Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Πλάτωνος Συμπόσιον


Επιμελείται η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη


Το Συμπόσιο είναι ένα έργο του Πλάτωνα που περιέχει μία φιλοσοφική ανάλυση του έρωτα. Αυτό που ελκύει όμως  περισσότερο  είναι ένας ανολοκλήρωτος έρωτας που περιέχει: ο έρωτας του Αλκιβιάδη απέναντι στο Σωκράτη. Ο Αλκιβιάδης περιγράφει την ερωτική του επιθυμία απέναντι στο Σωκράτη. Κατά πόσο άραγε ακόμη και ένα σύγχρονο κοινό είναι σε θέση να δεχτεί μια τέτοια στάση; Βέβαια ο σκοπός του έργου στο σύνολό του είναι να μας αποκαταστήσει την εικόνα του φιλοσόφου Σωκράτη, ως ανθρώπου ανώτερου των σαρκικών πόθων και εραστή της ομορφιάς. Παρόλα αυτά και ως πρόθεση να διαβάσει κανείς την ερωτική εξομολόγηση του Αλκιβιάδη, αξίζει τον κόπο...

Το κείμενο στηρίχτηκε κυρίως στην έκδοση Ζήτρος, αλλά και στο μνημειώδες έργο του Ιωάννη Συκουτρή.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ: Το Συμπόσιο που  περιγράφει ο Πλάτωνας διαδραματίζεται όταν ο νεαρός Αγάθωνας κέρδισε την πρώτη του ΝΙΚΗ σε δραματικό αγώνα στα Λήναια το 416 π.Χ.  Συγκεκριμένα βρισκόμαστε την επομένη της επινικίου τελετής στο σπίτι του Αγάθωνα. Ο ανδρών λοιπόν του σπιτιού του Αγάθωνα είναι το κύριο σκηνικό του διαλόγου.
Ο Πλάτωνας μας μεταφέρει σε μία εποχή δόξας και ακμής της πόλης. Η Αθήνα του 416 έχει βγει νικήτρια από τον Αρχιδάμειο πόλεμο (την πρώτη περίοδο του πελοποννησιακού πολέμου). Τα λίγα χρόνια της Νικιείου ειρήνης (421) επούλωσαν αρκετά τις πληγές του πολέμου.
Ο χρόνος της συγγραφής όμως του έργου είναι διαφορετικός, με πιθανότερο το 385 π.Χ. Το έτος αυτό μάλιστα όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν στο διάλογο είναι όλα νεκρά.
Ο αφηγητής Απολλόδωρος σύμφωνα με όσα διαβάζουμε στον πρόλογο του έργου δεν ήταν παρών στο συμπόσιο του Αγάθωνα, αλλά το περιεχόμενο της αφήγησης το οφείλει στη μαρτυρία ενός από τους συμπότες, του Αριστόδημου.

ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΟΣΙΟΥ: Ο σκοπός του Πλάτωνα όταν συνέλαβε την ιδέα της συγγραφής του Συμποσίου είναι να διερευνηθεί στην ουσία του το φαινόμενο έρως. Ο έρωτας στην αρχαία ελληνική γραμματεία δεν περιγράφεται ως μια κατάσταση ή ένα συναίσθημα, αλλά αποτελεί μια ορμή κίνησης προς ένα αντικείμενο επιθυμίας. Και είναι μια ορμή που δεν προϋποθέτει απαραίτητα αμοιβαιότητα: οι ρόλοι του εραστή και του ερωμένου προσώπου παραμένουν σαφώς διακριτοί.
 Στις προθέσεις του ήταν και η ταυτόχρονη φιλοτέχνηση, για τους αιώνες που θα ακολουθούσαν, του πορτρέτου του Σωκράτη.  Να στήσει μνημείο για το μεγάλο δάσκαλο, να αναδείξει τη μοναδικότητά του, την ανωτερότητά του, την υπέρβαση της ανθρώπινης κατάστασης. Βέβαια και σε προηγούμενα έργα τον υπερασπίστηκε και τον προέβαλε, ιδιαίτερα στην Απολογία. Σ΄ αυτά όμως η στάση του ήταν κυρίως αμυντική: ν΄ αποσείσει την άδικη κατηγορία που διατυπώθηκε εναντίον του Σωκράτη και τον οδήγησε στο θάνατο και μάλιστα  τον εξέθετε στην κοινή γνώμη ακόμα και μετά το θάνατό του. Με τοΣυμπόσιο όμως επιχειρεί να κάνει και κάτι σπουδαιότερο. Προχωρεί σε επιθετική, θα λέγαμε, αποκατάσταση της μνήμης του Σωκράτη. Τον παρουσιάζει ηθικά και πνευματικά ανώτερο τόσο από τους εταίρους του όσο και από τους αντιπάλους του, ιδίως από τους πιο φημισμένους πνευματικούς ανθρώπους.

ΠΡΟΣΩΠΑ: Τα πρόσωπα που πήραν μέρος στο Συμπόσιο σαν καλεσμένοι του Αγάθωνα και κατέθεσαν τις απόψεις τους για τον έρωτα είναι ο Φαίδρος, ο Παυσανίας, οΕρυξίμαχος, ο Αριστοφάνης. Στο τελευταίο μέρος εμφανίζεται και ο Αλκιβιάδης. Το πρόσωπο όμως που βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος  μέχρι και την τελευταία γραμμή του Συμποσίου είναι ο Σωκράτης.
 Ευδιάκριτη είναι η διαίρεση του Συμποσίου σε δύο μέρη: το πρώτο μέρος περιέχει τις προσεγγίσεις των πέντε συμποτών σχετικά με το θέμα του έρωτα και αφορούν είτε απόψεις αποδεκτές από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο είτε απόψεις των διανοουμένων (σοφιστών, ρητόρων, επιστημόνων, ποιητών και καλλιτεχνών). Στο δεύτερο μέρος εκτίθεται η σύλληψη του ίδιου του Πλάτωνα.
 Ο Φαίδρος μέσα από το λόγο του  ανακηρύσσει το έρωτα ως τον πιο αρχαίο από τους θεούς και τον αναδεικνύει χορηγό των μεγαλύτερων ευεργετημάτων, καθώς δημιουργεί μέσα στην ψυχή την επιθυμία για αρετή.
Ο Παυσανίας αναλύει τον έρωτα σε σχέση με την θεά Αφροδίτη, και υποστηρίζει ότι όπως η Αφροδίτη έχει δύο φύσεις, την ανθρώπινη και την θεϊκή, έτσι και ο έρωτας έχει δύο μορφές. Ο σαρκικός έρωτας αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση, ενώ ο ανώτερος έρωτας επιφέρει την παντοτινή ένωση με τον αγαπημένο ή την αγαπημένη.
Ο Εριξύμαχος εκπροσωπεί το επιστημονικό πνεύμα  και παρουσιάζει την παντοδυναμία του έρωτα σε όλη την κοσμολογική περιοχή.
Ο Αριστοφάνης αισθητά διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους με τον ευφάνταστο γενεαλογικό μύθο για την πρώτη κατάσταση του ανθρώπου και την κατάτμηση του αρχικού ενιαίου διπλού ανθρώπινου όντος.
Ο Αγάθωνας αποδίδει στον έρωτα όλες τις υπέρτατες αρετές στον ανώτατο βαθμό και είναι απαλλαγμένος από καθετί το μίζερο και αρνητικό.

Ακολουθεί η ομιλία του Σωκράτη. Ο Σωκράτης θα μας οδηγήσει στην περιοχή του δαιμονικού κόσμου μέσα από μια αναδιήγηση της διδασκαλίας που του έκανε η ιέρεια Διοτίμα. Έρωτας είναι η τάση της θνητής ψυχής να ανεβάσει τον εαυτό της στον ορίζοντα της αθανασίας.

  Στο τέλος εμφανίζεται, στεφανωμένος με μενεξέδες και κισσούς και ήδη αρκετά μεθυσμένος, ο Αλκιβιάδης, και ο δικός του λόγος είναι ένα εγκώμιο για τον Σωκράτη.

Η ομιλία του Σωκράτη-Διοτίμας αποτελεί τη θεωρητική σύλληψη του φαινομένου Έρως, ενώ η ομιλία του Αλκιβιάδη είναι η βιωματική πραγμάτωσή του.



ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ Το πρόσωπο που επέλεξε ο Πλάτων για να διεκπεραιώσει αυτή τη δεύτερη αποστολή είναι ένα από τα πιο γνωστά της ιστορίας της κλασικής Αθήνας, ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ίσως η πιο α­ντιφατική μορφή της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Βρί­σκεται στην ακμή του, τόσο από άποψη ηλικίας όσο και πολιτικής δραστηριότητας. Ανήκε στη μεγάλη αριστοκρατική οικογένεια των Αλκμεωνιδών (όπως και ο Περικλής); ήταν γιος του στρατηγού Κλεινία που σκοτώθηκε στη μάχη της Κορώνειας (447 π.Χ.) και άφησε τον Αλκιβιάδη ορφανό σε πολύ μικρής ηλικία. Τότε ανέλαβε την ανατροφή του ο Περικλής. Από πολύ νέος συνδέθηκε με τον Σωκράτη, του οποίου υπήρξε για πολλά χρόνια μαθητής. Βέβαια, εξαιτίας της ιδιορρυθμίας του χαρακτήρα του και της βιασύνης του να κάνει λαμπρή πολιτική καριέρα, δεν αφομοίωσε τα όσα εγγυόταν να του μεταδώσει ο Σωκράτης και ήταν σε θέση να κάνει κτήμα του ο χαρισματικός μαθη­τής, που μάλιστα επιδίωξε μαθητεία και κοντά στους σοφιστές. Έτσι, με στέρεο στήριγμα την κοινωνική και πολιτική προβολή της οικογένειας του, με το ασύγκριτο σωματικό του κάλλος (που ενέπνευσε καλλιτέχνες όπως τους ζωγράφους Αριστοφώντα και Νικήρατο και τους γλύπτες Πολυκλή και Πυρίμαχο), γρήγορα ξεχώρισε ανάμεσα στους πολιτικούς τής μετά τον Περικλή γενιάς κι αναδείχτηκε επιτυχημένος δημαγωγός,γοητεύοντας τον αθηναϊκό δήμο με τα μεγαλεπήβολα σχέδια του, που θα οδηγούσαν σε πρωτάκουστο μεγαλείο την Αθήνα. Η πολιτική του επιρροή έφτασε στο απόγειο της, όταν πέτυχε τον εξοστρακισμό του αντιπάλου του δημαγωγού Υπερβόλου και στέφτηκε ολυμπιονίκης σε αρματοδρομί-ες (416 π.Χ.). Άρα, κατά τον «δραματικό χρόνο» του Συμποσίου είναι τόσο προβεβλημένος και γεμάτος αυ­τοπεποίθηση, ώστε να σχεδιάζει την παράτολμη εκστρατεία εναντίον της Σικελίας, ενώ οι φιλοδοξίες του προ­χωρούσαν περισσότερο, ως και την Καρχηδόνα, την κυ­ρίαρχο της δυτικής Μεσογείου, ως τα όρια του δυτικού κόσμου. Κανένα νέφος δε σκίαζε τη λαμπρή πολιτική σταδιοδρομία του.
 Αργότερα όμως θα έρθει η τίσις λόγω της ύβρεώς  του, που θα ξεκινήσει με την υπόθεση των ερμοκοπιδών, την εξορία του, την απόδοση της κατα­στροφής στη Σικελία σ' αυτόν, τις τυχοδιωκτικές, ανά­ξιες της φήμης του, περιπέτειες στην τελευταία δεκαετία του 5ου π.Χ. αι., και θα έρθει το τραγικό τέλος με τη δο­λοφονία του, το 404 π.Χ., στη Μέλισσα της Φρυγίας, από ανθρώπους του Φαρναβάζου, που υποκινήθηκε από τονΛύσανδρο και τους Τριάκοντα. τυράννους.



ΓΙΑΤΙ Ο ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ  Η εικόνα που συνθέτουμε από τα παραπάνω μάς πεί­θει ότι ο Πλάτων δεν μπορούσε να κάνει ευτυχέστερη επιλογή του προσώπου, στο στόμα του οποίου θα έβαζε τον Σωκράτους έπαινον, το αποκαλυπτικό αυτό κείμενο για την δαιμονίαν προσωπικότητα του μεγάλου φιλοσό­φου. Κανείς άλλος δεν είχε, όσο κι αν φαίνονται χαοτι­κές οι διαφορές των φύσεων τους τόση ψυχική συγγέ­νεια με τον Σωκράτη, αφού και ο Αλκιβιάδης ήταν δαι­μόνιος,με διαφορετική βέβαια φόρτιση. Κανείς άλλος δεν είχε συνδεθεί τόσο στενά με τον Σωκράτη στη ζωή (μαθητεία κοντά του και εταιρικά ι σχέσεις, που μάλιστα ενισχύθηκαν με τη συνυπηρέτηση στα εκστρατευτικά σώματα της Ποτείδαιας και του Δηλίου, όπου δεν ήταν απλώς συστρατιώτες αλλά και σύσσιτοι). Κανείς άλλος από τους συμποσιαστές δεν είχε τα πνευματικά χαρίσματα και την ικανότητα να εισδύσει στα μύχια της ψυχής του συνομιλητή του όσο ο Αλκι­βιάδης, ώστε να φτάσει, σε τέτοιο βάθος κατανόησης της σωκρατικής ατοπίαςκαι κανείς άλλος δε διέθετε την παρρησίαν που θα τον καθιστούσε ικανό να περιγράψει ανερυθρίαστα και παράτολμα με σκανδαλιστικές λεπτο­μέρειες παραστατικά τις ιδιάζουσες στενές σχέσεις με τον Σωκράτη, που δεν προσφέρονταν και τόσο για κοι­νοποίηση τους σε ευρύτερο κύκλο. Και κανείς άλλος δεν είχε το απαιτούμενο κύρος να επιβάλει τους κανόνες του παιχνιδιού στην ομήγυρη, που του επέτρεψαν με άνεση και πληρότητα ν' ακουστεί με απόλυτη προσοχή η πέρα από τα εσκαμμένα ομιλία του. Και αποδίδοντας την ομιλία αυτή ο Πλάτων στον Αλκιβιάδη αξιοποιεί τη μοναδική του ηθοποιία, έτσι που, με όσες πληροφορίες διαθέτουμε για τα έργα και τις ημέρες του Αλκιβιάδη σε κανένα σημείο να μην υποπτευόμαστε ότι παραποιείται η προσωπικότητα του όλα τα χα­ρακτηριστικά του Αλκιβιάδη αποτυπώθηκαν πειστικά στο κείμενο. Και μάλιστα ενός Αλ­κιβιάδη στη «γλυκιά και την καλή του ώρα», αλλά και μεθυσμένον (πρόσχημα για την υπερβολή της παρρησίας του, που καταντά αδιαντροπιά).
 
ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ: Τις επιδοκιμασίες των συμποτών για την ομιλία του Σωκράτη - οπωσδήποτε πολύ λιγό­τερο ενθουσιαστικές από εκείνες που ξεσήκωσε η ομιλία τουΑγάθωνα - και μια προσπάθεια του Αριστοφάνη να διατυπώσει κάποια ένσταση διακόπτει βίαια η θορυ­βώδης εμφάνιση του Αλκιβιάδη, που, μεθυσμένος, φορ­τωμένος με εορταστικές ταινίες και υποβασταζόμενος από μια αυλητρίδα, απαιτεί να γίνει δεκτός, αυτός και η συνοδεία του, στο τραπέζι του Αγάθωνα. Την ψυχική ευφορία του από τη θερμή υποδοχή που του επιφύλαξαν ο Αγάθων και οι λοιποί συμπότες αναστέλλει, όπως τουλάχιστον ο ίδιος προσποιείται, η αποκάλυψη ότι το­ποθετήθηκε δίπλα από τον Σωκράτη, τον οποίο εισερχόμενος δεν είχε δει. Ακολουθεί μια στιχομυθία με φαρ­μακερούς διαξιφισμούς ανάμεσα στον Αλκιβιάδη και Σωκράτη, που λήγει με την απόθεση μερικών από τις ταινίες, που ο Αλκιβιάδης προόριζε για τον Αγάθωνα, στην θαυμαστήν κεφαλήν του ακαταμάχητου στους λό­γους Σωκράτη. Στη συνέχεια, ορίζοντας αυταρχικά τον εαυτό του άρχοντα της πόσεως, ο Αλκιβιάδης υποχρεώ­νει την ομήγυρη σε νέα γενική οινοποσία, αλλά παρεμ­βαίνει ο Ερυξίμαχος, που θυμίζει τους όρους που τέθη­καν αρχικά για τη μορφή του συμποσίου τους και τις ομιλίες που προηγήθηκαν και απαιτεί από τον Αλκιβιά­δη να καταθέσει κι αυτός την εισφορά του στον έρανο για τον έπαινον έρωτος. Ο Αλκιβιάδης αρνείται, έβδο­μος πια αυτός, να συνθέσει εγκώμιο του Έρωτα, γιατί φοβάται μήπως προκαλέσει τον φθόνο του Σωκράτη, αν επαινέσει άλλον κι όχι αυτόν! Ύστερα από κάποιους δια­ξιφισμούς με τον Σωκράτη, αξιοποιώντας μια ευτυχή έμπνευση του Ερυξιμάχου, δηλώνει την πρόθεση του να συνθέσει επαινον Σωκράτου, ορίζοντας μάλιστα ελε­γκτή της αλήθειας των λεγομένων του τον ίδιο τον Σω­κράτη.


