Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014



Λογοτεχνικό περιοδικό Διάστιχο

Τρίτη, 03 Σεπτέμβριος 2013 16:00

ΠΟΙΗΣΗ

Τα νεαρά ποιήματα-Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη-Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013

της Βαρβάρας Ρούσσου


Τα Νεαρά ποιήματα είναι η τελευταία, πέμπτη, συλλογή της Πετροπούλου, με 54 ποιήματα, τα περισσότερα σε σύντομη φόρμα, κατανεμημένα σε τέσσερις ενότητες χαρακτηριστικές της θεματικής και της ποιητικής στόχευσής της.

Η πρώτη ενότητα, με τίτλο «Καθρέφτες», χρησιμοποιεί ως βασικό υλικό τους καθρέφτες, με στόχο την απόδοση της ταυτοτικής εμπειρίας. Πρόκειται για μια απόπειρα να αναπαρασταθεί ο εαυτός και το είδωλό του και να συζευχθεί το πραγματικό, το ονειρικό και ο χρόνος.

Η δεύτερη ενότητα, με τίτλο «Γραφή μοναξιά μου», επιχειρεί να ορίσει την πολυδιάστατη εμπειρία του συγγραφικού βιώματος και να συγκεράσει την πράξη της γραφής με την έννοια της ταυτότητας. Με τη γραφή ως επίκεντρο, τα 16 ποιήματα της ενότητας εξακτινώνονται προς τον αναγνώστη, τον κριτικό, τον δημιουργό και το δημιούργημα. Η Πετροπούλου αποκαλύπτει τη σχέση της με τη γραφή εμφατικά, όπως στο ποίημα «Όπως η σάρκα», όπου η ταύτιση ζωής-ποίησης-ηδονικού έρωτα αναδεικνύει και τον καμβά του συνολικού ποιητικού σχεδίου της, στο οποίο η άρρηκτη σύνδεση των τριών προαναφερθέντων στοιχείων αποτελεί προϋπόθεση. Στο «Όπως η σάρκα», τονίζεται η σαρκική διάσταση που αποδίδεται στη γραφή και εν γένει στην ποίηση, γεγονός που ενισχύει την άφευκτα ταυτοτική διαδικασία της γραφής μέσω της οποίας ανα(από)καλύπτεται η υποκειμενικότητα.

Η τρίτη ενότητα, «Χρόνος ακίνητος», είναι εμπνευσμένη ακριβώς από την ακινησία ή αλλιώς τον απαραβίαστο και ακατάλυτο ρυθμό του χρόνου, δηλαδή από την αιωνιότητα σε σχέση με το εφήμερο του ανθρώπου και των σχέσεών του. Η νέα αυτή θέαση, ήτοι η προβολή της ακινησίας του χρόνου σε σχέση με την κινητικότητα του ανθρώπου μέσα σε αυτόν, αναδεικνύει την τραγικότητα των ορίων της ανθρώπινης ύπαρξης, το αναπόδραστο του χρονικού τέλους όλων των πράξεων, σχέσεων και σκέψεων του ανθρώπου, όπως στα ποιήματα «Τέλος χρόνου» και «Τέλος εποχής». Μεταξύ άλλων επίσης σηματοδοτεί, στο ομώνυμο ποίημα της ενότητας, στο «Χρόνος ακίνητος», και το τέλος της νεότητας, θέμα –η νεότητα και συχνά η συνακόλουθή της ομορφιά– που επίσης απασχολεί την ποιήτρια.

Στην τελευταία ενότητα, τιτλοφορημένη «Alma perdida», κυρίαρχη είναι η απώλεια, ιδίως αυτή που επιβάλλει το τέλος της ανθρώπινης ζωής. Εδώ αποτυπώνεται η εμπειρία του θανάτου ως βίωμα απώλειας του άλλου και ως ατομικός φόβος. Η ποιητική δημιουργία, κλασικά, αγωνιά να υπερβεί το φάσμα του θανάτου ή τον φόβο του και να εκφράσει το πένθος, έννοια τόσο σημαντική για την ανθρώπινη ύπαρξη. Τα ποιήματα επιδιώκουν να λειτουργήσουν παραμυθητικά. Στην ενότητα προκρίνεται ακριβώς αυτή η εμπειρία του πένθους, και μάλιστα είναι διακριτή η απόπειρα να συνδυαστεί το συγκρατημένο συναίσθημα με τη στοχαστική στάση. Ως παράδειγμα αναφέρω το ποίημα «Πάβελ», όπου ο θάνατος αποτελεί έμμεσο βίωμα προερχόμενο από ταινία. Παράλληλα, το ποίημα «Σε θύμα» φέρνει στο προσκήνιο την κοινωνική ευαισθησία της ποιήτριας, η οποία συγκλονίζεται από τα κοινωνικά συμβάντα – κάτι που διαγράφεται και στο ποίημα της πρώτης ενότητας «Οι μετανάστες γκρίζα περιστέρια».

