συνεχίσω.
(…)Έχω όφελος από τη κακή μου όραση. Εδώ και χρόνια δε μπορώ να διαβάσω τις σκέψεις άλλων διανοητών. Γράφω με αίμα, κι η καλύτερη αλήθεια είναι η αιματηρή αλήθεια!

Ο Νίτσε αφήνει άφωνο  τον Μπρόιερ απαριθμώντας κι άλλες ωφέλειες από την αρρώστια του (ότι αναγκάστηκε π.χ. να εγκαταλείψει τη άχαρη πανεπιστημιακή καριέρα, ότι απαλλάχτηκε από το στρατό, όπου σκεφτόταν κάποτε να σταδιοδρομήσει, ότι απαλλάχτηκε ακόμα και από το σεξουαλικό πόθο, ο ίδιος θεωρεί το σεξ ‘’αγελαία απόλαυση’’), καταλήγοντας στο συγκλονιστικό:

Ν. Η αρρώστια μου μ’ έφερε επίσης πρόσωπο με πρόσωπο με την πραγματικότητα του θανάτου. Το φάσμα του επερχόμενου θανάτου ήταν μεγάλο κέρδος: δούλευα χωρίς ανάπαυση γιατί φοβόμουν ότι θα πέθαινα πριν τελειώσω αυτά που πρέπει να γράψω. Η γεύση του θανάτου στο στόμα μου μού έδινε προοπτική και θάρρος. Το θάρρος να είμαι ο εαυτός μου, αυτό είναι το σημαντικό.
(…) Θα έπρεπε να ευλογώ την αρρώστια μου, να την ευλογώ πραγματικά. (…) Θυμάστε την Τετάρτη, τη γρανιτένια μου πρόταση: «Γίνε αυτός που είσαι;» σήμερα θα σας πω τη δεύτερη γρανιτένια μου πρόταση: «Ό, τι δε με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό». Γι’ αυτό, το ξαναλέω, «Η αρρώστια μου είναι ευλογία».

Οι γρίφοι που βάζει ως εμπόδιο ο Νίτσε στον Μπρόιερ προκαλούν το πνεύμα του τελευταίου:
 
Πάθος για την αλήθεια


Παρόλη την πανοπλία με την οποία έχει θωρακίσει τον εαυτό του ο φιλόσοφος και την απροθυμία του να υποβληθεί σε θεραπεία- κι ακόμα περισσότερο να μιλήσει για τις ψυχικές του πιέσεις- το πάθος του Νίτσε για την αλήθεια (η πλάνη δεν είναι τύφλωση, η πλάνη είναι ανανδρία) τον οδηγεί να απευθύνει με αξιοθαύμαστο κουράγιο τρία «αιχμηρά» ερωτήματα στον Μπρόιερ:
Ν. Το πρώτο είναι: θα τυφλωθώ; Το δεύτερο: θα έχω αυτές τις κρίσεις για πάντα; Και τέλος η πιο δύσκολη ερώτηση: μήπως έχω μια προοδευτική πάθηση του εγκεφάλου, απ’ την οποία θα πεθάνω νέος, όπως ο πατέρας μου, και που θα με οδηγήσει στην παράλυση, ή ακόμα χειρότερα, στην τρέλα ή την άνοια;

Ο Μπρόιερ σέβεται την ανάγκη για γνώση της αλήθειας του Νίτσε και του απαντά με ειλικρίνεια. Ακολουθεί ένας πολύ ενδιαφέρων διάλογος για τη λεπτή θέση του γιατρού απέναντι στη σκληρή αλήθεια που επιφυλάσσεται απέναντι σε κάποιους ασθενείς και το δικαίωμα να γνωρίζουν ή να μη γνωρίζουν τον επικείμενο θάνατό τους. Απ’ αυτόν το διάλογο αντιγράφω τα πιο καίρια σημεία:
· (Μ) Υπάρχουν ασθενείς και καταστάσεις όπου ο καλός γιατρός οφείλει, για χάρη του ασθενούς, να αποκρύψει την αλήθεια.

· (Ν) Αλλά ποιος έχει το δικαίωμα να πάρει αυτήν την απόφαση για τον άλλον; Αυτή η στάση το μόνο που πετυχαίνει είναι να παραβιάζει την αυτονομία του ασθενούς.

Μ. Μερικές φορές έχω άχαρο καθήκον, να παραμείνω σιωπηλός και να υποφέρω εγώ για τον ασθενή και για την οικογένειά του.

Ν· Μα γιατρέ, αυτό το καθήκον καταργεί ένα πιο ουσιαστικό καθήκον: το καθήκον που έχει κάθε άνθρωπος προς τον εαυτό του να ανακαλύψει την αλήθεια ( «Πόση αλήθεια μπορώ να αντέξω;)

Μ· Είναι καθήκον μου άραγε να επιβάλω στους άλλους μια αλήθεια που δεν επιθυμούν να γνωρίζουν;

Ν· Ποιος μπορεί να καθορίσει τι δεν επιθυμεί ο άλλος να γνωρίσει;

Μ· Πρέπει να γίνω εγώ σκληρός και να του πω όσα δε θέλει να ξέρει;

Ν· Μερικές φορές ο δάσκαλος πρέπει να είναι σκληρός. Οι άνθρωποι πρέπει να παίρνουν σκληρά μηνύματα, γιατί η ζωή είναι σκληρή κι ο θάνατος είναι σκληρός.

Μ.· Και πρέπει να στερήσω εγώ απ’ τους ανθρώπους τη δυνατότητα να επιλέξουν πώς θέλουν ν’ αντιμετωπίσουν το θάνατό τους; Ποιος μου δίνει το δικαίωμα, ποιος μου δίνει την εξουσία να παίξω αυτόν το ρόλο; Λέτε ότι ο δάσκαλος πρέπει να είναι σκληρός. Ίσως. Αλλά ο σκοπός του γιατρού είναι να μειώσει το άγχος και να ενισχύσει την ικανότητα του σώματος να γίνει καλά. (…)Όταν έφευγα το πρωί, ο άρρωστός μου μού είπε: «Αφήνομαι στα χέρια του θεού». Ποιος μπορεί να τολμήσει να μου πει ότι δεν είναι κι αυτό μια μορφή αλήθειας;

Ν· Στην αλήθεια φτάνει κανείς μέσα από τη δυσπιστία και τον σκεπτικισμό, όχι μέσα από μια παιδική ευχή να ήταν τα πράγματα κάπως! Η ευχή του ασθενούς σας ν’ αφεθεί στα χέρια του θεού δεν είναι μια αλήθεια. Είναι απλώς η ευχή ενός παιδιού- και τίποτα παραπάνω!

