Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015








Απολείπειν ο θεός Αντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις. 

του Δήμου Χλωπτσιούδη
Ο Καβάφης δημιουργεί μόνος του ένα ποιητικό είδος, που στα υστερότερα χρόνια πήρε κεντρική θέση στη νεοελληνική ποίηση και επηρέασε αποφασιστικά όλη την εξέλιξή της.
Δεν υπάρχει ίσως άλλος ποιητής που να εξέφραζε τόσο έγκυρα τον ποιητικό του κόσμο με την επίμονη αυτή αναδρομή στην ιστορία.
Το ιστορικό παρελθόν τον βοηθά να πετύχει μέσα από την απόκρυψη την πιο καίρια έκφραση και μέσα στον ιστορικό μύθο κρύβει πράγματα που ο ίδιος ανακαλύπτει βαθιά στον εσωτερικό του κόσμο και δεν είναι από εκείνα που λέγονται με απλό τρόπο ή κατευθείαν.
Τα ποιήματα του Καβάφη δεν έχουν κανένα ίσως από τα χαρακτηριστικά των ποιημάτων της εποχής του. Στηρίζεται σε αρχαίους συγγραφείς, κατά κύριο λόγο των ελληνιστικών χρόνων, της ύστερης αρχαιότητας και της βυζαντινής περιόδου. Από τους αρχαίους συγγραφείς άλλοτε παίρνει την αφορμή, άλλοτε μία σκέψη τους· μερικές δανείζεται ένα ανέκδοτο ή ένα επεισόδιο και μερικές ένα ποίημα, που όμως όλα τα τεχνουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε ξεχνάμε συχνά την αρχική προέλευση της πηγής του.
Την εποχή που γράφτηκε το ποίημα η Αλεξάνδρεια δεσπόζει στην ποιητική συνείδηση του Καβάφη το αρχαίο και σύγχρονο χρονικά επίπεδο. Το ποίημα αυτό καθιέρωσε τον ποιητή μαζί με την Ιθάκη που γράφτηκε δύο μήνες νωρίτερα. Το ποίημα γράφτηκε με αφορμή ένα χωρίο του Πλουτάρχου στο Βίο του Αντωνίου, όταν σύμφωνα με την παράδοση του εμφανίστηκε ένα όραμα (ἐν ταῦτῃ τῃ νυκτί λέγεται, μεσούσῃ σχεδόν, ἐν ἡησυχίᾳ καί κατηφείᾳ τῆς πόλεως διά φόβον καί προσδοκίαν τοῦ μέλλοντος οῦσης, αἰφνίδιον ὁργάνων τε παντοδαπῶν ἐμμελεῖς φωνάς ἀκουσθῆναι, καί βοήν ὄχλου μετ’ εὐασμῶν καί πηδήσεων σατυρικῶν, ὥσπερ θιάσου τινός οῦκ ᾶθορύβως ἐλαύνοντος. Εἶναι δέ τήν ὁρμήν ὁμοῦ τι διά τῆς πόλεως μέσης, ἐπί τήν πύλην ἔξω, τήν τετραμένην πρός τοῖς ἀναλογιζομένοις τό σημεῖον ἀπολείπειν ὁ θεός Ἀντώνιον, ῴ μάλιστα συνοξομοιῶν καί συνοικειῶν ἑαυτόν διετέλεσε)..
Ο στίχος του διατηρεί όλα τα πεζολογικά χαρακτηριστικά. Μοιάζει πιο πολύ με ένα πεζό έργο, παρά με γνήσιο ποίημα. Έτσι όμως γίνεται πιο ρεαλιστικό. Το μέτρο είναι το ιαμβικό (που είναι πολύ κοντά στον πεζό λόγο), αλλά και αυτό ακόμα είναι χαλαρό. Ο στίχος του είναι δεκατρισύλλαβος ή δεκαπεντασύλλαβος χωρίς να διακρίνονται στροφές. Ομοιοκαταληξία δεν υπάρχει, ενώ τα νοήματα εκφράζονται μέσα σε δύο στίχους. Ακόμα και η γλώσσα του Καβάφη είναι τελείως ιδιότυπη. Και αυτή βοηθά στο ρεαλισμό. Δε μοιάζει με την αθηναϊκή καθαρεύουσα, αλλά ωστόσο διατηρεί ορισμένα από τα δικά της χαρακτηριστικά. Ο λόγος του είναι γυμνός από καλολογικά στοιχεία. Δεν έχει διακοσμητικά στοιχεία όπως επίθετα, εικόνες, παρομοιώσεις , όπως είδαμε αλλού.
Το ποίημα χωρίζεται σε δύο μέρη· το ένα εισάγει τον αναγνώστη στο θέμα της ήττας και του αναπόφευκτου τέλους που μοιραία σκεπάζει τα πάντα. Το δεύτερο μέρος είναι οι συμβουλές του ποιητή για την αποδοχή των μοιραίων γεγονότων με θάρρος χωρίς παράπονα.