ΛΟΓΟΣ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ : Στον πρόλογο της ομιλίας του  δηλώνει ότι, για να επαινέσει τον Σωκράτη θα χρησιμοποιήσει τη συνηθι­σμένη στα συμπόσια μέθοδο της παραβολής {δι' εικόνων) κι ότι σκοπεύει όχι στη γελοιοποίηση του Σωκράτη (όπως θα ήταν δυνατό να εκλάβουν πολλά απ΄ τα λεγόμενα του όσοι δεν ήταν εξοικειωμένοι με την άτοπίαν του Σωκράτη), αλλά στην ανάδειξη της αλήθειας.

Τη βάση του επαίνου του Σωκράτη α­ποτελεί η περιγραφή και η διεξοδική ερμηνεία μιας δι­πλής παραβολής: ο Αλκιβιάδης παραβάλλει τον Σω­κράτη α) με τα αγάλματα των Σιληνών και β) με τον σάτυρο Μαρσύα.  (Στην ελληνική μυθολογία ο Μαρσύας ήταν ένας Σάτυρος από τη Φρυγία. Λέγεται πως η θεά Αθηνά όταν εφεύρε  τον αυλό και δοκίμασε να παίξει είδε τον εαυτόν της στα νερά του Μαίανδρου με φουσκωμένα μάγουλα και το πρόσωπό της παραμορφωμένο και με βδελυγμία το απέρριψε. Τότε άρπαξε τον αυλό ο Μαρσύας έγινε δεξιοτέχνης και προκάλεσε τον Θεό Απόλλωνα σε σύγκριση της μουσικής τους τέχνης. Ο Απόλλωνας έπαιξε Λύρα και οι Μούσες και ο Μίδας, που ήταν κριτές της μονομαχίας, ανέδειξαν νικητή τον θεό. Ο Μαρσύας γδάρθηκε ζωντανός Στον μύθο έχουμε τον αντίκτυπο του ανταγωνισμού της μετρημένης αριστοκρατικής μουσικής της κιθάρας και των άλλων εγχόρδων με τη μουσική του αυλού, την ασιατική και εκστατική μουσική, που οι έλληνες θεωρούσαν κατώτερη, αν και εκστατική.

α) Η παραβολή με τον Σιληνό ή μάλλον με τα πολύ γνωστά αγάλματα των δύσμορφων Σιληνών (που έχουν κοινό χαρακτηριστικό με τον Σωκράτη και το ότι είναι σκώπται), που ήταν ένα είδος ξύλινων ερμαρίων και στο εσωτερικό τους κρύβουν υπέροχα καλλιτεχνήματα στηρίζεται στην αντίθεση ανάμεσα στην άσκημη εξωτερική μορφή τους και την ομορφιά πoυ πλούσια κρύβουν μέσα τους: όπως και των Σιληνών, η εξωτερική μορφή του Σωκράτη χαρακτηρίζεται από α­σκήμια και χοντροκοπιά, όμως στο εσωτερικό του κρύβει ανεκτίμητο ηθικό και πνευματικό πλούτο και ομορφιά. Μπορεί βέβαια ο Σωκράτης να καλλιεργεί την εντύπω­ση ότι δεν είναι παρά ένας επίμονος κυνηγός της σωματικής ομορφιάς των νεαρών, όμως στο βάθος περιφρονεί αυτή την εξωτερική ομορφιά (όπως και τον πλούτο), κά­τι που το δίδαξε στον Αλκιβιάδη η οδυνηρή προσωπική εμπειρία του: πιστεύοντας ότι ο Σωκράτης εκστασιά­στηκε μπροστά στη νεανική ομορφιά του και αιχμαλω­τίστηκε απ' αυτήν, έλπισε ότι θα μπορούσε να κάνει κτήμα του τον εσωτερικό πλούτο του Σωκράτη, δίνο­ντας του ως αντάλλαγμα τα νεανικά του κάλλη. Έτσι, προσπάθησε επίμονα, κλιμακώνοντας τις δελεαστικές προσπάθειες του, να συνδεθεί μαζί του με τη σχέση παιδικών προς τον εραστή επιδίωξε ιδιωτικές συνομιλίες, κοινή άσκηση στα γυμναστήρια, πρό­σκληση σε δείπνο που παρατάθηκε για πολλές νυκτερι­νές ώρες -μόνοι οι δυο τους- και, τέλος, μετά από νέο δείπνο, κατάκλιση στο ίδιο κρεβάτι. Όσο κι αν οι ελπίδες του φούντωσαν, ότι θα πετύχει το σκοπό του, το αποτέ­λεσμα ήταν απογοητευτικό και βγήκε βαριά τραυματι­σμένος απ΄ αυτή τη δοκιμασία.

Αυτή την αντίθεση ανάμεσα στην εξωτερική εμφάνιση και τον εσωτερικό πλούτο παρουσιάζουν και τα λόγια του Σωκράτη: εξωτερικά είναι τιποτένια, με χαμηλού επιπέδου λεξιλόγιο, κοινότυπο, μονότονο, όμως το πε­ριεχόμενο τους είναι θαυμάσιο και μεγαλειώδες, πραγ­ματικός θησαυρός γνώσεων και αρετής.




β) Η παραβολή του με τον σάτυρο Μαρσύα έχει να κάνει όχι μόνο με την προκλητική τους συμπεριφορά (ύβρισταϊ και οι δύο, ο καθένας με τον τρόπο του), αλλά και με τη μεγάλη, ακατανίκητη και μεγάλης διάρκειας γοητεία που ασκούν, ο Μαρσύας με τα αυλήματά του και ο Σωκράτης απλώς με τους λόγους. Κανενός φημισμένου ρήτορα οι αγο­ρεύσεις δεν συγκλονίζουν τον ακροατή, όπως τα λόγια του Σωκράτη, που, πειστικά και ακαταμάχητα, κάνουν σκλάβους πνευματικά τους εταίρους του και τους οδη­γούν ακόμα και σε ακραίες καταστάσεις, όπως η απα­ξίωση του εαυτού τους και της ζωής τους.