Μ. Γιατί τόσο πάθος, τόση ευλάβεια για την αλήθεια; Πώς θα βοηθήσει η αλήθεια τον άρρωστό μου;

Ν.· Δεν είναι η αλήθεια ιερή, ιερή είναι η αναζήτηση της αλήθειας του καθενός μας! μπορεί να υπάρχει πιο ιερή πράξη από την αυτοαναζήτηση; Μια από τις πάγιες φράσεις μου είναι: «Γίνε αυτός που είσαι». Και πώς μπορεί κανείς ν’ ανακαλύψει ποιος είναι και τι είναι χωρίς την αλήθεια;

Μ· Η αλήθεια του αρρώστου μου όμως είναι ότι έχει πολύ λίγο χρόνο ζωής μπροστά του. Πρέπει να του προσφέρω εγώ αυτή την αυτογνωσία;

Ν· Η αληθινή εκλογή, η πλήρης επιλογή μόνο κάτω απ’ τον ήλιο της αλήθειας μπορεί ν’ ανθίσει. Πώς αλλιώς μπορεί να γίνει; Αν δε γνωρίζει πως πεθαίνει, τότε πώς μπορεί ο ασθενής σας ν’ αποφασίσει πώς να πεθάνει;

Μ· Πώς να πεθάνει, καθηγητά Νίτσε;

Ν· Ναι, πρέπει ν’ αποφασίσει πώς θ’ αντιμετωπίσει το θάνατο: να μιλήσει σε άλλους, να δώσει συμβουλές, να πει τα πράγματα που φύλαγε για να τα πει πριν το θάνατό του, να αποχαιρετήσει τους άλλους, ή να μείνει μόνος, να κλάψει, να περιφρονήσει το θάνατο, να τον καταραστεί, να του πει ευχαριστώ.

Ο Μπρόιερ είχε αντικρούσει σε όλες το Νίτσε. Στα ψέματα όμως: βαθιά μέσα του ήξερε ότι ο Νίτσε είχε δίκιο.
Έτσι κάνει τα αδύνατα δυνατά για να μη χαθεί η επαφή. Όταν ο Νίτσε προβάλλει οικονομικές δυσκολίες, προσφέρει δωρεάν θεραπεία όμως ο Νίτσε αρνείται και αποδεικνύει ότι είναι σκληρό καρύδι:
Ν. -Επιτρέψτε μου να σας θέσω μια ευθεία ερώτηση, δόκτωρ Μπρόιερ. Ποιο είναι το δικό σας κίνητρο στο θεραπευτικό αυτό εγχείρημα;
Ο διάλογος που ακολουθεί απελπίζει τον Μπρόιερ. Φτάνει στο σημείο να παραδεχτεί ότι ο Νίτσε είναι ανυπόφορος και φυσικά αυτή η συμπεριφορά διώχνει το Νίτσε. Ώσπου μετά από κάποιες μέρες γίνεται κάτι απρόοπτο: μια πολύ ισχυρή κρίση της ασθένειας του Νίτσε (αμφοτερόπλευρη σπαστική ημικρανία) φέρνει τον Μπρόιερ στο προσκέφαλό του. Μετά από ώρες αναισθησίας, μέσα στα ουρλιαχτά και τα βογκητά …τα χείλη του Νίτσε κινούνταν μουρμουρίζοντας κάτι ακατάληπτο. Τώρα μπορούσε να ξεχωρίσει τα λόγια, αν και στην αρχή δεν πίστευε στα αυτιά του. Ο Νίτσε έλεγε: «Βοήθα με, βόηθα με, βόηθα με, βόηθα με!». Παρόλο όμως που το περιστατικό τους ξανάφερε κοντά, πάλι ο Νίτσε αρνείται σθεναρά τη θεραπεία που του προσφέρει δελεαστικά ο Μπρόιερ.

Αντιστροφή ρόλων

Μ.
Πρέπει να τον πείσω ότι με βοηθάει-
ενώ εγώ, αργά και ανεπαίσθητα, θα ανταλλάσσω ρόλο μαζί του,
ώσπου να γίνει αυτός ο ασθενής
Κι εγώ να ξαναγίνω ο γιατρός

Η ανταλλαγή που προτείνει ο Μπρόιερ είναι να λειτουργεί ο ίδιος ως γιατρός για τα σωματικά συμπτώματα του Νίτσε, ενώ παράλληλα ο Νίτσε θα λειτουργήσει ως γιατρός για την ψυχή, για το πνεύμα του Μπρόιερ. Ξεγυμνώνοντας τον εαυτό του, ο Μπρόιερ ελπίζει ότι θα ενθαρρύνει τον Νίτσε να προβεί σε προσωπικές εξομολογήσεις, πεισμένος ότι το «ξεφόρτωμα» ή, αλλιώς, το «καθάρισμα της καμινάδας» θεραπεύει την ψυχική ασθένεια. Ο Νίτσε φυσικά αιφνιδιάζεται αλλά εδώ οι αντιστάσεις του είναι μηδαμινές
Ν. ε μπορώ να θεραπεύσω την απόγνωση, δρ Μπρόιερ. Η απόγνωση είναι το αντίτιμο που πληρώνει κανείς για την αυτοσυνείδηση).

Σύντομα ωστόσο ο Νίτσε παίρνει σοβαρά το ρόλο του και προετοιμάζει ερωτήματα και στρατηγικές για να μάθει τον Μπρόιερ να αντιμετωπίζει την απόγνωση. Καταρτίζουν μαζί έναν κατάλογο από τα προβλήματα του Μπρόιερ (ιδέα που δεν αρέσει στον τελευταίο): γενικευμένη έλλειψη χαράς, κατακλυσμός από αλλότριες σκέψεις, απέχθεια για τον εαυτό, φόβος των γηρατειών, φόβος θανάτου, τάση προς αυτοκτονία. Η προσέγγιση είναι λογική αρχικά, ο Νίτσε θεωρεί θεμελιώδες το πρόβλημα φόβου του θανάτου, δευτερογενές την εισβολή ακατανόητων σκέψεων κλπ.
Σιγά σιγά ο Μπρόιερ ελευθερώνει τις κρυφές σκέψεις (όπως το ν’ αποδράσει από τη σύμβαση της οικογενειακής ζωής) καθώς και τις απόκρυφες επιθυμίες του (να εγκαταλείψει την οικογένεια και να φύγει με την Άννα Ο.) στο Νίτσε, ο οποίος τις αντιμετωπίζει σα δευτερογενή προβλήματα. Τον προτρέπει να σκεφτεί το παρακάτω ερώτημα: «αν δεν κάνατε αυτές τις αλλότριες σκέψεις τι θα σκεφτόσασταν;», για να καταλήξουν, μετά από θυελλώδεις διαλόγους στο ότι η ύπαρξή του αναλωνόταν σε ασημαντότητες, ότι οι μεγάλες λεωφόροι του μυαλού του, που ήταν φτιαγμένες για ευγενείς ιδέες, έκλεισαν από τα σκουπίδια. Η αμφίδρομη σχέση των δυο ηρώων αλληλοσυμπληρώνει τη σκέψη τους. Ο Νίτσε σκέφτεται ότι ίσως δεν έχει σημασία η καταγωγή των συμπτωμάτων αλλά το νόημά τους.

Κάθαρση


Ν. Να πεθαίνεις τη σωστή στιγμή!
Ζήσε όταν ζεις! Ο θάνατος χάνει τη φρίκη του αν κάποιος πεθαίνει έχοντας εξαντλήσει τη ζωή του! Αν ο άνθρωπος δε ζει τη σωστή στιγμή, τότε δε μπορεί να πεθάνει τη σωστή στιγμή.
Ακόμα, Γιόζεφ, αποφεύγεις την ερώτησή μου. Έζησες τη ζωή σου; Ή σε έζησε εκείνη;\την επέλεξες; Ή σε επέλεξε εκείνη; Την αγάπησες; Ή μετάνιωσες γι’ αυτήν; Την κατανάλωσες; Μήπως στέκεσαι εκεί πέρα αβοήθητος πενθώντας τη ζωή που ποτέ δεν έζησες;

Αυτή η –τελευταία πριν την «κάθαρση»- συνάντηση αποκάλυψε τόσες εντάσεις, που κι ο ίδιος ο Νίτσε αναρωτιέται μήπως έδωσε στον Μπρόιερ πιο δυνατή σκέψη απ’ ό, τι άντεχε. Η αιώνια επανάληψη είναι πανίσχυρο σφυρί. Τσακίζει αυτούς που δεν είναι έτοιμοι γι’ αυτό.