Οι στίχοι 7 και 8 αποτελούν ένα είδος σύνδεσης ανάμεσα στα δύο μέρη που απαρτίζουν το ποίημα. Η μία ενότητα εισάγει τον αναγνώστη στο θέμα της ήττας και του αναπόφευκτου τέλους, που μοιραία σκεπάζει τα πάντα, ενώ η δεύτερη περιέχουν τις συμβουλές του ποιητή για την αποδοχή των μοιραίων γεγονότων με στωικό θάρρος χωρίς παράπονα. Στο δίστιχο τούτο ο ποιητής στηρίζει τη σημασία της πόλης της Αλεξάνδρειας που αξιώθηκε να τη χαρεί ο Αντώνιος και τις προστακτικές που αργότερα θα επαναληφθούν προσδίδοντας στο ποίημα ένα φιλοσοφικό-διδακτικό τόνο.
Διαπιστώνουμε τη χαρακτηριστική επανάληψη των στίχων 7-8 στον 12 και 19 αντίστοιχα· μάλιστα η δεύτερη ενότητα μοιάζει να αναπτύσσει αυτή ακριβώς τη συμβουλή του ποιητή. Αξιοσημείωτη είναι η παρήχηση ορισμένων φθόγγων και οι επακόλουθες ηχητικές εντυπώσεις (ώρα, αόρατος). Σημαντική είναι και η παρατήρηση ότι υπάρχει μία εναλλαγή στις ενότητες ανάμεσα σε θετικές και αρνητικές, εντείνοντας της δραματική κατάσταση και ον ερχομό του μοιραίου τέλους.
Ο ποιητής μεταχειρίζεται την Αλεξάνδρεια σαν ένα σύμβολο δίνοντάς της μεταφορική έννοια. Δεν είναι απλώς το όνομα μιας πολιτείας, αλλά η ίδια η ζωή· έτσι η καβαφική Αλεξάνδρεια γίνεται συνώνυμο της ζωής. Ο ποιητής παράλληλα, θεοποιεί την πόλη· είναι ο θεός που έφτασε να λατρεύει ο Αντώνιος ή καλύτερα ο θεός που αξιώθηκε να λατρεύει. Και τούτος ο θεός τον εγκαταλείπει, πριν από την ήττα του, χαρίζοντάς του μία τελευταία απόλαυσι την εξαίσια μουσική ενός θιάσου αόρατου. Είναι η τελευταία απόλαυση καθώς στις λέξεις τέτοια πόλι εννοούνται όλες οι προηγούμενες απολαύσεις και χαρές (εννοώντας τις υπόλοιπες χαρές της ζωής)· ωστόσο, όλα κάποτε τελειώνουν και η ζωή οι θνητοί είναι καταδικασμένοι να χάνουν τα πάντα την έσχατη ώρα.
Τα ποιήματά του τα χαρακτηρίζει η σοβαρότητα. Δε θα βρούμε στον Καβάφη την εύθυμη νότα, την πολυχρωμία. Ειρωνεία άφθονη, αλλά ειρωνεία συνοδευμένη από μια γκριμάτσα τραγική. Από την ηδονική, την ιστορική ή τη φιλοσοφική άποψη, αδιάφορο, το καίριο είναι η συνειδητοποίηση της δραματικής ουσίας της ζωής, η αίσθηση της παρακμής και της ματαιότητας. Η τραγική όμως αυτή συναίσθηση δεν οδηγεί στη διάλυση και στην απιστία• το αίσθημα της αξιοπρέπειας και της υπερηφάνειας, η βαθύτερη συνείδηση του ανθρώπου, αποτελούν το αντίρροπο και θεμελιώνουν την πίστη και τη σωτηρία.
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του ποιήματος είναι οι δύο προστακτικές (θρηνήσεις, αποχαιρέτα την). Ωστόσο, η προστακτική κρύβει το βαθύτερο νόημα της έντιμης και θαρραλέας αποδοχής των αντιξοοτήτων της ζωής ακόμα και την ύστατη στιγμή της απόλαυσής τους. Οι θνητοί, ακόμα και οι μεγάλοι στρατηγοί, οφείλουν να αντικρίζουν την πραγματικότητα και την αναπότρεπτη απώλεια όλων όσων αντιπροσωπεύει η Αλεξάνδρεια-ζωή. Η προστακτική φωνή του ποιητή είναι κυρίως η μάσκα που κρύβει την επίκληση, τη θεοποίηση της πόλης και που αποτελεί τον πυρήνα της ποίησής του.
Η πραγματικότητα πρεσβεύει ο ποιητής πρέπει να αντιμετωπίζεται στωικά· ο άνθρωπος οφείλει με θάρρος να αποδέχεται το τέλος της ευτυχίας και της ζωής απολαμβάνοντας την τελευταία στιγμή. Με το μοτίβο αυτό ο Καβάφης εισάγει την ήττα και το αναπόφευκτο τέλος, αλλά και αναλόγως την ψύχραιμη αποδοχή των γεγονότων χωρίς αυταπάτες.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2015