Πέρα όμως απ' αυτή τη σαφώς διατυπωμένη παρα­βολή του Σωκράτη με τους σατύρους (και πίσω απ' αυ­τήν), η προσεκτική μελέτη της ομιλίας του Αλκιβιάδη αναδεικνύει και μια άλλη, λανθάνουσα, παραβολή του περιγραφόμενου από τον Αλκιβιάδη Σωκράτη: η παραβολή του με τον Έρωτα, όπως τον περιέγραψε η Διο­τίμα - και η παραβολή αυτή γίνεται πειστικό­τερη, αφού ο Πλάτων φρόντισε να εμφανίσει τις αντι­στοιχίες του λόγου του Αλκιβιάδη με εκείνου της Διο­τίμας ως μη προκατασκευασμένες («σικέ») - αφού ο Αλκιβιάδης δεν ήταν παρών, όταν ο Σωκράτης αναδιηγόταν τη διδαχή της Διοτίμας. Μάλιστα αυτή η πα­ραβολή λειτουργεί ως ισχυρός συνεκτικός δεσμός ανά­μεσα στις δύο πτυχές του δεύτερου μέρους του Συμποσί­ου, καθώς τα χαρακτηριστικά του μυθικού Έρωτα της Διοτίμας τα ξανασυναντούμε στον πραγματικό και ζωντανό μπροστά στα μάτια των συμποτών Σωκράτη: ανυπόδητος, επίβουλος τοις καλοις, , ανδρείος, ίτης, θηρευτής δεινός, φιλοσόφων διά παντός τοϋ βίου, και προπάντων, όπως ο Έρως είναι δαίμων, δαιμόνιος είναι και ο Σωκράτης κι έτσι αφήνει πολύ πίσω του όχι μόνο τον κάθε τυχόντα, κοινό άνθρωπο, αλλά και τους πιο χαρισματικούς, με την α­ντοχή του στους μόχθους και τις αντιξοότητες, την_καρτερικότητα την πολεμική του αρετή ιδιαίτερα με την άτοπον αυτοσυγκέντρωσή  του και την απόλυτη, την ανεπανάληπτη μοναδικότητα του, σε βαθμό που να μη μπορεί να παρα­βληθεί με κανένα ανθρώπινο πρότυπο, παρά μόνο με τους δαιμονικούς σιληνούς και σατύρους.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ: Μετά προχωρά ο Αλκιβιάδης σε προσωπικές αναμνήσεις, προσωπικές εξομολογήσεις για τον έρωτα, τον έρωτά του απέναντι στο Σωκράτη. Τον μέντορα και δάσκαλό του Σωκράτη. Τον έρωτα βλέπει ο Αλκιβιάδης ως ένα είδος ανταλλαγής: θα προσφέρει τα θέλγητρά του, τη νεανική του ομορφιά και θα λάβει τους εσωτερικούς θησαυρούς του Σωκράτη.
Και βέβαια ο έρωτας είναι ένα μυστήριο, μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής. Πόσο η ομήγυρις του συμποσίου είναι σε θέση να συλλάβει και να κατανοήσει αυτή την ερωτική εξομολόγηση;  Και κατά πόσο ένα σύγχρονο κοινό είναι σε θέση να συλλάβει και αυτό και να κατανοήσει  τις θέσεις και διαθέσεις του Αλκιβιάδη;  Γι΄ αυτό και ο Αλκιβιάδης, όταν πρόκειται να υπεισέλθει σε κάποιες πιο λεπτομερείς περιγραφές λέει:  «και τα λέω αυτά έχοντας μπροστά μου άτομα σαν το Φαίδρο, τον Αγάθωνα, τον Εριξύμαχο, τον Παυσανία, τον Αριστόδημο, τον Αριστοφάνη (χρειάζεται να αναφέρω και τον ίδιο το Σωκράτη;) και τόσους άλλους – γιατί όλοι σας δοκιμάσατε την έκσταση και τον διονυσιασμό της φιλοσοφίας. Έτσι θα δείξετε συγκατάβαση για όσα διαδραματίστηκαν τότε και για όσα λέγονται τώρα. Όσο για σας, υπηρετικό προσωπικό και όποιοι άλλοι βρίσκεστε εδώ, αμύητοι και ακαλλιέργητοι, βάλτε πάρα πολύ μεγάλα θυρόφυλλα στ΄ αυτιά σας».  (ανάλογη έκφραση χρησιμοποιούσε και ο  ιεροφάντης των ελευσίνιων μυστηρίων  όταν έφτανε η ώρα να προχωρήσει στην έκθεση του ιερού λόγου μόνο στους μυημένους).
Ο Πλάτων διηγείται με λεπτομέρειες τις προθέσεις και τις πράξεις του Αλκιβιάδη. Κατορθώνει όμως να στρέψουμε την προσοχή μας  στην δυστυχία και την τραγικότητα του Αλκιβιάδη. Χωρίς σεμνότυφες παρασιωπήσεις μας έκανε να λησμονήσουμε αυτά που πήγε να κάνει ο Αλκιβιάδης, αλλά περισσότερο να  θυμούμαστε τα ελατήρια των πράξεών του.
Και ο Σωκράτης; Πως αντιδρά;  Εφόσον του είναι δυνατόν, σιωπά. Όταν δεν είναι δυνατό παρά να μιλήσει, απαντά με ευτραπελία, με φιλοφροσύνη, χωρίς με ένα κατηγορηματικό ΟΧΙ που θα πλήγωνε την αξιοπρέπεια του νέου. Ο Σωκράτης δεν είναι ένας σεμνότυφος ηθικολόγος. Είναι ένας βαθύς γνώστης της ανθρώπινης ψυχής. Και ο απέραντος θαυμασμός του Αλκιβιάδη αποκαλύπτεται ζωηρότατα και σε αυτή ακόμη την αγανάκτησή του από την άρνηση του Σωκράτη.





  Ἐπειδὴ γὰρ οὖν, ὦ ἄνδρες, ὅ τε λύχνος ἀπεσβήκει καὶ οἱ παῖδες ἔξω ἦσαν, ἔδοξέ μοι χρῆναι μηδὲν ποικίλλειν πρὸς αὐτόν, ἀλλ᾽ ἐλευθέρως εἰπεῖν ἅ μοι ἐδόκει· καὶ εἶπον κινήσας αὐτόν, Σώκρατες, καθεύδεις; Οὐ δῆτα, ἦ δ᾽ ὅς. Οἶσθα οὖν ἅ μοι δέδοκται; Τί μάλιστα, ἔφη. Σὺ ἐμοὶ δοκεῖς, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐμοῦ ἐραστὴς ἄξιος γεγονέναι μόνος, καί μοι φαίνει ὀκνεῖν μνησθῆναι πρός με· ἐγὼ δὲ οὑτωσὶ ἔχω· πάνυ ἀνόητον ἡγοῦμαι εἶναι σοὶ μὴ οὐ καὶ τοῦτο χαρίζεσθαι καὶ εἴ τι ἄλλο ἢ τῆς οὐσίας τῆς ἐμῆς δέοιο ἢ τῶν φίλων τῶν ἐμῶν. ἐμοὶ μὲν γὰρ οὐδέν ἐστι πρεσβύτερον τοῦ ὡς ὅ τι βέλτιστον ἐμὲ γενέσθαι, τούτου δὲ οἶμαί μοι συλλήπτορα οὐδένα κυριώτερον εἶναι σοῦ. ἐγὼ δὴ τοιούτῳ ἀνδρὶ πολὺ μᾶλλον ἂν μὴ χαριζόμενος αἰσχυνοίμην τοὺς φρονίμους, ἢ χαριζόμενος τούς τε πολλοὺς καὶ ἄφρονας. καὶ οὗτος ἀκούσας μάλα εἰρωνικῶς καὶ σφόδρα ἑαυτοῦ τε καὶ εἰωθότως ἔλεξεν· Ὦ φίλε Ἀλκιβιάδη, κινδυνεύεις τῷ ὄντι οὐ φαῦλος εἶναι, εἴπερ ἀληθῆ τυγχάνει ὄντα ἃ λέγεις περὶ ἐμοῦ, καί τις ἔστ᾽ ἐν ἐμοὶ δύναμις δι᾽ ἧς ἂν σὺ γένοιο ἀμείνων· ἀμήχανόν τοι κάλλος ὁρῴης ἂν ἐν ἐμοὶ καὶ τῆς παρὰ σοὶ εὐμορφίας πάμπολυ διαφέρον. εἰ δὴ καθορῶν αὐτὸ κοινώσασθαί τέ μοι ἐπιχειρεῖς καὶ ἀλλάξασθαι κάλλος ἀντὶ κάλλους, οὐκ ὀλίγῳ μου πλεονεκτεῖν διανοεῖ, ἀλλ᾽ ἀντὶ δόξης ἀλήθειαν καλῶν κτᾶσθαι ἐπιχειρεῖς καὶ τῷ  ὄντι “χρύσεα χαλκείων„ διαμείβεσθαι νοεῖς. ἀλλ᾽, ὦ μακάριε, ἄμεινον σκόπει, μή σε λανθάνω οὐδὲν ὤν. ἥ τοι τῆς διανοίας ὄψις ἄρχεται ὀξὺ βλέπειν ὅταν ἡ τῶν ὀμμάτων τῆς ἀκμῆς λήγειν ἐπιχειρῇ· σὺ δὲ τούτων ἔτι πόρρω. κἀγὼ ἀκούσας· Τὰ μὲν παρ᾽ ἐμοῦ, ἔφην, ταῦτά ἐστιν, ὧν οὐδὲν ἄλλως εἴρηται ἢ ὡς διανοοῦμαι· σὺ δὲ αὐτὸς οὕτω βουλεύου ὅτι σοί τε ἄριστον καὶ ἐμοὶ ἡγεῖ. Ἀλλ᾽, ἔφη, τοῦτό γ᾽ εὖ λέγεις· ἐν γὰρ τῷ ἐπιόντι χρόνῳ βουλευόμενοι πράξομεν ὃ ἂν φαίνηται νῷν περί τε τούτων καὶ περὶ τῶν ἄλλων ἄριστον. ἐγὼ μὲν δὴ ταῦτα ἀκούσας τε καὶ εἰπών, καὶ ἀφεὶς ὥσπερ βέλη, τετρῶσθαι αὐτὸν ᾤμην· καὶ ἀναστάς γε, οὐδ᾽ ἐπιτρέψας τούτῳ εἰπεῖν οὐδὲν ἔτι, ἀμφιέσας τὸ ἱμάτιον τὸ ἐμαυτοῦ τοῦτον—καὶ γὰρ ἦν χειμών—ὑπὸ τὸν τρίβωνα κατακλινεὶς τὸν τούτου, περιβαλὼν τὼ χεῖρε τούτῳ τῷ δαιμονίῳ ὡς ἀληθῶς καὶ θαυμαστῷ, κατεκείμην τὴν νύκτα ὅλην. καὶ οὐδὲ ταῦτα αὖ, ὦ Σώκρατες, ἐρεῖς ὅτι ψεύδομαι. ποιήσαντος δὲ δὴ ταῦτα ἐμοῦ οὗτος τοσοῦτον περιεγένετό τε καὶ κατεφρόνησεν καὶ κατεγέλασεν τῆς ἐμῆς ὥρας καὶ ὕβρισεν· καὶ περὶ ἐκεῖνό γε ᾤμην τὶ εἶναι, ὦ ἄνδρες δικασταί· δικασταὶ γάρ ἐστε τῆς Σωκράτους ὑπερηφανίας. εὖ γὰρ ἴστε μὰ θεούς, μὰ θεάς, οὐδὲν περιττότερον καταδεδαρθηκὼς ἀνέστην μετὰ Σωκράτους, ἢ εἰ μετὰ πατρὸς καθηῦδον ἢ ἀδελφοῦ πρεσβυτέρου.

Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στο μυαλό ενός φιλολόγου

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015








Απολείπειν ο θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις. 

του Δήμου Χλωπτσιούδη
Ο Καβάφης δημιουργεί μόνος του ένα ποιητικό είδος, που στα υστερότερα χρόνια πήρε κεντρική θέση στη νεοελληνική ποίηση και επηρέασε αποφασιστικά όλη την εξέλιξή της.
Δεν υπάρχει ίσως άλλος ποιητής που να εξέφραζε τόσο έγκυρα τον ποιητικό του κόσμο με την επίμονη αυτή αναδρομή στην ιστορία.
Το ιστορικό παρελθόν τον βοηθά να πετύχει μέσα από την απόκρυψη την πιο καίρια έκφραση και μέσα στον ιστορικό μύθο κρύβει πράγματα που ο ίδιος ανακαλύπτει βαθιά στον εσωτερικό του κόσμο και δεν είναι από εκείνα που λέγονται με απλό τρόπο ή κατευθείαν.
Τα ποιήματα του Καβάφη δεν έχουν κανένα ίσως από τα χαρακτηριστικά των ποιημάτων της εποχής του. Στηρίζεται σε αρχαίους συγγραφείς, κατά κύριο λόγο των ελληνιστικών χρόνων, της ύστερης αρχαιότητας και της βυζαντινής περιόδου. Από τους αρχαίους συγγραφείς άλλοτε παίρνει την αφορμή, άλλοτε μία σκέψη τους· μερικές δανείζεται ένα ανέκδοτο ή ένα επεισόδιο και μερικές ένα ποίημα, που όμως όλα τα τεχνουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε ξεχνάμε συχνά την αρχική προέλευση της πηγής του.
Την εποχή που γράφτηκε το ποίημα η Αλεξάνδρεια δεσπόζει στην ποιητική συνείδηση του Καβάφη το αρχαίο και σύγχρονο χρονικά επίπεδο. Το ποίημα αυτό καθιέρωσε τον ποιητή μαζί με την Ιθάκη που γράφτηκε δύο μήνες νωρίτερα. Το ποίημα γράφτηκε με αφορμή ένα χωρίο του Πλουτάρχου στο Βίο του Αντωνίου, όταν σύμφωνα με την παράδοση του εμφανίστηκε ένα όραμα (ἐν ταῦτῃ τῃ νυκτί λέγεται, μεσούσῃ σχεδόν, ἐν ἡησυχίᾳ καί κατηφείᾳ τῆς πόλεως διά φόβον καί προσδοκίαν τοῦ μέλλοντος οῦσης, αἰφνίδιον ὁργάνων τε παντοδαπῶν ἐμμελεῖς φωνάς ἀκουσθῆναι, καί βοήν ὄχλου μετ’ εὐασμῶν καί πηδήσεων σατυρικῶν, ὥσπερ θιάσου τινός οῦκ ᾶθορύβως ἐλαύνοντος. Εἶναι δέ τήν ὁρμήν ὁμοῦ τι διά τῆς πόλεως μέσης, ἐπί τήν πύλην ἔξω, τήν τετραμένην πρός τοῖς ἀναλογιζομένοις τό σημεῖον ἀπολείπειν ὁ θεός Ἀντώνιον, ῴ μάλιστα συνοξομοιῶν καί συνοικειῶν ἑαυτόν διετέλεσε)..
Ο στίχος του διατηρεί όλα τα πεζολογικά χαρακτηριστικά. Μοιάζει πιο πολύ με ένα πεζό έργο, παρά με γνήσιο ποίημα. Έτσι όμως γίνεται πιο ρεαλιστικό. Το μέτρο είναι το ιαμβικό (που είναι πολύ κοντά στον πεζό λόγο), αλλά και αυτό ακόμα είναι χαλαρό. Ο στίχος του είναι δεκατρισύλλαβος ή δεκαπεντασύλλαβος χωρίς να διακρίνονται στροφές. Ομοιοκαταληξία δεν υπάρχει, ενώ τα νοήματα εκφράζονται μέσα σε δύο στίχους. Ακόμα και η γλώσσα του Καβάφη είναι τελείως ιδιότυπη. Και αυτή βοηθά στο ρεαλισμό. Δε μοιάζει με την αθηναϊκή καθαρεύουσα, αλλά ωστόσο διατηρεί ορισμένα από τα δικά της χαρακτηριστικά. Ο λόγος του είναι γυμνός από καλολογικά στοιχεία. Δεν έχει διακοσμητικά στοιχεία όπως επίθετα, εικόνες, παρομοιώσεις , όπως είδαμε αλλού.
Το ποίημα χωρίζεται σε δύο μέρη· το ένα εισάγει τον αναγνώστη στο θέμα της ήττας και του αναπόφευκτου τέλους που μοιραία σκεπάζει τα πάντα. Το δεύτερο μέρος είναι οι συμβουλές του ποιητή για την αποδοχή των μοιραίων γεγονότων με θάρρος χωρίς παράπονα.
Οι στίχοι 7 και 8 αποτελούν ένα είδος σύνδεσης ανάμεσα στα δύο μέρη που απαρτίζουν το ποίημα. Η μία ενότητα εισάγει τον αναγνώστη στο θέμα της ήττας και του αναπόφευκτου τέλους, που μοιραία σκεπάζει τα πάντα, ενώ η δεύτερη περιέχουν τις συμβουλές του ποιητή για την αποδοχή των μοιραίων γεγονότων με στωικό θάρρος χωρίς παράπονα. Στο δίστιχο τούτο ο ποιητής στηρίζει τη σημασία της πόλης της Αλεξάνδρειας που αξιώθηκε να τη χαρεί ο Αντώνιος και τις προστακτικές που αργότερα θα επαναληφθούν προσδίδοντας στο ποίημα ένα φιλοσοφικό-διδακτικό τόνο.
Διαπιστώνουμε τη χαρακτηριστική επανάληψη των στίχων 7-8 στον 12 και 19 αντίστοιχα· μάλιστα η δεύτερη ενότητα μοιάζει να αναπτύσσει αυτή ακριβώς τη συμβουλή του ποιητή. Αξιοσημείωτη είναι η παρήχηση ορισμένων φθόγγων και οι επακόλουθες ηχητικές εντυπώσεις (ώρα, αόρατος). Σημαντική είναι και η παρατήρηση ότι υπάρχει μία εναλλαγή στις ενότητες ανάμεσα σε θετικές και αρνητικές, εντείνοντας της δραματική κατάσταση και ον ερχομό του μοιραίου τέλους.
Ο ποιητής μεταχειρίζεται την Αλεξάνδρεια σαν ένα σύμβολο δίνοντάς της μεταφορική έννοια. Δεν είναι απλώς το όνομα μιας πολιτείας, αλλά η ίδια η ζωή· έτσι η καβαφική Αλεξάνδρεια γίνεται συνώνυμο της ζωής. Ο ποιητής παράλληλα, θεοποιεί την πόλη· είναι ο θεός που έφτασε να λατρεύει ο Αντώνιος ή καλύτερα ο θεός που αξιώθηκε να λατρεύει. Και τούτος ο θεός τον εγκαταλείπει, πριν από την ήττα του, χαρίζοντάς του μία τελευταία απόλαυσι την εξαίσια μουσική ενός θιάσου αόρατου. Είναι η τελευταία απόλαυση καθώς στις λέξεις τέτοια πόλι εννοούνται όλες οι προηγούμενες απολαύσεις και χαρές (εννοώντας τις υπόλοιπες χαρές της ζωής)· ωστόσο, όλα κάποτε τελειώνουν και η ζωή οι θνητοί είναι καταδικασμένοι να χάνουν τα πάντα την έσχατη ώρα.
Τα ποιήματά του τα χαρακτηρίζει η σοβαρότητα. Δε θα βρούμε στον Καβάφη την εύθυμη νότα, την πολυχρωμία. Ειρωνεία άφθονη, αλλά ειρωνεία συνοδευμένη από μια γκριμάτσα τραγική. Από την ηδονική, την ιστορική ή τη φιλοσοφική άποψη, αδιάφορο, το καίριο είναι η συνειδητοποίηση της δραματικής ουσίας της ζωής, η αίσθηση της παρακμής και της ματαιότητας. Η τραγική όμως αυτή συναίσθηση δεν οδηγεί στη διάλυση και στην απιστία• το αίσθημα της αξιοπρέπειας και της υπερηφάνειας, η βαθύτερη συνείδηση του ανθρώπου, αποτελούν το αντίρροπο και θεμελιώνουν την πίστη και τη σωτηρία.
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του ποιήματος είναι οι δύο προστακτικές (θρηνήσεις, αποχαιρέτα την). Ωστόσο, η προστακτική κρύβει το βαθύτερο νόημα της έντιμης και θαρραλέας αποδοχής των αντιξοοτήτων της ζωής ακόμα και την ύστατη στιγμή της απόλαυσής τους. Οι θνητοί, ακόμα και οι μεγάλοι στρατηγοί, οφείλουν να αντικρίζουν την πραγματικότητα και την αναπότρεπτη απώλεια όλων όσων αντιπροσωπεύει η Αλεξάνδρεια-ζωή. Η προστακτική φωνή του ποιητή είναι κυρίως η μάσκα που κρύβει την επίκληση, τη θεοποίηση της πόλης και που αποτελεί τον πυρήνα της ποίησής του.
Η πραγματικότητα πρεσβεύει ο ποιητής πρέπει να αντιμετωπίζεται στωικά· ο άνθρωπος οφείλει με θάρρος να αποδέχεται το τέλος της ευτυχίας και της ζωής απολαμβάνοντας την τελευταία στιγμή. Με το μοτίβο αυτό ο Καβάφης εισάγει την ήττα και το αναπόφευκτο τέλος, αλλά και αναλόγως την ψύχραιμη αποδοχή των γεγονότων χωρίς αυταπάτες.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015