Είναι η κορύφωση της πνευματικής συμπόρευσης των δύο ηρώων. «Ασθενής» είναι πλέον ο Μπρόιερ ο οποίος, έχει πια βάλει στην άκρη το ρόλο του ως γιατρού, και ακολουθώντας τις υποδείξεις του Νίτσε αποτολμά μια κατάδυση στον εαυτό του, στις εμμονές, τα πάθη και τις αδυναμίες του, μ’ έναν εξαιρετικά πρωτότυπο τρόπο.  Ο αναγνώστης βιώνει μια τεράστια έκπληξη αρκετών σελίδων για να παρακολουθήσει, μετά από δυο μέρες τον  Μπρόιερ να επισκέπτεται, λυτρωμένος πια, το Νίτσε ανακοινώνοντας ότι έχει συνέλθει εντελώς.
Ο Νίτσε με τη σειρά του εκπλήσσεται και ζητά επίμονα το μηχανισμό με τον οποίο επιτεύχθηκε αυτό. Μέσα του πνίγονται τα δικά του πάθη που δεν είχε την τόλμη να φανερώσει, κι αντίστοιχα, θαυμάζει τον Μπρόιερ. Η απογύμνωση του τελευταίου βοηθά στο να εκθέσει κι ο Νίτσε τις δικές του προσωπικές εμμονές, αλλά αυτό που σπάει τελείως τη συναισθηματική πανοπλία του είναι η αποκάλυψη- επιτέλους- του Μπρόιερ ότι η συνάντησή τους ήταν προσχεδιασμένη. Ότι γνωρίζει τη Λου, ότι έχει διαβάσει τις επιστολές του. Ένταση, οργή, απόγνωση διαδέχονται η μια την άλλη. Μιλούν μετατρέποντας το συναίσθημα σε λόγο, μιλούν για την ανάγκη της εμμονής σε μια γυναίκα-ιδέα, για τις ιδιωτικές σημασίες που έχουν προσάψει στα πρόσωπα. Ανακαλύπτουν μαζί ότι όσο τους «χρησιμοποίησαν» οι άλλοι, άλλο τόσο τους «χρησιμοποίησαν» και αυτοί οι ίδιοι. Και όλοι είναι ανίκανοι να δουν την αλήθεια του άλλου.

Ν. Είναι παράξενο, αλλά ακριβώς τη στιγμή που, για πρώτη φορά στη  ζωή μου, αποκαλύπτω τη μοναξιά μου σε όλο της το βάθος, σε όλη της την απόγνωση- την ίδια ακριβώς στιγμή, η μοναξιά διαλύεται! Τη στιγμή που σου είπα ότι ποτέ δε μ’ έχουν αγγίξει, ήταν η πρώτη στιγμή που επέτρεπα στον εαυτό μου να τον αγγίξουν. Τη μια εκπληκτική στιγμή, σαν κάποιο γιγάντιο εσωτερικό παγόβουνο να ράγισε ξαφνικά και να’ γινε κομμάτια.

Ήταν τότε που έκλαψε ο Νίτσε…
---------------------------------------------------------------------------------------
Ουσιαστικά ο Γιάλομ μέσα απ’ αυτό το βιβλίο, αλλά και στα επόμενα του που θα ακολουθήσουν, μας προτείνει διάφορες μεθόδους, με τις οποίες μπορούμε να διαχειριστούμε τον τρόμο της θνητότητας, όπως π.χ. μέσα από την ουσιαστική ανθρώπινη επαφή και την αναζήτηση της πληρότητας και της αυτοπραγμάτωσης. Δια μέσου της φιλοσοφίας ενός μύθου που ξεπερνά τον αιώνα του και προχωρεί πολύ πιο μπροστά-ο Νίτσε προφητεύει ότι δεν έγραψε ότι έγραψε για την εποχή του, αλλά για τις μελλοντικές καταστάσεις-ερχόμαστε σ’ επαφή με τον ίδιο τον υπεράνθρωπο, που ο ίδιος ο Νίτσε έπλασε και ο Γιάλομ , πολύ έξυπνα προσωποποιεί. ‘’Ο Υπεράνθρωπος του Νίτσε, είναι ο τύπος εκείνος του ανθρώπου που αρνείται την καθολικότητα, την αντικειμενικότητα, την ολότητα και την γενική παραδοχή. Πρόκειται για τον τύπο εκείνου του ανθρώπου, που κατασκευάζει με τα ίδια του τα χέρια την ιστορική πορεία του και τη μυθική μοίρα του’’, σύμφωνα  με τον Ζώρζ Μπατάιγ. ’’Στην κατασκευή του Υπερανθρώπου συμμετέχουν θετικές και αρνητικές δυνάμεις, τάσεις που οδηγούν στη δημιουργία και τάσεις που οδηγούν στην καταστροφή’’ συμπληρώνει ο Γάλλος σύγχρονος φιλόσοφος Ζίλ Ντελύζ.

Πρόκειται για ένα βιβλίο πνευματώδες, όπου ο συγγραφέας μέσα από την κατάθεση εμπειριών δικών του ως ψυχιάτρου με τους ασθενείς του -περιστατικά πραγματικά  τα οποία εντάσσει ως μυθοπλασία-παράλληλα με την βαθύτατη φιλοσοφία και την τραγική ζωή μιας μεγαλοφυΐας, που κατατίθεται φυσικά και προσλαμβάνεται εύκολα και σε συνδυασμό με την ανθρώπινη υπόσταση και τις αδυναμίες και των δυο-θεραπευτή και θεραπευόμενου- μια πανέξυπνη αντιστροφή ρόλων, ένα υψηλών προδιαγραφών , λογοτεχνικό τέχνασμα- μας βοηθά να έλθουμε σ’ επαφή με το νόημα της ύπαρξής μας, κινητοποιώντας μας να αναζητήσουμε μια πιο ουσιαστική ζωή αναζητώντας την αλήθεια των πραγμάτων, περιβαλλόμενοι ωστόσο από δικούς μας ανθρώπους και φίλους, νικώντας έτσι στην επίγεια ζωή τον ίδιο το θάνατο.
Η ουσία της ζωής όμως αφήνει πάντα τον υπαινιγμό της πιθανής στροφής στο μηδέν, από όπου ξεκίνησε η αναζήτησή της.

Η πάλη που γίνεται μέσα μας, σε ασυνείδητο επίπεδο, μέσα από τα λόγια του συγγραφέα, περνάει στο συνειδητό της είδωλο. Κι ο αναγνώστης εκπλήσσεται όταν διαπιστώνει πόσο οικείες καταστάσεις, που δεν είχε καταφέρει να συνειδητοποιήσει, εμφανίζονται μπροστά στα έκπληκτα μάτια του. Καταιγισμός από μεγάλα νοήματα, ιδέες, αφορισμοί  και αιχμηρά ερωτήματα τον κατακλύζουν. Τη στιγμή που είναι έτοιμος να τα κατακτήσει, διαπιστώνει αλίμονο ότι είναι πολύ μακριά τους. Ο συγγραφέας μάς δηλώνει, συγκλονισμένος, ότι το πιο σημαντικό είναι να ζεις και να πεθαίνεις την στιγμή που πρέπει. Να έχεις το δικαίωμα της αληθινής επιλογής, στη ζωή σου. Να είσαι ελεύθερος, με πλήρη επίγνωση της επιλογής σου. Αλλά τίποτα δεν είναι τόσο απλό. Η όλα είναι τόσο απλά ίσως,  που νομίζουμε ότι είναι πολύπλοκα. 