Σ’ ΑΓΑΠΗ ΜΥΣΤΙΚΗ, ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΗ
Σ’ ΑΓΑΠΗ ΠΕΘΑΜΕΝΗ

Ήρθα απ’ αγάπη
να σου φέρω παπαρούνες
μενεξεδιές βιολέτες
και κρίνα κίτρινα του Μάη
απ’ την κοιλάδα της πολύχρωμης χλόης
εκείνης της ‘’Ελεονόρας’’ του Πόε
πάνω τους να ξαπλώσεις
και μύρα να λουστείς της Άνοιξης

Τρελή πορεύομαι
και μόνη
σ’ ωκεανό  άφατου φωτός

 Πρέπει απ’ έξω όλα τέλεια να μοιάζουν

Μα είναι  αλίμονο σκοτάδι εδώ πέρα
αφού μέσα μου από τότε που ‘φυγες
σηκώνω τη νύχτα

Σε ψάχνω

Και ανταμώνω την εικόνα σου
σε ήλιους θαλερούς των Τροπικών
στην κόκκινη σκόνη ενός λόφου
σε μια έρημο επίπεδη
σαν την παλάμη του χεριού
στην τελευταία κουταλιά απ’ το μέλι
του βάζου  που ποτέ πια δεν ξαναγέμισε

Σκύβοντας πάνω στο παρόν
μόνο μια τρύπα χάσκει σα χοάνη

Με τα μάτια του νου μονάχα
δε μπορώ να σ’ αγγίξω

Μαζί σου πλέω
σε ύπνου απόκοσμα όνειρα
αχ κοίτα με
τρέχω να ενωθώ με τη σκιά σου

Τυπωμένος μέσ’ στη σκέψη μου εσύ
 μ’ ένα δαιμόνιο κλωθογύρισμα
να ξεγλιστράς ολοένα

Πια δε σε φτάνω

Φύσα λυγμέ
απ’ το στήθος μου να φύγει
εκείνο το θανατερό σου βάρος

Ας ξαναγύρναγες μια νύχτα αψύς
και τρυφερός όπως σε γνώρισα

Θεέ μου μη λύσεις πια ποτέ
τα δυο ζευγάρια χέρια τα πλεγμένα


Απάνω μου να γείρεις, να μου πεις

Εδώ είμαι πάλι
Για σένα γύρισα                          


                                             Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

                                          Από την ποιητική συλλογή ’’Έρωτας σε χρόνια οδύνης’’2006
                                                                         Εκδόσεις Γαβριηλίδης



Πίνακας: S. John Everett Millais, Ophelia (1851-1852). Πινακοθήκη Tate Britain-Λονδίνο.

H Οφηλία στο έργο των Προραφαηλιτών ζωγράφων:ένας πίνακας του Sir John Everett Millais (Μιλέι)


Η Οφηλία του Προραφαηλίτη ζωγράφου Sir John Everett Millais (1829-1897)


Είναι, ίσως, ο πιο διάσημος πίνακας της Βικτωριανής εποχής, που απεικονίζει την ηρωίδα του Σαίξπηρ από το έργο του Άμλετ, Οφηλία. Ο δημιουργός του είναι ο Άγγλος ζωγράφος Millais (Μιλέι), ένας από τους ζωγράφους που το 1848 ίδρυσαν την Προραφαηλιτική αδελφότητα στο Λονδίνο. Το έργο του Μιλέι επηρέασε αρκετούς νεαρούς Άγγλους ζωγράφους που συνδέθηκαν με την αδελφότητα των Προραφαηλιτών.
 Ένα από τα πιο γνωστά έργα του Μιλέι. Ο πίνακας αποπνέει την τραγική αίσθηση της απόγνωσης της ερωτευμένης κοπέλας που, έχοντας αλλοφρονήσει, βυθίζεται στα νερά του ποταμού. Η απόδοση της φύσης θεωρείται ότι είναι από τις πιο αριστοτεχνικές στη ζωγραφική.