Σ’ ΑΓΑΠΗ ΜΥΣΤΙΚΗ, ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΗ
Σ’ ΑΓΑΠΗ ΠΕΘΑΜΕΝΗ

Ήρθα απ’ αγάπη
να σου φέρω παπαρούνες
μενεξεδιές βιολέτες
και κρίνα κίτρινα του Μάη
απ’ την κοιλάδα της πολύχρωμης χλόης
εκείνης της ‘’Ελεονόρας’’ του Πόε
πάνω τους να ξαπλώσεις
και μύρα να λουστείς της Άνοιξης

Τρελή πορεύομαι
και μόνη
σ’ ωκεανό  άφατου φωτός

 Πρέπει απ’ έξω όλα τέλεια να μοιάζουν

Μα είναι  αλίμονο σκοτάδι εδώ πέρα
αφού μέσα μου από τότε που ‘φυγες
σηκώνω τη νύχτα

Σε ψάχνω

Και ανταμώνω την εικόνα σου
σε ήλιους θαλερούς των Τροπικών
στην κόκκινη σκόνη ενός λόφου
σε μια έρημο επίπεδη
σαν την παλάμη του χεριού
στην τελευταία κουταλιά απ’ το μέλι
του βάζου  που ποτέ πια δεν ξαναγέμισε

Σκύβοντας πάνω στο παρόν
μόνο μια τρύπα χάσκει σα χοάνη

Με τα μάτια του νου μονάχα
δε μπορώ να σ’ αγγίξω

Μαζί σου πλέω
σε ύπνου απόκοσμα όνειρα
αχ κοίτα με
τρέχω να ενωθώ με τη σκιά σου

Τυπωμένος μέσ’ στη σκέψη μου εσύ
 μ’ ένα δαιμόνιο κλωθογύρισμα
να ξεγλιστράς ολοένα

Πια δε σε φτάνω

Φύσα λυγμέ
απ’ το στήθος μου να φύγει
εκείνο το θανατερό σου βάρος

Ας ξαναγύρναγες μια νύχτα αψύς
και τρυφερός όπως σε γνώρισα

Θεέ μου μη λύσεις πια ποτέ
τα δυο ζευγάρια χέρια τα πλεγμένα


Απάνω μου να γείρεις, να μου πεις

Εδώ είμαι πάλι
Για σένα γύρισα                          


                                             Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

                                          Από την ποιητική συλλογή ’’Έρωτας σε χρόνια οδύνης’’2006
                                                                         Εκδόσεις Γαβριηλίδης



Πίνακας: S. John Everett Millais, Ophelia (1851-1852). Πινακοθήκη Tate Britain-Λονδίνο.

H Οφηλία στο έργο των Προραφαηλιτών ζωγράφων:ένας πίνακας του Sir John Everett Millais (Μιλέι)


Η Οφηλία του Προραφαηλίτη ζωγράφου Sir John Everett Millais (1829-1897)


Είναι, ίσως, ο πιο διάσημος πίνακας της Βικτωριανής εποχής, που απεικονίζει την ηρωίδα του Σαίξπηρ από το έργο του Άμλετ, Οφηλία. Ο δημιουργός του είναι ο Άγγλος ζωγράφος Millais (Μιλέι), ένας από τους ζωγράφους που το 1848 ίδρυσαν την Προραφαηλιτική αδελφότητα στο Λονδίνο. Το έργο του Μιλέι επηρέασε αρκετούς νεαρούς Άγγλους ζωγράφους που συνδέθηκαν με την αδελφότητα των Προραφαηλιτών.
 Ένα από τα πιο γνωστά έργα του Μιλέι. Ο πίνακας αποπνέει την τραγική αίσθηση της απόγνωσης της ερωτευμένης κοπέλας που, έχοντας αλλοφρονήσει, βυθίζεται στα νερά του ποταμού. Η απόδοση της φύσης θεωρείται ότι είναι από τις πιο αριστοτεχνικές στη ζωγραφική.


Η περιγραφή του θανάτου της Οφηλίας από τη Βασίλισσα Γερτρούδη στην 4η πράξη, 7η σκηνή τουΆμλετ είναι η πηγή έμπνευσης του Μιλέι για τον πίνακά του. Ο Μιλέι άρχισε να ζωγραφίζει τον πίνακα το καλοκαίρι του 1851 και τον εξέθεσε στην Έκθεση της Βασιλικής Ακαδημίας το 1852 όπου δε δέχτηκε ευνοϊκές κριτικές. Φαίνεται ότι οι θεατές της εποχής ενοχλήθηκαν από την ανατριχιαστικά ψυχρή και απόκοσμη έκφραση της Οφηλίας που απεικονίζεται να βυθίζεται στον ποταμό κρατώντας αγριολούλουδα. Η απεικόνιση της φύσης είναι τόσο ακριβής και τέλεια ως προς τις λεπτομέρειες που τελικά δίνει την αίσθηση του εξωρεαλιστικού. Ο απόλυτα ρεαλισμός της απόδοσης του φυσικού χώρου, θα έλεγα, δίνει τελικά την εντύπωση ενός απόλυτα εξωπραγματικού τοπίου που περιβάλλει τη βυθισμένη στην ανυπαρξία ηρωίδα. Ο χρόνος έχει σταματήσει και η ηρωίδα έχει "ακινητοποιηθεί"καθώς ταξιδεύει στην αιωνιότητα.
Ο Μιλέι ζωγράφισε ζωντανά το τοπίο, που βρισκόταν κοντά σ' έναν παραπόταμο του Τάμεση, ενώ μοντέλο για την Οφηλία του είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο: η Ελίζαμπεθ Σίνταλ (Elizabeth Siddal), "μούσα" του επίσης Προραφαηλίτη ζωγράφου Ροζέτι, με την οποία κάποια στιγμή θα παντρευτεί. Για τις ανάγκες του πίνακα, o Μιλέι έβαλε τη Σίνταλ να ποζάρει βυθισμένη στα νερά μιας μπανιέρας.





Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Μιλέι Οφηλία. Θεωρείται ότι τα λουλούδια που η Οφηλία-Siddal κρατά και περιβάλλεται έχουν συμβολικό χαρακτήρα. Οι παπαρούνες συμβολίζουν τον ύπνο- θάνατο, οι μαργαρίτες την αθωότητα, οι πανσέδες τον ανεκπλήρωτο έρωτα, οι βιολέτες το θάνατο σε νεανική ηλικία, τα τριαντάφυλλα τη νεότητα και τον έρωτα. Πολλά από αυτά τα λουλούδια καταγράφονται στην 4η πράξη, 5η σκηνή του Άμλετ, στην οποία η Οφηλία αναφέρει τα ονόματα των λουλουδιών που είχε μαζέψει λίγο πριν το θάνατό της


Το απόσπασμα από την 4η πράξη, 7η σκηνή του Άμλετ που θεωρείται ότι ενέπνευσε τον πίνακα Οφηλία του Μιλέι.



There is a willow grows aslant a brook,

That shows his hoar leaves in the glassy stream;
There with fantastic garlands did she come
Of crow-flowers, nettles, daisies, and long purples
That liberal shepherds give a grosser name,
But our cold maids do dead men's fingers call them:
There, on the pendent boughs her coronet weeds
Clambering to hang, an envious sliver broke;
When down her weedy trophies and herself
Fell in the weeping brook. Her CLOTHES spread wide;
And, mermaid-like, awhile they bore her up:
Which time she chanted snatches of old tunes;
As one incapable of her own distress,
Or like a creature native and indued
Unto that element: but long it could not be
Till that her garments, heavy with their drink,
Pull'd the poor wretch from her melodious lay
To muddy deat

- Queen Gertrude.
Hamlet. Act IV, Scene VII.








Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015





Το μπακλαβαδάκι της εντατικής

Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη

Μάνα, δε σου ’πρεπε “φυγή”…
(αληθινή ιστορία)

Την έβαλαν μέσα Πέμπτη βράδυ στις οχτώ, Αύγουστο μήνα, θεριστή καρπών μα και ψυχών τις περισσότερες χρονιές. Βαρύ έμφραγμα του μυοκαρδίου η διάγνωση, ζήτημα ήταν αν θα ’βγαζε τη νύχτα. Ξενύχτησα με τον αδερφό μου έξω απ’ την πόρτα της εντατικής, με την καρδιά μολύβι. Εκείνος δε μιλούσε, μόνο τα μάτια του τρέχανε σαν του μωρού, δυο μέτρα άντρας. Κάπνιζε συνέχεια, φουγάρο σκέτο, κοντά τέσσερα πακέτα έκανε μέχρι το πρωί. Μάνα ήταν αυτή. Μανούλα γλυκιά, η Μαιρούλα μας.
Τα χείλη μου στιγμή δε σταμάτησαν να ψιθυρίζουν προσευχές, όλους τους αγίους πάνω της τους μάζεψα, να μου την προσέχουν.
«Δεν ξέρουμε τίποτα αν δεν περάσουν σαράντα οκτώ ώρες, εμείς κάνουμε ό,τι μπορούμε, διατρέχει πάντως σοβαρό κίνδυνο…»
Η ετυμηγορία των γιατρών, δρεπάνι γκιλοτίνας κοφτερό, κρεμόταν ήδη πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Πιότερο πάνω απ’ το δικό της το κεφάλι.
Φοβόταν η μάνα μας. «Μη μ’ αφήνετε εδώ μονάχη, ανταριάζομαι με τα τόσα φώτα, τόσα καλώδια, τι θα μου κάνουν; Πάρτε με από δω, σας ξορκίζω. Εγώ καλά είμαι.»
Έτρεμε σαν μου ’σφιγγε το χέρι. Το ίδιο έκανε και μες στο ασθενοφόρο, όταν τη φέρναμε στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο της πόλης απ’ το εξοχικό μας, ίσα που πρόλαβα να ρίξω ένα ρούχο πάνω μου, από μέσα φορούσα ακόμα βρεγμένο το μαγιό. Στιγμή δεν τ’ άφησε, βαριανάσαινε, «δεν είναι βάρος τούτο το πράμα δω στο στήθος μου, ταφόπλακα είναι… προσευχήσου, παιδί μου, για μένα, να τώρα περνάμε έξω απ’ τον Εσταυρωμένο, μεγάλη η χάρη Του, θέλω να προλάβω να δω τις κόρες σου νύφες…»
«Μη λες τέτοια, μανούλα, θα προλάβεις, όλα θα τα προλάβεις, είσαι νέα ακόμα, να δεις που θα καμαρώσεις και δισέγγονα» της έδινα κουράγιο, η καρδιά μου όμως το ’ξερε, εγώ φοβόμουν πιο πολύ από κείνη, μα προσπαθούσα να μην το δείχνω. Έτρεμα να μη μου μείνει στα χέρια, καθώς δεν υπήρχε δεύτερος γιατρός στο μικρό ιδιωτικό ιατρείο για να τη συνοδεύσει στην πόλη, περίμεναν κι άλλα επείγοντα περιστατικά να αντιμετωπιστούν, ούτε καν οξυγόνο δεν είχε μέσα το ασθενοφόρο, τον οδηγό μονάχα, ένα παλικαράκι καμιά εικοσαριά χρονώ, που έτρεχε αφηνιασμένα, παίρνοντας τις στροφές στους δυο τροχούς, με τη σειρήνα του ασθενοφόρου να ουρλιάζει κι εκείνον να ρωτάει κάθε λίγο:
«Καλά είσαι, θεία; Κουράγιο, να, σε λίγο φτάνουμε. Περδίκι θα σε κάνουνε στο νοσοκομείο, θεία, περδίκι…»
Έπεψε ο Θεός, που λέμε εδώ στην Κρήτη, και ξημέρωσε τη μέρα. Η κατάσταση της μάνας μας απελπιστικά σταθερή. Τίποτα δεν είχε αλλάξει.
Ήρθε η ώρα του επισκεπτηρίου. Το ωράριο τηρούνταν με θρησκευτική ευλάβεια, οι κανόνες αυστηροί. Τέσσερις με έξι το απόγευμα έμπαινε ένας-ένας, ντυμένος με την πράσινη στολή που υποχρεωτικά ενδύεσαι στην εντατική, σκούφο, μπλούζα, κάλυμμα στα παπούτσια, τα μικρόβια παραμόνευαν κι οι έξω –υποτίθεται– τα μετέφεραν. Αν όμως γνώριζες καλά τα πράγματα εκεί μέσα, ήξερες πως τα πιο δυνατά μικρόβια, τα μικρόβια-δολοφόνοι, ήταν τα ενδονοσοκομειακά.
Η είσοδός μας στον καταθλιπτικό και αποστειρωμένο εκείνο χώρο, αξέχαστη. Οι ασθενείς αδύναμοι, συνδεδεμένοι με πολύχρωμα καλώδια σαν αλλόκοτοι αστροναύτες, χλομοί, ταλαιπωρημένοι, με τον ιδρώτα σε κόμπους ν’ αναβλύζει, περίμεναν με αγωνία την επαφή με τον έξω κόσμο.
Και τίποτα να μη σπιλώνει τη φρεσκοβαμμένη αγνότητα των τοίχων… Ούτε τα μόρια της σκόνης που χορεύουν στο φως. Ούτε ένα παράθυρο ανοιχτό, έτσι για να κάνουν πως γλιστράνε μέσα οι ήχοι της πόλης. Μόνο ζέστη, πολλή ζέστη…
Περίμενε η Μαιρούλα υπομονετικά να μπούμε, τυλιγμένη σ’ ένα σεντόνι, πνιγμένη στα καλώδια, με την αγωνία σκαλωμένη στα σβησμένα της μάτια –της τα ’χε ρημάξει το ζάχαρο τα τελευταία χρόνια– τώρα έβλεπε μόνο σκιές. Ο γιατρός δίπλα της αυστηρός:
«Όχι συγκινήσεις έντονες, συνεχίζονται οι αρρυθμίες.» Της έσκαγε όμως πότε πότε και κάποιο χαμόγελο. «Όλα θα πάνε καλά, κυρία Μαίρη. Τα δύσκολα περάσανε.»
Η οθόνη όμως, που μετρούσε τους παλμούς της καρδιάς της, έστελνε πράσινα κύματα στη μαύρη οθόνη θάλασσα, σαν ακανόνιστες τεθλασμένες γραμμές. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου απ’ αυτά τα καταραμένα τα κύματα. Την ίδια νύχτα τα ονειρεύτηκα. Πάλευα μέσα τους κι εκείνα τυλίγονταν στο λαιμό μου σαν σχοινιά, έτοιμα να με πνίξουν.
Χάιδεψα τη μανούλα μου, της έδωσα νερό, κουράγιο… της είπα τα νέα μας. Ήθελε όλα να τα μάθει. Τι κάνει ο άντρας μου, τα παιδιά, ο μπαμπάς, ο αδερφός μου, η νύφη της, ο εγγονός της ο Σταυρούλης, δυο χρονώ μωρό, η αδυναμία της.
Στο τέλος ρώτησε τι μου είπαν οι γιατροί.
«Την αλήθεια, παιδί μου, θέλω. Θα ζήσω;»
Έκανα προσπάθεια να χαμογελάσω.
«Μα τι είναι αυτά που λες; Δεν είπαμε πως όλα θα πάνε καλά;»
«Καλά, ας το πιστέψω. Θέλω τόσο να το πιστέψω. Να ’ρχεστε κάθε μέρα. Δεν μπορώ εδώ μέσα μόνη μου.» Και να μη μου αφήνει το χέρι.
Μετά από τόσα χρόνια που έχει “φύγει”, νιώθω ακόμα τη ζεστασιά εκείνης της παλάμης, τον παλμό του σφυγμού της, η αγάπη της χύνεται πάνω μου με τους κουβάδες του ήλιου…