 Ο Χα’ι’ντεγκέρ όρισε κάποτε το θάνατο ως’’ τη μη δυνατότητα περαιτέρω δυνατότητας’’. Η διαρκής αναζήτηση αυτής της δυνατότητας μας κρατά μακριά από οποιονδήποτε ‘’θάνατο’’.

Ο Γιάλομ, αν και Εβραίος που πήγαινε κάποιες φορές στη Συναγωγή, δηλώνει πολύ ορθολογιστής για να έχει οποιαδήποτε θρησκευτική πίστη. Στηριγμένος στην ψυχανάλυση, δίνοντας έμφαση στην ερμηνεία των ονείρων, ασχολείται κυρίως με παθολογικές περιπτώσεις. Ο ίδιος,  που διανύει ήδη την ένατη δεκαετία της ζωής του δηλώνει: ’’Ο θάνατος με κάνει να ζω περισσότερο την κάθε στιγμή, να εκτιμώ και να απολαμβάνω και μόνη τη χαρά του να έχω τις αισθήσεις μου, να είμαι ζωντανός.’’

 Πηγές: blog ανάγνωση της Χριστίνας Παπαγγελή                                                                     








Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015


 











Σ’ ερειπωμένο ξωκλήσι


Σ’ ερειπωμένο ξωκλήσι με φέρανε
Σερνάμενα βήματα

Στο σήμα του σταυρού στο κατώφλι
Η ανατριχίλα του δέους σκαλώνει πάνω μου

Ύμνοι αχνοί παραίσθησης δονούν
Τα κουρασμένα μου αυτιά της πόλης

Κεριά τρεμάμενα στα μανουάλια
Θυμίαμα βασιλικού και μοσχολίβανου
Το σκηνικό του θείου σε ημίφως

Οι αυστηρές εικόνες των αγίων
Με χρυσοποίκιλτα άμφια αταίριαστα
Απορροφούν την προσευχή μου

Δέχονται ανέκφραστα από απόσταση ασφαλείας
Έναν ακηδή ασπασμό αμαρτωλού

Η δέησή μου γίνεται καπνός στο θυμιατήρι

 Αντήχηση χαμένων εποχών
Σε μισοσκόταδο ημίγλυκου άρτου

                                                   Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

Από την ποιητ. συλλογή''Στον κήπο της μνήμης'', εκδ. Γαβριηλίδης 2011

Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Παρουσίαση του μυθιστορήματος "Η Μάχρια της Λήθης" από την Ελπινίκη Νικολουδάκη Σουρή

Η Μάχρια της Λήθης
Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη
Μυθιστόρημα, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2014




Παρουσίαση του μυθιστορήματος από την Καθηγήτρια του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Κρήτης,  Ελπινίκη Νικολουδάκη Σουρή  * 

Προλεγόμενα
Η Λογοτεχνία πάντα μας φέρνει μπροστά στα προβλήματα της ζωής και έχει τον τρόπο της να μας υποβάλει την εντύπωση ότι αυτά θα μπορούσαν να είναι και δικά μας. Το μυθιστόρημα, ακόμη πιο πολύ, καθώς μελετά τις ανθρώπινες κινήσεις και σχέσεις, που συλλαμβάνονται και εξελίσσονται σε μια ιστορία, μας προκαλεί εμάς τους αναγνώστες να ανοίξουμε ένα διάλογο με όσα γίνονται εκεί μέσα. Γιατί συμμετέχουμε στη ζωή των προσώπων και η ανάγνωση τις πιο πολλές φορές ζωντανεύει όλο το κείμενο με απρόβλεπτα μεγάλο αριθμό φωνών. Γιατί, κυρίως, οι χαρακτήρες προκαλούν τον στοχασμό και θα λέγαμε ότι μαζί με τον αναγνώστη δημιουργούν μια προοπτική στη ζωή μας με ηθική βαρύτητα. Όμως, τόσο αυτοί, ως πρόσωπα κεντρικά ή ήρωες, όσο και οι αναγνώστες «παραδίδονται» στην εξέλιξη μιας μυθοπλασίας μέσα στην οποία δοκιμάζονται και τα δρώντα πρόσωπα και ο δημιουργός τους και όσοι με τα μάτια της ψυχής των συν-τρέχουν με αυτά. Άλλωστε, η δοκιμασία, μια δραματική κατηγορία της πλοκής μεστωμένη μέσα σε αποφάσεις ή ενέργειες, μέσα στη δράση, όπως λέμε γενικά, των προσώπων που αντιστέκονται στο κακό, καθιστά τη λογοτεχνία αυταξία, γιατί δικαιώνει τον αγώνα· δεν αφήνεται μετέωρος, όπως γίνεται στη σύγχρονη καθημερινότητά μας, να επιζητείται η δικαίωσή του κι αυτή να μην έρχεται, οι άνθρωποι να αποκάμνουν, να αποστρέφονται το παρελθόν, να προτιμούν με πάθος την κατανάλωση και να βυθίζονται στη λήθη.
            Η Λογοτεχνία, επίσης, δεν έπαυσε ποτέ να εμπνέει τον έλεο και τον φόβο μήπως τα δεινά των «μυθικών» προσώπων βρουν και αυτούς που τα βλέπουν ή τα διαβάζουν σε μια τραγωδία, σε μια παραλογή ή σε ένα μυθιστόρημα, για να δώσουμε ενδεικτικά παραδείγματα. Η ίδια ανησυχία διαπερνά και τον αναγνώστη του μυθιστορήματος που παρουσιάζουμε σήμερα. Γιατί η Μάχρια, πρόσωπο της «συμφοράς», όπως λέει ο Παπαδιαμάντης το κάθε νόθο τέκνο, προικισμένο, όμως, με χάρες, όπως η ομορφιά, η εξυπνάδα, η μόρφωση και το ήθος, αντιστέκεται στο πεπρωμένο της παλλακίδας, βιώνει με την οικογένειά της τον κίνδυνο της απόδρασης από το περιβάλλον του Σουλτάνου, μορφώνεται μέσα στα πλούτη του ευρωπαϊκού πολιτισμού τον 19ον αιώνα, απολαμβάνει τη διακριτική της ετερότητα μέσα στη χλιδή της μεγαλοαστικής Γαλλίας, ενηλικιώνεται ζώντας τον έρωτα και καταντά θύμα του οπίου που το δοκιμάζει από περιέργεια στην αρχή.  Κι όσο ακούμε το ίδιο το κορίτσι να μας αφηγείται το σωματικό και ψυχικό «στραπάτσο» του, ωσάν να είναι αυτή η ώρα και η στιγμή που βασανίζεται, τόσο το κενό το δικό της ελέγχει τη δική μας συνείδηση, τη συμπεριφορά μας στα παιδιά μας, στους μαθητές μας, στα νιάτα …

«Μέχρι στιγμής κανένας δεν είχε αποδώσει τα ρίγη, το αβάσταχτο κρύο που ένιωθα να με παγώνει ολόκληρη, τα ολοκόκκινα μάτια με τους μαύρους κύκλους, τη χλομάδα, την αδυναμία και την ανορεξία μου στη στέρηση του ναρκωτικού. Ήταν φρικτό, δε φανταζόμουν ότι σε τόσο λίγο διάστημα θα είχα κιόλας εθιστεί. Θα πρέπει να βρω κάπου λίγο όπιο … Μόνο λίγο, ίσα ίσα να ξεχαστώ να μη λυπάμαι, να μη φοβάμαι.»[1]