Η περιγραφή του θανάτου της Οφηλίας από τη Βασίλισσα Γερτρούδη στην 4η πράξη, 7η σκηνή τουΆμλετ είναι η πηγή έμπνευσης του Μιλέι για τον πίνακά του. Ο Μιλέι άρχισε να ζωγραφίζει τον πίνακα το καλοκαίρι του 1851 και τον εξέθεσε στην Έκθεση της Βασιλικής Ακαδημίας το 1852 όπου δε δέχτηκε ευνοϊκές κριτικές. Φαίνεται ότι οι θεατές της εποχής ενοχλήθηκαν από την ανατριχιαστικά ψυχρή και απόκοσμη έκφραση της Οφηλίας που απεικονίζεται να βυθίζεται στον ποταμό κρατώντας αγριολούλουδα. Η απεικόνιση της φύσης είναι τόσο ακριβής και τέλεια ως προς τις λεπτομέρειες που τελικά δίνει την αίσθηση του εξωρεαλιστικού. Ο απόλυτα ρεαλισμός της απόδοσης του φυσικού χώρου, θα έλεγα, δίνει τελικά την εντύπωση ενός απόλυτα εξωπραγματικού τοπίου που περιβάλλει τη βυθισμένη στην ανυπαρξία ηρωίδα. Ο χρόνος έχει σταματήσει και η ηρωίδα έχει "ακινητοποιηθεί"καθώς ταξιδεύει στην αιωνιότητα.
Ο Μιλέι ζωγράφισε ζωντανά το τοπίο, που βρισκόταν κοντά σ' έναν παραπόταμο του Τάμεση, ενώ μοντέλο για την Οφηλία του είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο: η Ελίζαμπεθ Σίνταλ (Elizabeth Siddal), "μούσα" του επίσης Προραφαηλίτη ζωγράφου Ροζέτι, με την οποία κάποια στιγμή θα παντρευτεί. Για τις ανάγκες του πίνακα, o Μιλέι έβαλε τη Σίνταλ να ποζάρει βυθισμένη στα νερά μιας μπανιέρας.





Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Μιλέι Οφηλία. Θεωρείται ότι τα λουλούδια που η Οφηλία-Siddal κρατά και περιβάλλεται έχουν συμβολικό χαρακτήρα. Οι παπαρούνες συμβολίζουν τον ύπνο- θάνατο, οι μαργαρίτες την αθωότητα, οι πανσέδες τον ανεκπλήρωτο έρωτα, οι βιολέτες το θάνατο σε νεανική ηλικία, τα τριαντάφυλλα τη νεότητα και τον έρωτα. Πολλά από αυτά τα λουλούδια καταγράφονται στην 4η πράξη, 5η σκηνή του Άμλετ, στην οποία η Οφηλία αναφέρει τα ονόματα των λουλουδιών που είχε μαζέψει λίγο πριν το θάνατό της


Το απόσπασμα από την 4η πράξη, 7η σκηνή του Άμλετ που θεωρείται ότι ενέπνευσε τον πίνακα Οφηλία του Μιλέι.



There is a willow grows aslant a brook,

That shows his hoar leaves in the glassy stream;
There with fantastic garlands did she come
Of crow-flowers, nettles, daisies, and long purples
That liberal shepherds give a grosser name,
But our cold maids do dead men's fingers call them:
There, on the pendent boughs her coronet weeds
Clambering to hang, an envious sliver broke;
When down her weedy trophies and herself
Fell in the weeping brook. Her CLOTHES spread wide;
And, mermaid-like, awhile they bore her up:
Which time she chanted snatches of old tunes;
As one incapable of her own distress,
Or like a creature native and indued
Unto that element: but long it could not be
Till that her garments, heavy with their drink,
Pull'd the poor wretch from her melodious lay
To muddy deat

- Queen Gertrude.
Hamlet. Act IV, Scene VII.