Γιόρταζε σε τρεις μέρες. Δεκαπενταύγουστος. Δεν είχα το κουράγιο να της φτιάξω το γλυκό που εκείνη έφτιαχνε κάθε χρόνο στη γιορτή της. Μια τούρτα με παντεσπάνι, κρέμα, ζελέ πορτοκάλι, μπανάνες και ροδάκινα. “Τούρτα Λιλίκας” έγραφε με τα κομψά της καλλιγραφικά γράμματα στο μπλε τετράδιο των συνταγών της, που μοσχοβολούσε βανίλια. Δεν υπήρχε δεύτερη νοικοκυρά σαν τη Μαιρούλα. Στην κουζίνα μου, συγκέντρωσα τα υλικά για να το φτιάξω, άνοιξα το τετράδιο σ’ εκείνη τη σελίδα. Το ξανάκλεισα. Είχε βραχεί η σελίδα με δάκρυα… Πήγα κι αγόρασα μπακλαβαδάκια. Κι αυτά της άρεσαν. Θα κερνούσα τους γιατρούς, τις νοσοκόμες, τους ασθενείς. Σαν να ’χαν έρθει επίσκεψη στο σπίτι μας τη μέρα της γιορτής της θα ’τανε. Για τα χρόνια πολλά…
Πριν φύγω, ήρθε η θεία Χρυσούλα. Κουνιάδα της αγαπημένη, μα πιο πολύ φίλη της. Μαράζωσε σαν πέθανε εκείνη. Ήταν συνομήλικες. Κρατούσε στα χέρια της ένα ταπεράκι.
«Αυτό να το κρατάς στη Μαιρούλα. Και χρόνια πολλά να της πεις από μένα. Του χρόνου θα τα γιορτάσουμε μαζί.»
Άνοιξα το μικρό κουτί. Η θεία τής είχε φτιάξει την τούρτα “Λιλίκας”. Είχε κόψει δυο μικρά κομμάτια και τα είχε βάλει μέσα. Έκλαψα μ’ αυτή της την κίνηση. Ακόμα κλαίω σαν θυμάμαι εκείνη της τη χειρονομία…


Η εντατική αντιλαλούσε από γέλια σήμερα. Η Μαιρούλα είχε κέφια, είχε διαφύγει τον κίνδυνο, αύριο θα την έβγαζαν. Το κέφι της είχε βάψει τα μάγουλα κόκκινα, γελούσε και διηγιόταν στους ασθενείς ανέκδοτα. Δίπλα της ακριβώς είχαν φέρει μία πολύ ζωντανή γυναίκα. Δεν καθόταν ήσυχη, στριφογύριζε συνεχώς, ήταν νευρική αλλά δε φαινόταν καθόλου άρρωστη. Απορούσες γιατί την είχαν βάλει εκεί.
Όταν μπήκα μέσα με τα γλυκά, εκείνη ξεκαρδιζόταν στα γέλια.
«Ήσυχα, κυρία Δέσποινα. Ηρεμήστε. Έχετε υψηλή πίεση, δεν κάνει…» προσπαθούσε να την ηρεμήσει μια νοσοκόμα.
Δεν είχε επισκεπτήριο εκείνη. Μόλις με είδε να μπαίνω και να φιλώ τη μάνα μου, μελαγχόλησε.
«Κι εγώ γιορτάζω, μα δεν ήρθε να με δει κανείς… Τυχερή είσαι συ, κυρά Μαίρη, έχεις καλά παιδιά.»
Χάρηκε η Μαιρούλα με τις λιχουδιές. Μα δεν άγγιξε τίποτα. Ο γιατρός της επέτρεψε μια κουταλιά τούρτα επειδή γιόρταζε κι ήταν σήμερα πολύ καλύτερα. Μόνο μια μικρή κουταλιά. Δεν έφαγε.
«Καλύτερα να κρατήσω την όρεξή μου για του χρόνου. Εσύ κέρασε στο μεταξύ για τη γιορτή μου.»
Όλα τα μετέτρεπε η Μαιρούλα σε γιορτή Ακόμα και το θάνατο που δοκίμαζε τις φτερούγες του έξω απ’ τα ψηλά παράθυρα.
Άνοιξα το κουτί και τους κέρασα όλους. Οι ευχές έπεσαν βροχή, πρώτη φορά ένιωσα την πραγματική έννοια τού “χρόνια πολλά, και του χρόνου…” Για τους περισσότερους εκεί μέσα ήταν μια ευχή ουτοπία ή ίσως η ευχή που ξορκίζει το Χάρο. Για τη Μαιρούλα, εκείνο το “και του χρόνου” δεν έφτασε ποτέ…
Πλησίασα την κυρία Δέσποινα. Της έτεινα το κουτί με τα μπακλαβαδάκια. Χαμογέλασε και τα σάλια της έτρεξαν σαν πήρε με λαχτάρα ένα κι ετοιμάστηκε να το καταβροχθίσει με βουλιμία. Πρόφτασε και πετάχτηκε σαν σφήνα μπροστά μια νοσοκόμα με σακατεμένο από τα σημάδια της ακμής πρόσωπο.
«Μη, όχι, κυρία Δέσποινα. Δεν κάνει να το φας. Το ζάχαρό σου είναι στα ύψη!»
Ταραγμένη ανάσαινε η νοσοκόμα. Προσπάθησε να της το πάρει από το χέρι. Η κυρα-Δέσποινα δεν το άφηνε. Τα σιρόπια άρχισαν να στάζουν στο σεντόνι.
«Άφησέ με να το φάω, σε παρακαλώ. Κι εγώ γιορτάζω. Και δεν ήρθε κανείς. Θέλω να φάω ένα μπακλαβαδάκι. Το στόμα μου είναι πικρό…» ικέτευε, τα μάτια της άρχισαν να τρέχουν.
«Δεν μπορώ να σας αφήσω. Έχω ευθύνη. Αν συμβεί κάτι… Καταλάβετέ με…» Τώρα την ικέτευε η νοσοκόμα.
«Καλά, φά’ το εσύ αντί για μένα, αλλά να ξέρεις, αυτό δε θα το ξεχάσω. Δε θα το ξεχάσω ποτέ. Τι ζήτησα η δόλια; Ένα μπακλαβαδάκι, ένα τόσο δα μπακλαβαδάκι που θα μου γλύκαινε τον πόνο. Μπορεί και να πεθάνω, βρε, και θα το ’χεις κρίμα στο λαιμό σου. Πού να ξέρεις εσύ τι σηκώνω εδώ μέσα…» είπε κι έδειξε την καρδιά της. Ύστερα λούφαξε στο κρεβάτι της γυρνώντας μας την πλάτη. Δεν ξαναμίλησε.
Μαύρισε η ψυχή όλων στον παγερό χώρο. Απότομα η χαρούμενη ατμόσφαιρα βάρυνε ασήκωτα.


Την άλλη μέρα, μας ειδοποίησαν ότι η Μαιρούλα θα έβγαινε από την εντατική και θα μεταφερόταν στην Καρδιολογική. Πετάξαμε από τη χαρά μας. Όταν πήγαμε ξανά την ώρα του επισκεπτηρίου, βρήκαμε τη μάνα μας δακρυσμένη, σιωπηλή.
«Μαμά, τι έχεις; Θα βγεις σήμερα. Οι γιατροί λένε πως είσαι καλύτερα, δε χαίρεσαι;»
Χωρίς να μου απαντήσει, μου έδειξε με το δεξί της χέρι το διπλανό κρεβάτι. Ήταν άδειο.
«Την πήραν την κυρία Δέσποινα; Τη μετέφεραν κι αυτή στην Καρδιολογική;» τη ρώτησα με απορία.
Δε μου απάντησε η μάνα μου, αλλά η χθεσινή κοπέλα, η νοσοκόμα. Είχε πιάσει βάρδια πριν από λίγο. Φορούσε το σκούφο, τη στολή, αλλά κρατούσε αγκαλιά το κουτί με τα χθεσινά μπακλαβαδάκια, που είχα αφήσει για να κεραστούν κι οι υπόλοιποι νοσηλευτές. Το ’χε ανοίξει κι έτρωγε τα γλυκά με μανία, δυο-δυο τα κατέβαζε. Τα μάτια της ήταν ολοκόκκινα, σφούγγιζε τη μύτη της μ’ ένα χαρτομάντιλο. Έκλαιγε κι έτρωγε. Χωρίς όρεξη. Ήταν ολοφάνερο ότι δυσκολευόταν να καταπιεί, της ερχόταν τάση για εμετό, όμως με πείσμα συνέχιζε. Πηχτά ρυάκια από σιρόπι έσταζαν απ’ το πιγούνι της πάνω στη στολή. Μπουκωμένη καθώς ήταν, πήγε να μου μιλήσει. Κόντεψε να πνιγεί. Για μια στιγμή παραξενεύτηκα. Αηδίασα. Όμως…
«Δεν μπορώ να το πιστέψω. Τώρα μόλις το έμαθα. Η κυρία Δέσποινα… πέθανε πριν από μια ώρα… Άλλος την πήρε… άλλος.»

Το παρόν διήγημα δημοσιεύθηκε στις 22/10/12 στο λογοτεχνικό ανθολόγιο
ONE STORY από την Ανοικτή βιβλιοθήκη Openbook http://www.openbook.gr/