Χωρίς προσωπεία, αλλά με το εγώ σε πρώτο πλάνο και με διαρκή την αναζήτηση του εσύ, τα ποιήματα ανιχνεύουν τον εαυτό και τον κόσμο με το συναισθηματικό πρόταγμα κυρίαρχο. Υπό αυτή την έννοια, με την Πετροπούλου έχουμε να κάνουμε με μια ανόθευτη ποίηση, ο βασικός στόχος της οποίας είναι η έκφραση του πηγαίου και αδιαμεσολάβητου συναισθήματος. Παρ’ όλη τη συναισθηματική διάχυση των προηγούμενων συλλογών υπάρχει στα Νεαρά ποιήματα κάτι το νεοφανές, το οποίο παρατίθεται και προοικονομεί το έργο ήδη από το μότο: πρόκειται για φράση του Ρίλκε «Γιατί οι στίχοι δεν είναι, καθώς νομίζουν οι άνθρωποι, αισθήματα –αυτά τα έχει κανείς αρκετά νωρίς– είναι εμπειρίες». Το νεαρό, λοιπόν, που κομίζει στο συνολικό έργο της Πετροπούλου η νέα της συλλογή είναι η αποκρυστάλλωση του συναισθήματος, η διήθησή του. Η ποιήτρια αισθητοποιεί τη βιωμένη εμπειρία επιχειρώντας να χειραγωγήσει το συναίσθημα, όσο είναι δυνατόν, αφού γενικά έχουμε να κάνουμε με μια αισθαντική ποιητική.

Ένα πάγιο γνώρισμα της ποίησης της Πετροπούλου είναι η αναφορά στο ερωτικό πεδίο. Ο έρωτας εξάλλου είναι παρών, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο, σε όλο το έργο της. Προσδίδει μάλιστα στην ποίησή της μια ιδιαίτερη χροιά καθώς η ποιήτρια εμμένει, με υψηλής λυρικότητας εκφράσεις, στη σαρκική/ηδονική του διάσταση. Ο λυρισμός της ποιήτριας, άλλοτε προφανής άλλοτε συγκρατημένος, δεν γνωρίζει τη σύγχρονη έκπτωση των σταθερών και των βεβαιοτήτων. Η Πετροπούλου με το έργο της μας υποδεικνύει ότι η ποίηση, όταν δεν είναι καθαρά εγκεφαλική και δύσκολη, μας οδηγεί στον κόσμο των ανθρώπινων συναισθημάτων, μας φέρνει πιο κοντά στον εαυτό μας.

Τα νεαρά ποιήματα Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη Γαβριηλίδης 87 σελ. Τιμή € 7,46

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013


Σε αναγνώστη

Έλα περίλαμπρο να δώσεις φως
Σ’ ανήλιαγες κλειστές σελίδες
Άκου τους κραδασμούς πίσω απ’ τις λέξεις
Εσένα περιμένουνε να τις αγγίξεις
Να σκύψεις ανυπόμονα
Πάνω στο κίτρινο των φύλλων
Την πεθαμένη σκόνη και τα έντομα
Τη μύτη κλείνοντας στη μυρωδιά της μούχλας
Που αναδίδει η λησμονιά

Έλα αναγνώστη
Παραμέρισε τα εμπόδια
Κι απερίσπαστος βυθίσου
Στων γηραλέων βιβλίων τη σαγήνη

Εκείνα περιμένουν χρόνια σ’ ένα ράφι
Των απαλών δακτύλων σου την επαφή
Και τ’ ανυπόμονό σου βλέμμα
Όπως οι ξεχασμένοι των γηροκομείων