Και λίγο παρακάτω:

«Η μελαγχολία επέστρεψε για να στύψει κι άλλο την καρδιά μου. Πάγος βαρύς, ψυχρός κι απόκοσμος γλίστρησε μέσα στη ζωή μου. Όλα τα πάγωσε, όλα τα νέκρωσε. Μόνος θριαμβευτής ο χειμώνας μπήκε και θρονιάστηκε μέσα μου.» [2]

            Στο μυθιστόρημα Η Μάχρια της Λήθης τίθεται ένα πανάρχαιο πρόβλημα που υφίσταται μέχρι τις μέρες μας και εμπίπτει στις οικογενειακές σχέσεις με προεκτάσεις πολιτειακές· είναι το πρόβλημα του νόθου παιδιού ή γενικότερα εκείνου που – παρά τη νομιμότητα της γέννησής του -  εγκαταλείπεται, που εξορίζεται από την οικογένεια, επειδή αυτό εκλαμβάνεται ως φορέας του κακού· λ.χ., μιας οικογενειακής συμφοράς, μιας απειλής της εξουσίας του πατέρα, μιας δημόσιας κατακραυγής. Ξέρομε πως αυτήν ακριβώς την προμελετημένη απόπειρα η τύχη, σοφά καθοδηγημένη ποιος ξέρει, από ποιον υπερφυσικό νόμο, δεν την αποτελειώνει σε παιδοκτονία και η καταδίκη υπερίπταται μέχρι να ’ρθει ο καιρός να εκπληρωθεί. Εγκαταλελειμμένα παιδιά είναι ο Πάρης και ο Οιδίποδας[3], για να αναφέρουμε δυο πολύ γνωστά παραδείγματα της μυθολογίας, που οι γονείς ησυχάζουν για ένα διάστημα και, μάλιστα, τα ξεχνούν. Η μοίρα, όμως, σχεδιάζει έτσι τη ζωή τους, ώστε αυτοί να επιστρέφουν και να επαληθεύσουν ό, τι είχε προβλεφθεί· η καταστροφή του Οίκου.
            Ο πυρήνας αυτής της τραγικής κατάστασης προέρχεται, βέβαια, από το παραμύθι που εγκολπώνεται χιλιετηρίδων συλλογική ανησυχία γύρω από την έλευση της νέας ζωής στον κόσμο· συνεχίζεται, όμως, στην επώνυμη λογοτεχνία, και για να έρθουμε στα δικά μας, θα αναφέρουμε τη Γυφτοπούλα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και τον  Βίο του Ισμαήλ Φερίκ Πασά. Και επειδή, στο μυθιστόρημα αυτό μέρος της πλοκής συμπίπτει ως προς τους τόπους και τα γεγονότα με όσα γίνονται στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος Η Μάχρια της λήθης, οφείλουμε να σημειώσουμε  ότι ο ομώνυμος ήρωας είναι θύμα πολέμου που χάνει την οικογένειά του, όταν το Οροπέδιο ξεσηκώνεται στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. 
            Από το παιδί θύμα εκκινεί και ο προβληματισμός της Ρένας Πετροπούλου, από το παιδί θύμα των πολέμων, τις φρικτές εικόνες των οποίων ζούμε και σήμερα. Και, διαβάζοντας το θυελλώδες ριζικό της Μάχρια, στο οποίο αφιερώνεται και η πρώτη εποχή του μυθιστορήματος, σκεφτόμαστε πως η πρωταγωνίστρια, τουλάχιστον και μέχρι την απόδρασή της από το «Ντολμά Μπαχτσέ», εκπροσωπεί χιλιάδες παιδιά που έχασαν τα ίχνη των γονέων τους, που σύρθηκαν στα σκλαβοπάζαρα του Αιγαίου, που επιβίωσαν απόλυτα προσαρμοσμένα στη σκλαβιά ή διχασμένα ανάμεσα στη μνήμη τού τότε και την εμπειρία τού τώρα.      Στον Πρόλογο του μυθιστορήματος η Μάχρια, όπως στην αρχαία τραγωδία, εξιστορεί τις συνθήκες της γέννησής της· και έρχεται στον κόσμο την ώρα που καταφεύγει στο σπίτι του παππού της του Καλλιμάρκου ο πατέρας της:

«Γεννήθηκα μπροστά στο αναμμένο τζάκι, την ώρα που ο παππούς Λεωνίδας σαστισμένος άνοιγε διάπλατα την πόρτα του σπιτιού μας μες στη νύχτα σ’ ἐναν άντρα κυνηγημένο. Ένα φυγά με σκοτωμένο βλέμμα, με πρόσωπο ρημαγμένο απ’ την οδύνη του χαμού. Εκείνος ο φυγάς έγινε η αιτία να δω το φως του κόσμου, μέσα στο μαύρο σκοτάδι»[4]

            Η Μάχρια γεννιέται από ένα βουκολικό έρωτα που φουντώνει, ταυτόχρονα με την Επανάσταση των ετών 1866-69 στην Κρήτη. Και, καθώς μέσα στη δίνη του πολέμου οι άνθρωποι έχουν ελάχιστες στιγμές για την προσωπική τους ζωή, οι ερωτευμένοι νέοι δεν προλαβαίνουν να επισημοποιήσουν τον δεσμό τους. Έτσι, η οικογένεια παίρνει όλα τα μέτρα για να μη μαθευτεί η εγκυμοσύνη στην κοινότητα του Οροπεδίου.  Και όταν γεννιέται το κοριτσάκι, την ίδια ώρα απομακρύνεται, αλλοίμονο, από την οικογένεια με το σοβαρό πολιτικό και οικονομικό status, που θα μπορούσε να το είχε κρατήσει και αναθρέψει· ταυτόχρονα, η απόφαση αυτή θα υποδήλωνε την αλλαγή των ηθών, ότι, δηλαδή, η Επανάσταση στην Κρήτη δεν φέρνει μόνο την Ένωση και τη Λευτεριά, αλλά και απελευθερώνει τον Κρητικό από τις προκαταλήψεις που βασανίζουν τον τόπο. Έτσι, στο εξής το αθώο πλάσμα μοιράζεται ανάμεσα σε δυο μάνες, σε δυο οικογένειες, αποπέμπεται από τη μια και περιθάλπεται και ανατρέφεται με στοργή από τη Μιχριμπάν, τη θετή της μητέρα. Σα να κυριαρχεί η συνωμοσία του κακού που δηλητηριάζει το σπιτικό και το διαπερνά ο φόβος της κοινής γνώμης που καθιστά τα καλά πρόσωπα κακά, τους επαναστάτες ευάλωτους στην κατακραυγή, ανίκανους να σηκώσουν κεφάλι. Πόσο απαξιωτικά ακούγεται ο λόγος της Μάχρια στην κατακλείδα του Προλόγου της «Στην Κρήτη του 19ου αιώνα τα μπάσταρδα δεν είχαν θέση σε καμιά οικογένεια»[5] και πόσο θυμούμαστε τη Φραγκογιαννού, όταν οι τελετουργικές κινήσεις της αρχόντισσας Ρεγγίνας για την ευλογία του μωρού καταλήγουν ειρωνικά στη σπαρακτική σκηνή του αποχωρισμού:

« … η Ιουστίνη έσκυψε και φίλησε τη νεογέννητη κόρη της στα μάτια – κανέναν δε φιλούν στα μάτια, φιλί του αποχωρισμού, λένε -, την ίδια νύχτα η μαμή πήρε το μωρό[6]

            Εδώ η τραγική ειρωνεία παίζει με τα αιμόφυρτα σώματα της Ιουστίνης και του Αντρέα, που παραδομένα στους πόνους της γέννας και των πληγών αντίστοιχα, αποδυναμώνουν τις ψυχές, η διαίσθηση αδρανεί, η αναμέτρηση ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο κλίνει προς τη ζωή, αλλά μια ζωή γεμάτη χωρισμούς. Το ασύμβατο πεπρωμένο δε φτιάχνεται μόνο από την Τύχη, αλλά οικονομείται και από τους ανθρώπους, που δικαιολογούν τις επιλογές τους, θέλοντας για τα παιδιά τους να αποφύγουν ό, τι εβίωσαν οι ίδιοι. Ένα προπατορικό αμάρημα διαπερνά την οικογένεια Καλλιμάρκου και το ανακοινώνει ο κυρ Λεωνίδας στον μονόλογό του, θυμίζοντάς μας ταυτόχρονα δυο κορυφαία διηγήματα της Νεοελληνικής Πεζογραφίας, τη «Φωνή του Δράκου» του Παπαδιαμάντη και το «Πίστομα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη:

«Πονώ για την κόρη μου,  το σπλάχνο μου. Κλαίω. Μα πιο πολύ πονώ για το μωρό. Γι’ αυτό το δίνω αλλού. Δε με νοιάζει πού, δε θέλω να μάθω ποτέ μου, μόνο να μην υπάρχει κοντά μου. Να μην το βλέπω. Μια που γεννήθηκε –καλό θα ’ταν να μην έβλεπε ποτέ το φως της μέρας, Θεέ μου, σχώρα με –αλλά δε θἐλω το παιδί της λατρεμένης μου Ιουστίνης να ’χει τη μοίρα ενός μπάσταρδου. Γιατί αυτή τη μοίρα την ξέρω από πρώτο χέρι. Εγώ ο ίδιος είμαι καρπός ενός περαστικού έρωτα.( …) Μεγάλωσα μες στην ντροπή και την απόρριψη, παίρνοντας το επώνυμο της μητέρας μου, σημαδεμένος σαν μπάσταρδος. (…) Η οικογένεια της μάνας μου, πιο φτωχοί κι απ’ τους φτωχούς, έδιωξε την ατιμασμένη κόρη και μ’ αγνόησε. (…) βουλιαγμένοι στις προκαταλήψεις, έφτυναν στο χώμα μόλις έβλεπαν την αμαρτωλή. Γύριζαν αλλού το βλέμμα. Ήμουν  σημαδεμένος με το στίγμα.»[7]

            Ωστόσο, η τύχη ευνοεί τον Λεωνίδα Καλλιμάρκο και γίνεται ο θετός γιος του Ορέστη Καλλιμάρκου που διαφεντεύει το Οροπέδιο. Θα περίμενε, λοιπόν, ο αναγνώστης να έχει οπλιστεί με καρτερία και αντοχή και να μη δείξει αυτή τη σκληρότητα στην Ιουστίνη και στο νεογέννητο, με το πρόσχημα της δημόσιας καταλαλιάς. Όμως, αυτός ο άνθρωπος, με την αμφίσημη διάθεση, που αδικεί από γνώση και ευεργετεί από άγνοια, γίνεται, θα λέγαμε, συνεργός της πολυπλοκότητας της συγγραφής που εξελίσσεται σε μυθιστόρημα ποταμός. Γιατί αυτός μεν  εξορίζει το μωρό, αλλά μαζί μ’  αυτό παραδίδει στη μαία και το πολύτιμο αρχαίο κόσμημα από ανασκαφή στην Ελεύθερνα  σαν φυλαχτό. Έτσι προπέμπει την τύχη της βρέφους και φαίνεται ότι συμπυκνώνει τις ευχές με τις οποίες το κατευοδώνει ενδόμυχα όλη η οικογένεια. Και τούτο το κόσμημα, που καίει όποιον πάει να το υφαρπάσει, γίνεται το μαγικό δώρο  που βοηθά τη Μάχρια και μόνον αυτή να επιβιώνει στις περιπέτειες που της τυχαίνουν στη συνέχεια.
            Η ζοφερή αβεβαιότητα της κατάστασης που ακολούθησε το Ολοκαύτωματου Αρκαδίου νοιώθεται και εκφράζεται από ορισμένα πρόσωπα της Ιστορίας. Καθένα, όμως, από αυτά γνωρίζει μέρος της εξέλιξης, με αποτέλεσμα να κυριαρχούν οξύμωρες καταστάσεις και ο έρωτας με τον θάνατο να γίνονται οι δυο όψεις της επισφαλούς ζωής εκείνων των χρόνων. Πριν το Ολοκαύτωμα, για παράδειγμα, ο Αντρέας φεύγει από τη Μονή Αρκαδίου, χωρίς να τον αντιληφθούν οι πολιορκητές, για να καλέσει ενισχύσεις από την Ανατολική Κρήτη. Έτσι σώθηκε, ενώ οι συναγωνιστές του κάηκαν.  Αλλά στο διάστημα αυτό συναντά την Ιουστίνη και χαίρεται τον έρωτά της, ενώ οι άλλοι θυσιάζονται … Να πληρώνει, άραγε, ο ίδιος αυτή τη δαιμονική ανεμελιά και απόλαυση με την άγνοια ότι το παιδί που γεννιέται, και είναι παρών αυτός στον τοκετό, είναι δικό του; Με την άγνοια ότι η Ιουστίνη τιμωρείται απομονωμένη σε σκοτεινό υπόγειο, ενώ εκείνος περιθάλπεται έτσι που αξίζει σε ήρωα;  Εδώ φαίνεται ότι αυτή η διαστρωματωμένη άγνοια παίζει ένα βάναυσο παιχνίδι, συχνό σε ανθρώπους που πολεμούν ή επιστρέφουν από πόλεμο.
            Αλλά η συγγραφέας διαλέγει τον Αντρέα ως ιστορικό πρόσωπο να μεταφέρει τις πολεμικές ειδήσεις στο παρόν της αφήγησης άλλοτε εκμυστηρευόμενος τα συμβάντα στην Κοραλία, την αδερφή της Ιουστίνης που είχε αναλάβει τη θεραπεία του και άλλοτε αναπολώντας τα ο ίδιος. Ας μείνομε λίγο σ’ αυτό το πρόσωπο που κρύβεται «στο φιλόξενο σκοτεινό κελάρι του κυρ Λεωνίδα», θυμάται και αναλογίζεται διαδοχικά την πολιορκία του Αρκαδίου, τη συνάντηση με την Ιουστίνη, τη συμπλοκή με τον εχθρό, τη γέννα, τον γενέθλιο τόπο. Σκηνές δοσμένες ακατάστατα που συνθέτουν, εν τούτοις, τη χρονογραφία της εξέγερσης από τη Δυτική μέχρι την Ανατολική Κρήτη, που εναλλάσσονται ανάμεσα στο προσωπικό δράμα και το συλλογικό τραύμα..  Τα πρόσφατα γεγονότα, όπως οι επιθέσεις των Τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων σε στρατηγικά σημεία του Οροπεδίου με αρχηγό τον Μιχαήλ Κόρακα, αναφέρονται πρώτα. Κορυφαία η απόκρουση στην κορφή Αφέντης του Οροπεδίου, όπως και στον Καπετάν Μιχάλη στην Επανάσταση του 1889, αλλά οι επαναστάτες διαλύονται και καταφεύγουν σε κοντινά χωριά. Ακολουθεί η αδράνεια στο σπίτι της Ιουστίνης, όπου η ανάμνηση του γενέθλιου τόπου μαλακὠνει την αιχμηρή μνήμη της πρόσφατης πραγματικότητας και τις εφιαλτικές ώρες κατά τις οποίες το μυαλό του ανθρώπου αδυνατεί να συλλάβει την άβυσσο της καταστροφής στο Αρκάδι. Ο δραματικός εσωτερικός μονόλογος του Αντρέα αποδίδει τη σύγχυση που του προκαλούν τα πολεμικά γεγονότα, οι συγκρούσεις και η αμφισβήτηση της εμπιστοσύνης που ενέπνεε η Ιουστίνη…  Διαδοχικές σκηνές προδοσίας πολιορκούν τη ζωή του και καταφεύγει, όπως κάνει αργότερα και η κόρη του, στην αναζήτηση της λησμονιάς, ενώ ταυτόχρονα εμβαθύνει στο πεπρωμένο του επαναστάτη που για χάρη της πατρίδας δεν μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια:                                                          