Σάββατο 14 Μαρτίου 2015





Το μπακλαβαδάκι της εντατικής

Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη

Μάνα, δε σου ’πρεπε “φυγή”…
(αληθινή ιστορία)

Την έβαλαν μέσα Πέμπτη βράδυ στις οχτώ, Αύγουστο μήνα, θεριστή καρπών μα και ψυχών τις περισσότερες χρονιές. Βαρύ έμφραγμα του μυοκαρδίου η διάγνωση, ζήτημα ήταν αν θα ’βγαζε τη νύχτα. Ξενύχτησα με τον αδερφό μου έξω απ’ την πόρτα της εντατικής, με την καρδιά μολύβι. Εκείνος δε μιλούσε, μόνο τα μάτια του τρέχανε σαν του μωρού, δυο μέτρα άντρας. Κάπνιζε συνέχεια, φουγάρο σκέτο, κοντά τέσσερα πακέτα έκανε μέχρι το πρωί. Μάνα ήταν αυτή. Μανούλα γλυκιά, η Μαιρούλα μας.
Τα χείλη μου στιγμή δε σταμάτησαν να ψιθυρίζουν προσευχές, όλους τους αγίους πάνω της τους μάζεψα, να μου την προσέχουν.
«Δεν ξέρουμε τίποτα αν δεν περάσουν σαράντα οκτώ ώρες, εμείς κάνουμε ό,τι μπορούμε, διατρέχει πάντως σοβαρό κίνδυνο…»
Η ετυμηγορία των γιατρών, δρεπάνι γκιλοτίνας κοφτερό, κρεμόταν ήδη πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Πιότερο πάνω απ’ το δικό της το κεφάλι.
Φοβόταν η μάνα μας. «Μη μ’ αφήνετε εδώ μονάχη, ανταριάζομαι με τα τόσα φώτα, τόσα καλώδια, τι θα μου κάνουν; Πάρτε με από δω, σας ξορκίζω. Εγώ καλά είμαι.»
Έτρεμε σαν μου ’σφιγγε το χέρι. Το ίδιο έκανε και μες στο ασθενοφόρο, όταν τη φέρναμε στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο της πόλης απ’ το εξοχικό μας, ίσα που πρόλαβα να ρίξω ένα ρούχο πάνω μου, από μέσα φορούσα ακόμα βρεγμένο το μαγιό. Στιγμή δεν τ’ άφησε, βαριανάσαινε, «δεν είναι βάρος τούτο το πράμα δω στο στήθος μου, ταφόπλακα είναι… προσευχήσου, παιδί μου, για μένα, να τώρα περνάμε έξω απ’ τον Εσταυρωμένο, μεγάλη η χάρη Του, θέλω να προλάβω να δω τις κόρες σου νύφες…»
«Μη λες τέτοια, μανούλα, θα προλάβεις, όλα θα τα προλάβεις, είσαι νέα ακόμα, να δεις που θα καμαρώσεις και δισέγγονα» της έδινα κουράγιο, η καρδιά μου όμως το ’ξερε, εγώ φοβόμουν πιο πολύ από κείνη, μα προσπαθούσα να μην το δείχνω. Έτρεμα να μη μου μείνει στα χέρια, καθώς δεν υπήρχε δεύτερος γιατρός στο μικρό ιδιωτικό ιατρείο για να τη συνοδεύσει στην πόλη, περίμεναν κι άλλα επείγοντα περιστατικά να αντιμετωπιστούν, ούτε καν οξυγόνο δεν είχε μέσα το ασθενοφόρο, τον οδηγό μονάχα, ένα παλικαράκι καμιά εικοσαριά χρονώ, που έτρεχε αφηνιασμένα, παίρνοντας τις στροφές στους δυο τροχούς, με τη σειρήνα του ασθενοφόρου να ουρλιάζει κι εκείνον να ρωτάει κάθε λίγο:
«Καλά είσαι, θεία; Κουράγιο, να, σε λίγο φτάνουμε. Περδίκι θα σε κάνουνε στο νοσοκομείο, θεία, περδίκι…»
Έπεψε ο Θεός, που λέμε εδώ στην Κρήτη, και ξημέρωσε τη μέρα. Η κατάσταση της μάνας μας απελπιστικά σταθερή. Τίποτα δεν είχε αλλάξει.
Ήρθε η ώρα του επισκεπτηρίου. Το ωράριο τηρούνταν με θρησκευτική ευλάβεια, οι κανόνες αυστηροί. Τέσσερις με έξι το απόγευμα έμπαινε ένας-ένας, ντυμένος με την πράσινη στολή που υποχρεωτικά ενδύεσαι στην εντατική, σκούφο, μπλούζα, κάλυμμα στα παπούτσια, τα μικρόβια παραμόνευαν κι οι έξω –υποτίθεται– τα μετέφεραν. Αν όμως γνώριζες καλά τα πράγματα εκεί μέσα, ήξερες πως τα πιο δυνατά μικρόβια, τα μικρόβια-δολοφόνοι, ήταν τα ενδονοσοκομειακά.
Η είσοδός μας στον καταθλιπτικό και αποστειρωμένο εκείνο χώρο, αξέχαστη. Οι ασθενείς αδύναμοι, συνδεδεμένοι με πολύχρωμα καλώδια σαν αλλόκοτοι αστροναύτες, χλομοί, ταλαιπωρημένοι, με τον ιδρώτα σε κόμπους ν’ αναβλύζει, περίμεναν με αγωνία την επαφή με τον έξω κόσμο.
Και τίποτα να μη σπιλώνει τη φρεσκοβαμμένη αγνότητα των τοίχων… Ούτε τα μόρια της σκόνης που χορεύουν στο φως. Ούτε ένα παράθυρο ανοιχτό, έτσι για να κάνουν πως γλιστράνε μέσα οι ήχοι της πόλης. Μόνο ζέστη, πολλή ζέστη…
Περίμενε η Μαιρούλα υπομονετικά να μπούμε, τυλιγμένη σ’ ένα σεντόνι, πνιγμένη στα καλώδια, με την αγωνία σκαλωμένη στα σβησμένα της μάτια –της τα ’χε ρημάξει το ζάχαρο τα τελευταία χρόνια– τώρα έβλεπε μόνο σκιές. Ο γιατρός δίπλα της αυστηρός:
«Όχι συγκινήσεις έντονες, συνεχίζονται οι αρρυθμίες.» Της έσκαγε όμως πότε πότε και κάποιο χαμόγελο. «Όλα θα πάνε καλά, κυρία Μαίρη. Τα δύσκολα περάσανε.»
Η οθόνη όμως, που μετρούσε τους παλμούς της καρδιάς της, έστελνε πράσινα κύματα στη μαύρη οθόνη θάλασσα, σαν ακανόνιστες τεθλασμένες γραμμές. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου απ’ αυτά τα καταραμένα τα κύματα. Την ίδια νύχτα τα ονειρεύτηκα. Πάλευα μέσα τους κι εκείνα τυλίγονταν στο λαιμό μου σαν σχοινιά, έτοιμα να με πνίξουν.
Χάιδεψα τη μανούλα μου, της έδωσα νερό, κουράγιο… της είπα τα νέα μας. Ήθελε όλα να τα μάθει. Τι κάνει ο άντρας μου, τα παιδιά, ο μπαμπάς, ο αδερφός μου, η νύφη της, ο εγγονός της ο Σταυρούλης, δυο χρονώ μωρό, η αδυναμία της.
Στο τέλος ρώτησε τι μου είπαν οι γιατροί.
«Την αλήθεια, παιδί μου, θέλω. Θα ζήσω;»
Έκανα προσπάθεια να χαμογελάσω.
«Μα τι είναι αυτά που λες; Δεν είπαμε πως όλα θα πάνε καλά;»
«Καλά, ας το πιστέψω. Θέλω τόσο να το πιστέψω. Να ’ρχεστε κάθε μέρα. Δεν μπορώ εδώ μέσα μόνη μου.» Και να μη μου αφήνει το χέρι.
Μετά από τόσα χρόνια που έχει “φύγει”, νιώθω ακόμα τη ζεστασιά εκείνης της παλάμης, τον παλμό του σφυγμού της, η αγάπη της χύνεται πάνω μου με τους κουβάδες του ήλιου…