Από την ποιητική συλλογή ''Τα νεαρά ποιήματα'' Εκδόσεις Γαβριηλίδη 2013

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013


Ζαχαρία Κατσακού

Ρένα Πετροπούλου - Κουντούρη, Στον κήπο της μνήμης, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2011
Δημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό ‘’Κουκούτσι’’ Τεύχος 5

Περιπλάνηση στη θλίψη των πραγμάτων

Το βιβλίο «Στον κήπο της μνήμης», της Ρένας Πετροπούλου - Κουντούρη, αποτελεί ουσιαστικά μια προσωπική περιπλάνηση στον έρωτα και στον θάνατο. Το ποιητικό corpus συγκροτείται από τρία μέρη (Lacrimae rerum, Έρωτες πλάνητες, Αποδημία), ενώ η μνήμη, κεντρικό και πολυεστιακό σήμα, εγγράφεται άλλοτε ως ποιητική μορφή, άλλες φορές ως αφετηρία δηλώσεων και συνυποδηλώσεων, λειτουργεί επίσης ως υπαρξιακό αρχέτυπο, τέλος ως συναγωγός δεσμός υπόγειων διαδρομών, συναιρώντας έτσι το αίσθημα των τριών μερών σε ένα ενιαίο σύνολο ποιητικής συγκίνησης με ταυτότητα και στόχο. Το τελευταίο μέρος (Αποδημία) είναι το μικρότερο σε έκταση και μοιάζει να αυτονομείται, αφού σ΄ αυτό εγγράφεται η πλέον προσωπική και βιωματική κατάθεση της μνήμης του θανάτου και της αναπαράστασης ενός κύκλου που συμπληρώθηκε οριστικά.
Η περιπλάνηση αυτή εκκινεί από την ανάγκη της ποιήτριας να παρατηρήσει τον εσωτερικό και εξωτερικό χώρο, τοπίο αναγκαστικής συνθήκης και καταφυγής, καθώς και σημείο αναστοχασμού (Μ΄ ένα χαμόγελο μισοφέγγαρο, Στο έλεος του ουρανού), να σηματοδοτήσει και να περιγράψει κίνητρα και επιθυμίες (Η θάλασσα εντός μου), να αποκαταστήσει τελικώς την ύλη των αισθημάτων (Πήλινοι θνητοί). Στους Έρωτες πλάνητες, μέρος με ιδιαίτερη λειτουργικότητα στον κορμό της συλλογής -κινείται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην εξομολόγηση και τη «σιωπηλή» έκρηξη του αισθήματος- συντελείται η παραδοχή της πλάνης του έρωτα και η θρυπτική έκφρασή της μέσα από στίχους που εκβάλλουν σε όχθες παραλλήλων και αντιθέτων ζευγών. Η Αποδημία δεν είναι παρά η προσωπική κατάθεση θανάτου ή η επιστροφή στο μονολογικό "εγώ" του ποιητικού υποκειμένου που θρηνεί την απώλεια αγαπημένων προσώπων.
Η συλλογή προτείνει μια ενδιαφέρουσα όσο και επικίνδυνη μείξη: Lacrimae (η ύλη και ο στοχασμός της παρατήρησης που οδηγεί στη θλίψη των πραγμάτων), Έρωτας (που καταλήγει στην ηρωική αποδοχή της «θριαμβευτικής» ματαιότητάς του), θάνατος (που σπονδυλώνεται μέσα από τη θνητότητα της ύπαρξης και την ποιητική μελέτη του βιώματος). Και είναι τολμηρή η μείξη αυτή, γιατί είναι σπάνιες οι φορές που το προσωπικό βίωμα βρίσκει τις αναλογίες και τις ισορροπίες του μέσα στο ακραιφνώς ποιητικό σώμα.
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν τα ποιήματα μικρής φόρμας τα οποία είναι δομημένα κεντρικά και όχι περιφερειακά, αλλά και η, επίσης τολμηρή στο πλαίσιο της συλλογής, ζεύξη ποιητικών δομών όπως: Διασχίζω έναν άνεμο / γεμάτο μαχαίρια ή οι άγγελοι θα με υποδεχτούν / γλείφοντας τα δάχτυλά τους ή ακόμη Σε μισοσκόταδο ημίγλυκου άρτου. Ένα κλίμα βίαιης αντίθεσης που είναι εντελώς διαφορετικό από το, εξαιρετικής δραματικότητας, ποίημα Λαχταρώ την αγκαλιά σου Μάνα, με το οποίο συμπληρώνεται το ποιητικό σώμα.
Στίχοι που οργανώνουν ποιήματα μικρής και εκτενέστερης φόρμας εναλλάσσονται με ισορροπημένη ροή, ποίηση μονοφωνική, ενεικονική, που διαβιεί μέσω του α΄ και β΄ προσώπου, γλώσσα λιτή, χωρίς εντυπωσιασμό και εκζήτηση, ποίηση βαθύτατα ανθρώπινη, ειλικρινής και ανόθευτη.
Η ωριμότερη αυτή συλλογή της Ρένας Πετροπούλου - Κουντούρη δεν αποτελεί τη στοχαστική πολεμική κραυγή του Βιργιλίου («Sunt lacrimae rerum et mentem mortalia tangunt») ούτε τη λήθη του πορφύρειου ομώνυμου ποιήματος.
Είναι η λυσιτελής απάντηση στον μοναχικό, αλλά πάντα ανθισμένο κήπο της ποίησης.


