Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013


Συμμετοχή στον ποιητικό μαραθώνιο ανάμνησης των εκδόσεων Γαβριηλίδης για τον Αργύρη Χιόνη
19 Ιανουαρίου 2013

Ο ωραίος των χωμάτων

(Στον ποιητή Αργύρη Χιόνη)


Στον τοίχο απέναντι διάφανες σκιές ονείρων
Επιστρέφουν πολλαπλά γυάλινα προσωπεία

Μαλακό, κυματιστό χρυσάφι τα φώτα της νύχτας
Γλιστρούν ανάμεσα στο αγέλαστο, ασκητικό πρόσωπό σου
Με τον σκούφο τον μάλλινο, τ’ ασημόγκριζα γένια
Και τα μάτια, δυο μαύρες ελιές

Ένας ξυπόλητος άνεμος περιπλανιέται ξάγρυπνος
Στα καλντερίμια φωνάζοντας το θάνατό σου

Σ’ έκτακτο παράρτημα εφημερίδας

Είχε η ψυχή σου βαρυνθεί
Γράφοντας τόσους στίχους για το τέλος

Πολύ φοβόσουνα εσύ ο ωραίος των χωμάτων
Μη φύγεις ξαφνικά

‘’Γιατί αντιστέκεται το πνεύμα μου
Στο βελουδένιο σάβανο του ύπνου;’’


Κι οι νύχτες του Θροφαρί μάτωναν
Από τα νύχια της αγρύπνιας σου

Έγραψες ποιητή ’’Στο υπόγειο’’
‘’Σ’ αυτό τον τόπο θέλω να βρεθώ
όπου ηρεμεί, όπου κοιμάται ο χρόνος,
επιτέλους’’


Όταν κοιμήθηκες εσύ τον αιώνιο ύπνο
Δίπλα σου αποκοιμήθηκε κι ο χρόνος

Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη-Ηράκλειο Κρήτης

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

ΔΥΟ ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΑΚΟΣ

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

Ο ωμός λόγος όσων έχουν δει την ψυχή τους να καίγεται, έχει τόση δύναμη από μόνος του, ώστε ωχριά μπροστά του κάθε λογοτεχνικό φτιασίδι. Αναφέρομαι στα ‘’Δυο μικρά πεζά’’ του Νεοελληνιστή φιλολόγου( κατόχου D.E.A )και Κριτικού Λογοτεχνίας Ζαχαρία Κατσακού, που συμπεριέλαβε στο τεύχος 91, το καταξιωμένο λογοτεχνικό περιοδικό ’’Εντευκτήριο’’.
Παρόλο που το corpus των κειμένων καθώς και η θεματική τους , ιδιαίτερα στο‘’ Στα δόντια’’ , θυμίζει λίγο θρίλερ, διαβάζοντας το κείμενο αισθάνεσαι ένα σφίξιμο στο στομάχι, ένα ανακάτεμα, είναι τόσο ζωντανές οι εικόνες που παρελάζουν μπροστά στα μάτια σου μέσω των σχολαστικά διαλεγμένων λέξεων, που σε ωθούν να σταματήσεις εκεί. Να κλείσεις το βιβλίο και να μην επιτρέψεις στις ασπρόμαυρες φελινικές φωτογραφίες να σε πληγώνουν άλλο. Δεν μπορείς όμως.
Γιατί αισθάνεσαι μια διαλεκτική έλξη, παίρνοντας στο κατόπι τις μαινάδες λέξεις, περιφέρεσαι πλάνης ανάμεσα σε μυστηριακούς τόπους επικοινωνώντας με την φύση στο ‘’Ντυμένη με σκιές’’ ’’Οι φθόγγοι που στριφογύριζαν τώρα σαν τις μέλισσες γύρω απ’ το νου μου, έφτιαξαν κάστρα σαν κουκούλια που οι λέξεις υφαίνουν και κρέμονται απ’ τα κλαδιά παλιάς μουριάς''-με τη θάλασσα-''μίλησέ μου νερό''- με την ομίχλη-''Κι από τα μάτια των κρανίων έβγαινε άλλη ομίχλη, γαλάζια και σπειροειδής''. Αισθάνεσαι την αχλή του χρόνου-''ν’ ανοίγει διάπλατα τα χέρια σαν παραθύρια και να μιλά με τις σκιές''-, το ημίφως -''χρώμα πίσσας στην αρχή, μαύρο σύκο μετά, ακτινωτές διαχύσεις πορφύρας στο τέλος''-, θέλεις να στοχαστείς για ώρες πάνω στη φράση ’’Οχτώ χρονών ήταν τότε που πήρε το δώρο απ’ τον πατέρα της κι ο θάνατος είχε μεγαλώσει μαζί της, ήταν δίπλα της σιωπηλά τόσον καιρό, σκεπασμένος με βελόνες χρόνου’’.
Ο ποιητικός με τον πεζό λόγο του λογοτέχνη έχουν απίστευτη δύναμη, διαθέτουν συνάφεια μεταξύ τους, ενώνοντας την δυναμική τους θα έλεγα, όπως η ανάμειξη δυο ισχυρών χρωμάτων στην παλέτα του ζωγράφου, που θα δώσει το αποτέλεσμα μιας ακόμα πιο δυνατής απόχρωσης, εκείνης που θ’ αγγίξει μιαν ανατριχιαστική τελειότητα. Αυτή την τελειότητα ο Ζαχ. Κατσακός , παρόλο που τα πεζά και τα ποιήματά του είναι ελάχιστα, την έχει ήδη κάνει κτήμα του. Τούτο το πετυχαίνουν ελάχιστοι δημιουργοί.
Ενώ και στα δυο κείμενα υπάρχει αυστηρή λιτότητα που απογυμνώνει χειρουργικά και τελετουργικά όλο το πεζό, είναι γεγονός πως η αφαίρεση, η απόλυτη απογύμνωση από το παραμικρό ίχνος λυρισμού, γλυκερότητας ή εντυπωσιασμού έχει αλλού την αφετηρία της.
Στον μαγικό ρεαλισμό, τον στοχασμό και την αναμέτρηση με το θάνατο, τον σκοτεινό κόσμο των ονείρων, την απόλυτη διαύγεια που είναι συγχρόνως απόκρυψη, αφήνοντας στον αναγνώστη να βγάλει τα συμπεράσματά του.
Ο λόγος του Ζαχ. Κατσακού θυμίζει ένα μαυρόασπρο κινηματογραφικό όνειρο φτιαγμένο από ποίηση, μαγεία, μεταφυσική. Βρίσκω επιρροές απ’ τον Μπωντλαίρ, τον Πόε, τον Καρυωτάκη, τον Λόρκα, τον Μάρκες, τον Μπουλγκάκωφ, τον Χουάν Ρούλφο. Αν ήταν πίνακας θα ήταν Φράνσις Μπέικον, Γκόγια , Νταλί. Αν ήταν ταινία θα ήταν Φελίνι, Μπέργκμαν , Ταρκόφσκι. Και αν ήταν μουσική θα ήταν Μάλερ.
Ας μην ξεχνάμε ότι όλοι μας είμαστε τα διαβάσματά μας, οι εμπειρίες, οι φθορές και τα σημάδια μας. Στην ισχυρή αντήχηση του παρελθόντος, στηρίζουμε το δικό μας, κατάδικό μας Σύμπαν.



Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012


ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ

Κιόλας περάσαν
Όπου κι αν γείρω όμως το βλέμμα μου σε βρίσκω
Αφού αναπνέεις ζεις και κλαις μες την ψυχή μου
Δεν ξεκινώ τη μέρα
Δίχως μια ‘’καλημέρα’’ στη φωτογραφία σου
Πάντα εκεί γελάς αιώνια νέα
Σε πείσμα όλων των γήινων
Φθαρτών κι ασήμαντων πραγμάτων
Και δε σφαλνώ τα μάτια κάθε νύχτα
Αν δεν σε προσκυνήσω Παναγιά μου

Γιατί να τρέχει ο χρόνος ξέφρενα
Αναρωτιέμαι
Μήπως για να ξεχνάμε αυτούς που’’ φεύγουν’’
Ή μήπως γιατί στάζοντας το μέλι της συνήθειας
Ανάκατο με το ναρκωτικό της λήθης
Βοηθά να κλείσει η πληγή της απωλείας;

Για μένα δεν ισχύει δυστυχώς
Τι κι αν μου δίνουν χίλια βάλσαμα
Στη ματωμένη μου καρδιά
Πάντα υπάρχεις
Βλέπεις ο πόνος έσκαψε μονάχος του βαθιά
Κι έφτιαξε τη γωνιά σου

Τι κι αν περάσαν χρόνια τέσσερα;
Μέρες σαν κόκκινες και μοβ ανεμώνες
Αυτές που λάτρευες
Κι ίσα που πρόλαβες να δεις ν’ ανθίζουν
Κείνο τον κρύο Μάρτη
Που ‘κλεισες τα μάτια
Μπάζοντας από τότε τη λευκή παγωνιά
Της απουσίας σου
Στα τρίσβαθα αυτών που άφησες πίσω

Κι ας συνεχίζει η ζωή ν’ αναγεννιέται κάθε μέρα
Σε πείσμα της πανταχού παρούσας θλίψης


Λυπάμαι για όλα αυτά που έχασες
Εκείνα που δεν πρόλαβες να δεις
Μόνο χαρές
Τόσες χαρές ήλθαν μαμά
Μισές χωρίς εσένα

Μα δεν μπορεί
Θα πρέπει να είδες να ‘νιωσες
Τα πάντα από κει πάνω
Γιατί σε βλέπω να χορεύεις στα όνειρά μου
Τόσο ζωντανή τόσο ζεστή
Που σε αγγίζω
Κι είναι σαν τότε που ήμουνα παιδί