Γιόρταζε σε τρεις μέρες. Δεκαπενταύγουστος. Δεν είχα το κουράγιο να της φτιάξω το γλυκό που εκείνη έφτιαχνε κάθε χρόνο στη γιορτή της. Μια τούρτα με παντεσπάνι, κρέμα, ζελέ πορτοκάλι, μπανάνες και ροδάκινα. “Τούρτα Λιλίκας” έγραφε με τα κομψά της καλλιγραφικά γράμματα στο μπλε τετράδιο των συνταγών της, που μοσχοβολούσε βανίλια. Δεν υπήρχε δεύτερη νοικοκυρά σαν τη Μαιρούλα. Στην κουζίνα μου, συγκέντρωσα τα υλικά για να το φτιάξω, άνοιξα το τετράδιο σ’ εκείνη τη σελίδα. Το ξανάκλεισα. Είχε βραχεί η σελίδα με δάκρυα… Πήγα κι αγόρασα μπακλαβαδάκια. Κι αυτά της άρεσαν. Θα κερνούσα τους γιατρούς, τις νοσοκόμες, τους ασθενείς. Σαν να ’χαν έρθει επίσκεψη στο σπίτι μας τη μέρα της γιορτής της θα ’τανε. Για τα χρόνια πολλά…
Πριν φύγω, ήρθε η θεία Χρυσούλα. Κουνιάδα της αγαπημένη, μα πιο πολύ φίλη της. Μαράζωσε σαν πέθανε εκείνη. Ήταν συνομήλικες. Κρατούσε στα χέρια της ένα ταπεράκι.
«Αυτό να το κρατάς στη Μαιρούλα. Και χρόνια πολλά να της πεις από μένα. Του χρόνου θα τα γιορτάσουμε μαζί.»
Άνοιξα το μικρό κουτί. Η θεία τής είχε φτιάξει την τούρτα “Λιλίκας”. Είχε κόψει δυο μικρά κομμάτια και τα είχε βάλει μέσα. Έκλαψα μ’ αυτή της την κίνηση. Ακόμα κλαίω σαν θυμάμαι εκείνη της τη χειρονομία…