(Έρωτες Πλάνητες)

Σώμα αμείλικτο

Στην πνοή σου βαφτίζομαι

Βρέφος
Που κλαίει μέσα μου
Η ενοχή

Σώμα αμείλικτο

Τα νιάτα σου έχουν ακόμη
Πολύ θάνατο να ζήσουν


Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013


Σπουδή πορτραίτου

Φωνάζω δυνατά τ’ όνομά σου
Η ηχώ του μού πληγώνει τ’ αυτιά

Τα μάτια μου υπό βροχήν συμμετέχουν

Απιθώνω ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα
Στη φωτογραφία σου
Κι ένα κερί αναμμένο δίπλα στο ουίσκι

Πίνω μια γουλιά
Καθώς βουτώ το πινέλο στ’ απλωμένα χρώματα

Λευκό με κόκκινο για τη χαμένη αγνότητα
Ένα αχνό ροζ ντύνει την τρυφερότητα

Διαγραμμισμένες με το πράσινο του μάρμαρου
Οι καφετιές φλέβες των τύψεων
Χάνουν την ερυθρότητά τους

Στην ανάμνηση βάζω χρώμα μπλε

Ύστερα παίρνω μαύρο
Του θανάτου
Στάζω απάνω του δυο δάκρυα

Και σχεδιάζω άγρια σκληρά την απουσία σου

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή ’’Τα απατηλά θαύματα’’2012-2013




Τετάρτη 29 Μαΐου 2013


ΣΕ ΕΤΑΙΡΑ

Κατάθεση στην ασυμφιλίωτη ομορφιά σου
Ο οβολός των περαστικών εραστών

Ευθύς μεταβάλλεται σε άρωμα θλίψης
Και ψωμί της επόμενης μέρας

Κι όμως Άγιο
Το συλημένο σου σώμα

Σε κοιτώ

Κι ένας πίνακας ζωντανεύει εμπρός μου

Βαθυπράσινα μάτια πετράδια
Αναγγέλλουν την αρχή του ονείρου

Ενώ οι φωτοσκιάσεις της κόλασης
Σ’ απαλούς ρόδινους τόνους

Ζωηρεύουν το δέρμα
που μουσκεύει αργά

Οι κοτσίδες σου ξέπλεκες
Σγουρά κύματα μαύρα

Αφρισμένα ξεσπούν ολοζώντανα
Σ’ ολόλευκα στήθη-τοιχία

Άπαρτο κάστρο η καρδιά σου
Ωραία μου

Των ταραγμένων ημερών σου
Τον λυγμό

Να πνίξω ήθελα
Ψυχή μου ηλιόμορφη

Από την ποιητική συλλογή ''Όνειρα Ασύνορα''2009 Λογοτεχνικός Σύνδεσμος Ηρακλείου

Κυριακή 12 Μαΐου 2013


Για την γιορτή της μητέρας

‘’ΝΑ ΜΗ ΧΟΡΤΑΙΝΩ’’


Ήθελα να προβάλλεις απ’ την πόρτα
με το πουα σου το φουστάνι
σε χρώμα μπλε με άσπρο,
-αυτό που σου πήγαινε τόσο-
να σιμώσεις πλάι μου,
κι αφού σκάσεις ένα φιλί ροδόσταμο
στα αγουροξυπνημένα μου μάγουλα,
να μου πεις:

‘’Κοριτσάκι μου , καλημέρα.
Τι κάνεις σήμερα;’’
Δεν περίμενες απάντηση.