«…θα την ξεχάσω, όπως με ξέχασε κι εκείνη. Δε μπορεί να μη θυμήθηκε ό, τι μου είχε υποσχεθεί. Ορκιζόταν ότι μ’ αγαπούσε παράφορα, ότι θα με περίμενε να γυρίσω από τ’ Αρκάδι. Κι ας μην της έδινα ελπίδες. Τι ελπίδες να δώσει σ’ ένα νέο κορίτσι ένας επικηρυγμένος; Ένας φυγάς ταγμένος στην πατρίδα και τα ιδανικά της, που τον κυνηγά κι ο ίσκιος του; Μπορεί όμως και να νόμιζε πως ήμουν σκοτωμένος. Κι είναι αλήθεια πως τότε από ένα θαύμα σώθηκα.»  

            Στα κύρια χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος ποταμού (roman fleuveriver novel) ανήκουν η μεγάλη έκταση της υπόθεσης που δεν τελειώνει, αλλά με σχετική αυτοτέλεια συνεχίζεται σε σειρά τόμων, τα πολλά πρόσωπα που αναπτύσσουν τη δράση τους γύρω από τον/την πρωταγωνιστή/πρωταγωνίστρια, οι μετακινήσεις σε απομακρυσμένους τόπους, η ανάπλαση μιας εποχής μέσα στην οποία εξελίσσονται οι ιστορίες των προσώπων με τα ήθη, τα έθιμα του κάθε τόπου, τα κενά που δημιουργούνται ανάμεσα στα κεφάλαια ή της ενότητες. Ταυτόχρονα, όμως, η πλοκή συμβαδίζει, θα λέγαμε, με την ενηλικίωση του κεντρικού προσώπου της ιστορίας. 
            Ένα μεγάλο κενό, π.χ, χωρίζει το πέρασμα της Μάχρια στον κόσμο της Ανατολής, στον φιλόξενο κόσμο της Μικράς Ασίας, όπου ανατρέφεται, απολαμβάνει τη στοργή, την περιποίηση ως πρόσωπο που χαρίζει την ευτυχία στο άκληρο ζευγάρι. Ωστόσο, στο μυθιστόρημα ο παράδεισος της παιδικής ηλικίας διαρκεί από τον Ιούλιο του 1867 μέχρι την απαγωγή της Μάχρια, το 1881 που συμβαίνει η απαγωγή της και η μεταφορά στο Παλάτι του «Ντολμά Μπαχτσέ». Έτσι έρχεται μπροστά στα μάτια μας, ένας κόσμος αλλιώτικος, ήρεμος μέσα στο χωριό του Αγιασολούκ, όπου αναγνωρίζουμε τόπους από τα μυθιστορήματα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ηθογραφία ειδυλλιακή με γιορτές που μοιάζουν με διαβατήριες τελετές από την παιδική στην εφηβική ηλικία των κοριτσιών, σχέσεις των ανθρώπων ειρηνικές, μα και κρυφοί έρωτες που σέβονται νόμους και αρχές. Η Μιχριμπάν και ο Σουλεϊμάν είναι οι γονείς της Μάχρια, ο Σουκρού, ο αδερφός του Σουλεϊμάν, ο ατρόμητος καπετάνιος, που κυριαρχεί στα αισθήματά του προς την Μιχριμπάν είναι το αντίστοιχο παλληκάρι σ’ αυτόν τον κόσμο της Ανατολής που κατορθώνει να απελευθερώσει τη Μάχρια από το Χαρέμι του Σουλτάνου και να την οδηγήσει αμόλυντη στη μάνα της.
            Γοητεύει, αλήθεια, αυτό το κομμάτι του βιβλίου, καθώς μας μετακινεί από την αγροτική περιοχή στην πολυκοσμία της Σμύρνης, στο Χαμάμ των γυναικών, στο τελετουργικό των λουτρών, ενώ οι αισθήσεις, μέσα από πληθωρικές περιγραφές, γενναιόδωρες λεκτικές διατυπώσεις, απολαμβάνουν τα αρώματα, τις φωνές, το νερό, τα γλυκά κ. λπ. Θα υποστηρίζαμε ότι το σύντομο πέρασμα της Μάχρια από την καθ’ ημάς Ανατολή εισάγει τη διάσταση του Οριενταλισμού στο μυθιστόρημα, όπου όλα προσφέρονται πληθωρικά, οι ανησυχίες απομακρύνονται, αλλά ο δεσποτισμός παραμονεύει και εκδηλώνεται σε μια από τις βάναυσες μορφές της απαγωγής της γυναίκας, για να κλειστεί στο Χαρέμι του Σουλτάνου. Ωστόσο, έχομε τόσες λεπτομέρειες της ζωής εκεί, όπου πάλι ζωή και θάνατος εναλλάσσονται άγρια! Και όλες αυτές οι λεπτομέρειες από τα φαγητά, τα γλυκά, μέχρι την εκπαίδευση, την εύνοια ή την τιμωρία κινούνται ανάμεσα στις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις και στην ψυχογραφική ανατομία των προσώπων που απολαμβάνουν το καθετί και συνάμα πάσχουν μέσα σε μια διάχυτη αβεβαιότητα. Η Μάχρια τώρα λέγεται Γκιουλσεβέρ και είναι το κορίτσι που αγαπά τα ρόδα. Στα δυο χρόνια που μένει στο Χαρέμι επιμένει να μην παραδοθεί στον Σουλτάνο, και μαζί με τη φίλη της τη Ζουλφέ καταστρώνουν το σχέδιο της απόδρασής της. Και το πετυχαίνει με την αυτοθυσία της Ζουλφέ και τη βοήθεια της Μπεσιμέ.  
Σημαντική στιγμή σ’ αυτή τη φάση είναι η συνάντηση με τον Μάγο στη συνοικία Τοπχανέ, μετά την απόδρασή της. Όταν πια έχει επιστρέψει ασφαλής στη μητέρα της Μιχριμπάν αναστοχάζεται πάνω στα όσα έμαθε από αυτόν. Για την έννοια και τη λειτουργία του πεπρωμένου:

«Το πεπρωμένο του κάθε ανθρώπου είναι μυστηριωδώς συνδεδεμένο με το πεπρωμένο των άλλων ανθρώπων. Ο μαγικός κύκλος των γεγονότων γεφυρώνει ωκεανούς και ηπείρους κι ενώνει όλους τους θνητούς. Τα γεγονότα πάντως εξακολουθούν και θα εξακολουθήσουν να εμφανίζονται, είτε αναμενόμενα είτε απρόοπτα, καθορίζοντας με την παρουσία τους καταστάσεις, σαν να ΄ναι μέρος ενός αινιγματικού σχεδίου.»[8]

Για την υιοθεσία της και το μυστήριο της καταγωγής της. Κι εδώ η μερική γνώση απαξιώνει και πάλι τη φυσική της μητέρα:

«Και η άλλη; Αυτή που με γέννησε; Αυτή που με πέταξε; Φώναξα με τα σωθικά μου ξεσκισμένα απ’ τον πόνο της πικρής γνώσης. Ποια ήμουν; Από ποιους γεννήθηκα; Η απότομη αποκάλυψη της υιοθεσίας μου με είχε τσακίσει»[9]

            Ωστόσο, η καταδίωξη του Σουλτάνου δεν αφήνει περιθώρια για μοιρολατρίες και όλη η οικογένεια κατορθώνει μετά από περιπέτειες να εγκατασταθεί στη Μασσαλία, όπου ήσυχοι πια και πάμπλουτοι η Μιχριμπάν και ο Σουκρού έχουν ως μοναδική τους έγνοια να ζει μια ζωή ευτυχισμένη η Μάχρια.
            Στη δεύτερη εποχή (Παρίσι 1888 – Μασσαλία 1889) το μυθιστόρημα έλκεται από την κοσμοπολίτικη αίγλη της Γαλλίας. Οι γυναίκες επιδίδονται σε όλες τις ασχολίες και τα ενδιαφέροντα της μεγαλοαστικής κοινωνίας όπου, όμως, υφέρπει πάντοτε ο κίνδυνος της αλλοτρίωσης, που απειλεί και εν μέρει προσβάλλει την ίδια τη Μάχρια. Αν στην πρώτη εποχή οι άνθρωποι ζούσαν σύμφωνα με τα ήθη της κοινότητας, όπου ο κανόνας προσδιόριζε αυστηρά τις σχέσεις μεταξύ τους, στο κοσμοπολίτικο περιβάλλον η διαφορά διακρίνεται και  εκδηλώνεται πιο άμεσα. Θέματα όπως η θέση της μουσουλμάνας γυναίκας μέσα στην καθημερινότητα της υψηλής γαλλικής κοινωνίας, η χαρτοπαιξία, οι παράνομοι έρωτες ή η ομοφυλοφιλία του Ντε Λαρσέ συζητούνται, προβάλλονται και ως δράση αναζητούνται λύσεις από τη συγγραφέα με την άνεση ενός λειτουργού με στόχο την απονομή δικαιοσύνης. Ωστόσο, εκεί μέσα επέρχεται ο κορεσμός που δηλητηριάζει τα πρόσωπα και ο αμοραλισμός των τα βυθίζει σε μια ηθική και ψυχική αποξένωση από τον ίδιο τον εαυτό τους και από το στενό τους περιβάλλον.
            Ένας τέτοιος τύπος είναι ο καλοδουλεμένος χαρακτήρας του Ζακ, του ανθρώπου με τα σκληρά παιδικά χρόνια που κατάφερε να εισέλθει στην καλή κοινωνία χάρη στην εξυπνάδα του, το ταπεραμέντο του και τη θρασύτητά του. Αυτός κοντά στη Μάχρια αλλάζει, είναι, όμως, ο άνθρωπος που την εθίζει στο όπιο. Και που όταν αυτή φεύγει από το Παρίσι, δε διστάζει να επανασυνδεθεί με πρόσωπα του παρελθόντος.
            Συνοψίζοντας, θα προτείναμε να διαβάσουμε το μυθιστόρημα, όπου η σκληρή δουλειά φαίνεται από την πρώτη στιγμή στον τρόπο που δαμάζει η συγγραφέας το υλικό της, το ιστορικό, το πολιτισμικό, το ηθογραφικό, το γεωγραφικό, την πολυπρόσωπη ανθρωπολογία, τις μεγάλες και τις μικρές περιπέτειες των ανθρώπων.
Οι περιγραφές με έμφαση στη λεπτομέρεια και οι ειδήσεις που παρέχονται για τους τόπους στην Κρήτη, στη Μικρά Ασία, στη Γαλλία συγκρατούνται, γιατί παίρνουν ζωή από τα πρόσωπα. Έχουν το γούστο τους, για παράδειγμα, όσα λέγονται για τις κοσμικά κέντρα του Παρισιού, τα πλούσια ρεστωράν, τα φορέματα και τα κοστούμια, τα υφάσματα, τις βιβλιοθήκες, τα Μουσεία και τις γκαλερί, τους συγγραφείς που διαβάζει η Μάχρια! Οι εξοχές στο Παρίσι, η απομόνωση των ερωτευμένων, οι εσωτερικοί χώροι, όπου κάποια στιγμή  διακρίνεται και ο Λωτρέκ, οι φωτοσκιάσεις δημιουργούν μια ατμόσφαιρα χλιδής, με την καλή έννοια, που δεν είναι και άσχημη στις μίζερες μέρες που ζούμε. Μα πάνω απ’ όλα,  πάει να δημιουργηθεί μια γυναικεία γραφή που πιότερο ξομπλιάζει τη γυναίκα. Κορυφαίες μορφές η Μιχριμπάν, η Ιουστίνη, και πίσω από αυτές η Αϊντά, η Ζουλφέ, η Σαρλότ δημιουργούν ένα δίχτυ προστασίας στη Μάχρια. Δεν καταφέρνουν, όμως, να προλάβουν το όπιο… Μια αχτίδα αισιοδοξίας φέρνει ο έρωτας που φαίνεται να διαλύει τη ζοφερή πραγματικότητα της ηρωίδας. Θα δούμε, όμως στο δεύτερο βιβλίο τι θα μας χαρίσει  η συγγραφέας μας…
             





[1] Ρένα Πετροπούλου, Μάχρια της λήθης, μυθιστόρημα, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2014, σελ. 307.
[2] Ό. π.
[3] Σε αντίθεση με τον αρχέγονο μύθο της θεάς μητέρας· που αψηφώντας τις απειλές η Ρέα κρύβει τον Δία στην Κρήτη, που, διεκδικώντας την κόρη της η Δήμητρα, μπορεί και χαίρεται την Περσεφόνη της έξι μήνες τον χρόνο πάνω στη γη.

[4] ό. π. σελ. 17.
[5] ό.π., 25.
[6] ό. π., σελ. 25. Η Κρήτη στην επιφάνειά της ανατρέφει τον Δία, ενώ στα υπόγειά της κρύβει τον Μινώταυρο, παράταιρο άνθρωπο, τέρας.
[7] ό.π., σσ. 29-30
[8] ό.π. σελ. 136

[9] ό.π. 

 * Η εισήγηση της κας Ελπινίκης Νικολουδάκη Σουρή εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου ''Η Μάχρια της Λήθης'', που πραγματοποιήθηκε στις 20/11/14 στο Επιμελητήριο Ηρακλείου, στο Ηράκλειο Κρήτης.