Η εντατική αντιλαλούσε από γέλια σήμερα. Η Μαιρούλα είχε κέφια, είχε διαφύγει τον κίνδυνο, αύριο θα την έβγαζαν. Το κέφι της είχε βάψει τα μάγουλα κόκκινα, γελούσε και διηγιόταν στους ασθενείς ανέκδοτα. Δίπλα της ακριβώς είχαν φέρει μία πολύ ζωντανή γυναίκα. Δεν καθόταν ήσυχη, στριφογύριζε συνεχώς, ήταν νευρική αλλά δε φαινόταν καθόλου άρρωστη. Απορούσες γιατί την είχαν βάλει εκεί.
Όταν μπήκα μέσα με τα γλυκά, εκείνη ξεκαρδιζόταν στα γέλια.
«Ήσυχα, κυρία Δέσποινα. Ηρεμήστε. Έχετε υψηλή πίεση, δεν κάνει…» προσπαθούσε να την ηρεμήσει μια νοσοκόμα.
Δεν είχε επισκεπτήριο εκείνη. Μόλις με είδε να μπαίνω και να φιλώ τη μάνα μου, μελαγχόλησε.
«Κι εγώ γιορτάζω, μα δεν ήρθε να με δει κανείς… Τυχερή είσαι συ, κυρά Μαίρη, έχεις καλά παιδιά.»
Χάρηκε η Μαιρούλα με τις λιχουδιές. Μα δεν άγγιξε τίποτα. Ο γιατρός της επέτρεψε μια κουταλιά τούρτα επειδή γιόρταζε κι ήταν σήμερα πολύ καλύτερα. Μόνο μια μικρή κουταλιά. Δεν έφαγε.
«Καλύτερα να κρατήσω την όρεξή μου για του χρόνου. Εσύ κέρασε στο μεταξύ για τη γιορτή μου.»
Όλα τα μετέτρεπε η Μαιρούλα σε γιορτή Ακόμα και το θάνατο που δοκίμαζε τις φτερούγες του έξω απ’ τα ψηλά παράθυρα.
Άνοιξα το κουτί και τους κέρασα όλους. Οι ευχές έπεσαν βροχή, πρώτη φορά ένιωσα την πραγματική έννοια τού “χρόνια πολλά, και του χρόνου…” Για τους περισσότερους εκεί μέσα ήταν μια ευχή ουτοπία ή ίσως η ευχή που ξορκίζει το Χάρο. Για τη Μαιρούλα, εκείνο το “και του χρόνου” δεν έφτασε ποτέ…
Πλησίασα την κυρία Δέσποινα. Της έτεινα το κουτί με τα μπακλαβαδάκια. Χαμογέλασε και τα σάλια της έτρεξαν σαν πήρε με λαχτάρα ένα κι ετοιμάστηκε να το καταβροχθίσει με βουλιμία. Πρόφτασε και πετάχτηκε σαν σφήνα μπροστά μια νοσοκόμα με σακατεμένο από τα σημάδια της ακμής πρόσωπο.
«Μη, όχι, κυρία Δέσποινα. Δεν κάνει να το φας. Το ζάχαρό σου είναι στα ύψη!»
Ταραγμένη ανάσαινε η νοσοκόμα. Προσπάθησε να της το πάρει από το χέρι. Η κυρα-Δέσποινα δεν το άφηνε. Τα σιρόπια άρχισαν να στάζουν στο σεντόνι.
«Άφησέ με να το φάω, σε παρακαλώ. Κι εγώ γιορτάζω. Και δεν ήρθε κανείς. Θέλω να φάω ένα μπακλαβαδάκι. Το στόμα μου είναι πικρό…» ικέτευε, τα μάτια της άρχισαν να τρέχουν.
«Δεν μπορώ να σας αφήσω. Έχω ευθύνη. Αν συμβεί κάτι… Καταλάβετέ με…» Τώρα την ικέτευε η νοσοκόμα.
«Καλά, φά’ το εσύ αντί για μένα, αλλά να ξέρεις, αυτό δε θα το ξεχάσω. Δε θα το ξεχάσω ποτέ. Τι ζήτησα η δόλια; Ένα μπακλαβαδάκι, ένα τόσο δα μπακλαβαδάκι που θα μου γλύκαινε τον πόνο. Μπορεί και να πεθάνω, βρε, και θα το ’χεις κρίμα στο λαιμό σου. Πού να ξέρεις εσύ τι σηκώνω εδώ μέσα…» είπε κι έδειξε την καρδιά της. Ύστερα λούφαξε στο κρεβάτι της γυρνώντας μας την πλάτη. Δεν ξαναμίλησε.
Μαύρισε η ψυχή όλων στον παγερό χώρο. Απότομα η χαρούμενη ατμόσφαιρα βάρυνε ασήκωτα.