Ήξερες ότι αφού σ’ είχα ,
ήμουν καλά.

Να φτιάξεις γρήγορα καφέ και για τις δυο μας,
να κόψεις φρέσκια πίτα απ’ το ταψί,
-Θεέ μου , πώς μοσκομύριζε ο τόπος-

κι ύστερα να ζωστείς με φούρια την ποδιά,
να πάρεις τη λεκάνη με τα φασολάκια
κι ένα μαχαίρι απ’ το συρτάρι που να κόβει ,

ν’ αρχίσεις να τα καθαρίζεις μ’ έγνοια,
μακάρια καθισμένη έξω στην αυλή,
με τους βασιλικούς, τη μπουκαμβίλια, τα γεράνια,
στο γαλάζιο μας σπίτι δίπλα στη θάλασσα.

Στα πόδια σου να μπουσουλάνε τα μωρά μου,
να σου χαμογελάνε με λατρεία,
γυρεύοντας σου πάλι παραμύθια,
κι εσύ να μην κουράζεσαι αδιάκοπα να διηγείσαι
για δράκους, για παλάτια και βασιλοπούλες,
για παλικάρια, ανδραγαθίες και πολέμους
χαϊδεύοντας δυο σγουρομάλλικα κεφάλια ,
με τη μελένια γλύκα της γιαγιάς.

Κι εγώ να μη χορταίνω τη μιλιά σου,
να μη χορταίνω τη ζεστή την αγκαλιά σου,
και τα χάδια σου,
αχ, την αγάπη σου
ποτέ να μη χορταίνω.

Ούτε τα μάτια, ούτε τη φωνή σου,
ούτε το γέλιο σου,
που όσο ζούσες ,
αγάπη κι έγνοια μας μετάγγιζε.

Τώρα μια θλίψη στο τελάρο του προσώπου
απλώθηκε.

Αποτυπώθηκε.

Μόνιμη, απέραντη.
Του χάρου έργο, αυθεντικό.

Αν φύλαγα τα δάκρυα μου
από τότε που’ φυγες, γλυκιά μου μάνα,
ωκεανούς θα γέμιζα, πελάγη…

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή ''Της μάνας''1999-2013

Σάββατο 4 Μαΐου 2013


Πασχαλινό απόσπασμα από το μυθιστόρημα ''Στο δρόμο με τις πικροδάφνες''της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη, 2007 Εμπειρία Εκδοτική