Πάντα θα στέκομαι στην πόρτα
Ανυπομονώντας να γυρίσεις
Κι ας ξέρω πως μου έφυγες
Δίχως εισιτήριο επιστροφής
Ήθελα τόσο να στ’ αγόραζα εγώ
Όσα κι αν μου ζητούσαν θα τα έδινα
Ότι είχα και δεν είχα

Μα όπου κι αν ερώτησα
Μου ‘παν πως δεν υπάρχει

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή ''Της Μάνας''1999-2012

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012


Αφροδίτη μαύρη μαινόμενη

Ζωγραφίζω

Δυο μαύρα διαμάντια
Μ’ αστραπόβροντα
Στο βλέμμα

Βρυχώμενα οπάλια κυμάτων
Στου θυμού τα λόγια

Την οσμή της θάλασσας
Στις ακτές του κορμιού της

Σχεδιάζω

Πυκνά μαύρα
Μαργαριταρένια σύννεφα
Σε μπούκλες

Βλεφαρίδες σκοτεινές σκιές
Που κρατούν ανάγλυφο γλυφό νερό

Μια ζωντανή ανάμνηση δέρματος ξυπνά
Καθώς βουτώ το πινέλο σε καυτή σοκολάτα

Η αφή αμνήμων

Αδυνατώ να περιγράψω

Τα μυστηριώδη εμβλήματα των μυστικών

Τ’ ανοιχτά χέρια περιστέρια

Το πολύ φως του ήλιου της

<Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή ''Νύχτα διαλέγω να σ' αγαπήσω''
>

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Μοναξιά τραγική

Περαστικοί στο δρόμο
Απλά γνέφουμε ο ένας στον άλλο
Ή σκύβουμε δειλά το κεφάλι

Μοναξιά τραγική
Σε μια πόλη σώμα με βάναυσο κέλυφος

Φωλιά χελιδονιού καμωμένη
Από ιστούς αράχνης
Κλαράκια κουρέλια και φύλλα

Απαλό ρόδινο χρυσό πίσσα κατάμαυρο
Η μυθική ουσία που συνιστά το είναι της

Κι εγώ δεσμώτης του χρόνου
Βηματίζω στο χώρο της σκιάς

Ψηλαφίζοντας το πρόσωπό μου
Στους λεκιασμένους καθρέφτες των τραίνων

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή ''Απατηλά θαύματα΄''

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012


ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΧΑΘΩ

Σε σένα έρχομαι
Κόντρα στον άνεμο
Που αμμοβολά τ’ ακάλυπτα των λόφων

Ξυπόλητη και ταπεινή
Διασχίζω τα βάθη των καιρών
Πληρώνοντας τα διόδια του πόνου

Μόνο για να χαθώ
Στη συντριβή της αγκαλιάς σου

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή''Τα απατηλά θαύματα''2011-2012



Αποκαμωμένος καλλιεργητής

Δέσμιος αναμνήσεων
Ισόβια μόνος

Ποτέ δεν σ’ είχα

Τώρα στη δύση μου αποκαμωμένος καλλιεργητής
Με την σπουδή ενός εκ προμελέτης δολοφόνου
Φυτεύω την ένδεια της ψυχής μου στο χώμα

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή''Τα απατηλά θαύματα''2011-2012


Παρασκευή 19 Οκτωβρίου 2012


ΖΕΙΣ ΔΙΧΩΣ ΟΝΕΙΡΑ;

Αφιερωμένο σ’ όλους τους λαούς που αντιστέκονται

Όλη τη νύχτα αντέχαμε

Πορείες ξύλο δακρυγόνα αίμα
Μα εμείς τρελοί
Μεθυσμένοι απ’ την ανταρσία
Στροβιλιζόμαστε κιόλας
Στης λευτεριάς τα βήματα

Νέοι ωραίοι ξαναμμένοι απ’ αγανάκτηση
Τολμήσαμε να βγούμε στους δρόμους

Σημαία μας τ’ όνειρο του αύριο
Που μια χούφτα ανίκανοι μας τ’ απαγορεύουν

Ζεις δίχως όνειρα;

Γεμίσαμε κίτρινη σκόνη απ’ τα χημικά
Φωτιά στα μάτια μας
Μια θερμή κόκκινη αχλή βλέπαμε μόνο

Οχλοβοή και σκόνη

Η σκόνη έχει κάτι το τρομερό μέσα στη νύχτα

Μας κλέψανε ακόμα και την ανάσα

Ζεις δίχως όνειρα;

Τυφλούς
Μας πήρε ο ύπνος καταγής στο δρόμο
Γείραμε τα κεφάλια στα πορτόφυλλα
Σαν τα σκυλιά

Μας πέταξαν έξω τ’ αφεντικά
Με τις ωμές κι άξεστες φράσεις
Των απλοϊκών
Που τους μαγαρίζουν τα κατώφλια
Τ’ αδέσποτα

Ύστερα
Μας ζώσανε σκούρες σκιές
Με λευκά κράνη

Πέσανε σφαίρες

Ζεις δίχως όνειρα;

Κάποιες μανάδες θα ράψουν αύριο
Μαύρα φορέματα



Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή ’’Οργή αίματος’’2011