Μεγάλο Σάββατο στις έντεκα το βράδυ , λαμπριάτικες καμπάνες μερώσανε την ανοιξιάτικη νυχτιά , αναγαλλιάζοντας τις ψυχές των πιστών, που κύματα-κύματα κατέφταναν στην εκκλησιά με τις οικογένειές τους, κρατώντας δυο κεριά. Ένα μικρό αγιοκέρι για ν’ ανάψουν στο μανουάλι κι ένα άσπρο λαμπαδάκι για τ’ άγιο φως. Οι γεροντότεροι βαστούσαν φαναράκια για να μη σβήσει τ’ άγιο φως ο αγέρας και δεν προφτάσουν να το φέρουνε στα σπίτια τους, να κάνουν τον λαμπροσταυρό στ’ ανώφυλλα της πόρτας. Είμαστε όλοι εκεί, στον περίβολο του ναού, οι εργάτες με τις οικογένειές τους, ο Μακ Φέρσον, οι Γερμανοί με τα παιδιά τους, ο Στράτος με τη Ρήνη κι όλη τους την φαμίλια. Ακούγαμε τα μελωδικά τροπάρια, τις ωδές, τα τρισάγια , αλλά δύσκολα μπορούσαμε να συγκεντρωθούμε στη λειτουργία και το νόημά της. Δώδεκα παρά δέκα τη νύχτα, έσβησε ο καντηλανάφτης όλα τα κεριά. Η εκκλησιά σκοτείνιασε. Οι χωριανοί με κατάνυξη περίμεναν τον πάπα Χρήστο ν’ ανάψει απ’ το ακοίμητο καντήλι της Αγίας Τράπεζας μια μεγάλη άσπρη λαμπάδα, ίσαμε το μπόι του και να προβάλλει στο τρίσκαλο της Ωραίας Πύλης ψάλλοντας ‘’Δεύτε λάβετε φως εκ του ανέσπερου τούτου φωτός.’’ Βγήκε πράγματι σε λίγο ο παπάς ντυμένος με τα χρυσοποίκιλτα άμφια , ίδιος Πατριάρχης. Οι άντρες μαζεύτηκαν σα σμάρι μέλισσες γύρω του. Θεωρούνταν καλό σημάδι , κατά το έθιμο, ποιος θ’ ανάψει πρώτος. Άναψαν πρώτα οι άντρες, μετά οι γυναίκες.
Βγήκανε έξω αρκετοί μ’ αναμμένα λαμπαδάκια. Έπειτα ο παπά Χρήστος, οι ψαλτάδες , ο καντηλανάφτης μαζί με αρκετούς από το εκκλησίασμα , έκαναν τρεις φορές το γύρο του ναού για να λιτανέψουν την Ανάσταση με εξαπτέρυγα, λάβαρα και το εικόνισμα της Λαμπρής. Χαρούμενες καμπανοκρουσίες διαλαλούσαν μέσα στης νύχτας τη μελένια σιγαλιά , την Ανάσταση του Κυρίου. Ο παπάς με στεντόρεια φωνή έψαλλε ‘’Την Ανάστασίν , Σου Χριστέ Σωτήρ, άγγελοι υμνούσαν εν ουρανοίς’’. Τα παιδιά τότε ξέφυγαν από τη φύλαξη και την έγνοια των μεγάλων. Όλα μαζί πήγανε και σταθήκανε στη νοτική δίφυλλη ξύλινη πόρτα, όπου διαβάστηκε το λαμπριάτικο Ευαγγέλιο. Μόλις ακούστηκε το ‘’Χριστός Ανέστη’’, τα τρία μεγαλύτερα αγόρια έβαλαν φωτιά σε μια μεγάλη στοίβα ξύλα και κληματόβεργες για να κάψουν τον Ιούδα. Μια αγκαλιά από φλόγες άστραψαν σαν πολύτιμα πορτοκαλιά πετράδια μέσα στο μαύρο φόντο της νύχτας. Σφυρίζοντας, ύψωσαν απότομα το λοφίο τους κι άγγιξαν το πανύψηλο καμπαναριό.
Οι χωριανοί αγκαλιαστήκανε και δώσαν το φιλί της αγάπης. Φέγγανε τα μάτια, τα πρόσωπα, οι καρδιές, όλους εχθρούς και φίλους τους ένωσε το αναστάσιμο μήνυμα. Πλησίασα την οικογένεια των Γερμανών, τους εξήγησα το έθιμο, αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε σταυρωτά. Κάτω από το αναστάσιμο φως, το μάγουλό μου δέχτηκε το παρατεταμένο άγγιγμα των χειλιών της Γερμανίδας, από τη μια πλευρά. Παραξενεύτηκα, αλλά δεν το σπουδαιολόγησα. Μόλις όμως έστριψα και το άλλο μάγουλο, η Ιζαμπέλ έγινε πιο τολμηρή. Με φίλησε στην άκρη των χειλιών, αγκαλιάζοντας με, με το ένα χέρι και τραβώντας με παράλληλα
πάνω της. ‘’Χριστός Ανέστη, Σπύρο’’ μου ψυθίρισε στο αυτί βραχνά, με τη χαρακτηριστική γερμανική προφορά της. Όσο μου έλεγε αυτά τα λόγια χαμηλόφωνα και σχεδόν με ντροπή, αποκάλυψε μ’ ένα χαμόγελο φιλάρεσκο τα δόντια της. Της ανταπέδωσα αμήχανα την ευχή και το χαμόγελο. Κατεβάζοντας το βλέμμα είδα τα δάχτυλά της απλωμένα στη ράχη της παλάμης μου. Ειρηνικά δάχτυλα μιας συζύγου, με νύχια κοντά και στρογγυλεμένα. Απέφυγα τη ματιά της.
Μετά την εκκλησία μαζευτήκαμε όλοι μαζί στο καφενείο . Η Ρήνη είχε ετοιμάσει πεντανόστιμες λαμπριάτικες λιχουδιές . Ο Στράτος είχε ανάψει από νωρίς την παραστιά κι είχε βάλει το μπροστινό ενός αρνιού αντικριστό στη σούβλα. Μπαίνοντας μέσα στο καφενείο κοντέψαμε να λιποθυμήσουμε απ’ τις λαχταριστές μυρωδιές. Μαζί μας ήταν και δυο ντεληκανήδες απ’ το Άνω μέρος , λιγνά, λιανά παλικαράκια με χνούδι ακόμα αντί για μουστάκι, αλλά μάστορες της κοντυλιάς και της καλής μαντινάδας. Ο ένας ήταν λαουτιέρης κι ό άλλος λυράρης. Πρώτα –πρώτα παίξανε το ‘’Χριστός Ανέστη’’ κι έπειτα η γλυκόλαλη λύρα μας μέθυσε και μας ανέβασε στα ουράνια με τραγούδια ριζίτικα της ξενιτιάς, του πόνου , της αγάπης. Εμείς τσουγκρίσαμε πρώτα τα κόκκινα αυγά που ήταν πάνω στα λευκοστρωμένα τραπέζια μέσα σε ψάθινα πανεράκια , έπειτα τα ποτήρια με τη ρακή, ενώ η Ρήνη με την Άννα τρατάρανε καλιτσούνια ‘’λυχναράκια’’ κατά το έθιμο. Έπειτα πέσαμε με τα μούτρα στο φαί.
Ο Στράτος ζωσμένος την φαντή ποδιά του καφετζή δεν πρόφταινε να φέρνει βαθιά πιάτα με μαγειρίτσα, μεγάλες μερίδες‘’ μενούζα’’, (κοκορέτσι από αρνίσια συκωταριά , έντερα και πολλά μυρωδικά , περασμένο σε σούβλα και ψημένο στα κάρβουνα), πιατέλες με βραστό κρέας, ζυμωτό ψωμί, και γαβάθες με ‘’σαλάτα του ραντιστή’’, φτιαγμένες με μαρούλι, αγκινάρα, κουκιά φρέσκα και λαδόξυδο. Τ’ ΄΄αντικριστό΄΄ τ’ άφησε ο Στράτος να σιγοψηθεί, για να το απολαύσουμε στο τέλος , παρόλο που τα στομάχια μας είχαν ήδη παραγεμίσει μετά από μια τέτοια ευωχία. Η Ρήνη δεν έκατσε λεπτό. Αεικίνητη όπως πάντα γέμιζε κανάτες κόκκινο κρασί, απ’ τα δικά τους αμπέλια από ένα μεγάλο κρασοβάρελο, στηριγμένο με ξύλινα δοκάρια στον τοίχο. Οι Γερμανοί είχαν ενθουσιαστεί. Αυτά τα έθιμα τα Κρητικά τους άρεσαν πολύ, παρόλο που τους φαινόταν παράξενα, όπως π.χ. το να τρώνε και να πίνουν τέτοιες τεράστιες ποσότητες , ενώ ήταν βαθιά, περασμένα μεσάνυχτα.
Τα παιδιά αεικίνητα πηγαινόφερναν πιάτα, ποτήρια , βοηθούσαν μ’ όρεξη τους μεγάλους. Στο τέλος κάθισαν δίπλα στους λυράρηδες, κοιτάζοντας με τα αθώα μάτια τους γεμάτα θαυμασμό δυο απ’ τους εργάτες μας και το Στράτο -που’ χε παρατήσει απ’ ώρα την ποδιά κι είχε στρωθεί στο χορό- να πετούν στην κυριολεξία. Γελαστά , ζαλισμένα από την ευθυμία που τους είχε βάψει κόκκινα τα μάγουλα , έκαναν ένα κύκλο γύρω από τους χορευτές , κρατώντας τον ρυθμό με παλαμάκια. Ο μαλεβυζώτης , ο συρτός κι ο πεντοζάλης είχανε βάλει φωτιά στα πόδια των λεβεντόκορμων Κρητικών που μαγεμένοι απ’ το αίμα του κρασιού και το κλάμα της λύρας, δεν πατούσανε πια στη γη. Παρέα κάνανε με τσ’ Αρχαγγέλους…