Την άλλη μέρα, μας ειδοποίησαν ότι η Μαιρούλα θα έβγαινε από την εντατική και θα μεταφερόταν στην Καρδιολογική. Πετάξαμε από τη χαρά μας. Όταν πήγαμε ξανά την ώρα του επισκεπτηρίου, βρήκαμε τη μάνα μας δακρυσμένη, σιωπηλή.
«Μαμά, τι έχεις; Θα βγεις σήμερα. Οι γιατροί λένε πως είσαι καλύτερα, δε χαίρεσαι;»
Χωρίς να μου απαντήσει, μου έδειξε με το δεξί της χέρι το διπλανό κρεβάτι. Ήταν άδειο.
«Την πήραν την κυρία Δέσποινα; Τη μετέφεραν κι αυτή στην Καρδιολογική;» τη ρώτησα με απορία.
Δε μου απάντησε η μάνα μου, αλλά η χθεσινή κοπέλα, η νοσοκόμα. Είχε πιάσει βάρδια πριν από λίγο. Φορούσε το σκούφο, τη στολή, αλλά κρατούσε αγκαλιά το κουτί με τα χθεσινά μπακλαβαδάκια, που είχα αφήσει για να κεραστούν κι οι υπόλοιποι νοσηλευτές. Το ’χε ανοίξει κι έτρωγε τα γλυκά με μανία, δυο-δυο τα κατέβαζε. Τα μάτια της ήταν ολοκόκκινα, σφούγγιζε τη μύτη της μ’ ένα χαρτομάντιλο. Έκλαιγε κι έτρωγε. Χωρίς όρεξη. Ήταν ολοφάνερο ότι δυσκολευόταν να καταπιεί, της ερχόταν τάση για εμετό, όμως με πείσμα συνέχιζε. Πηχτά ρυάκια από σιρόπι έσταζαν απ’ το πιγούνι της πάνω στη στολή. Μπουκωμένη καθώς ήταν, πήγε να μου μιλήσει. Κόντεψε να πνιγεί. Για μια στιγμή παραξενεύτηκα. Αηδίασα. Όμως…
«Δεν μπορώ να το πιστέψω. Τώρα μόλις το έμαθα. Η κυρία Δέσποινα… πέθανε πριν από μια ώρα… Άλλος την πήρε… άλλος.»

Το παρόν διήγημα δημοσιεύθηκε στις 22/10/12 στο λογοτεχνικό ανθολόγιο
ONE STORY από την Ανοικτή βιβλιοθήκη Openbook http://www.openbook.gr/







Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015


Η Μάχρια της Λήθης

Ρένας Πετροπούλου-Κουντούρη

Επιμελητήριο Ηρακλείου(αίθουσα Καστελλάκη)

20/11/2014

Γράφει ο Δημήτρης Περοδασκαλάκης*




Αγαπητοί φίλοι,
Επιτρέψτε μου να εκφράσω τη χαρά μου για τη συνάντησή μας με αφορμή το νέο βιβλίο της αγαπητής και πολυτάλαντης Ρένας, την οποία εξαρχής ευχαριστώ για την τιμητική προς το πρόσωπό μου πρόσκληση να μιλήσω για το μυθιστόρημά της Η Μάχρια της Λήθης που έχετε ανά χείρας από τον εκδοτικό οίκο Λιβάνη.
Είπα μόλις πριν τον όρο: συνάντηση. Μήπως αυτό δεν κάνει η Λογοτεχνία; Τι άλλο απεργάζεται παρά τη συνάντησή μας ως αναγνωστών με μιαν αλήθεια ή μάλλον με πολλές αλήθειες που προσφέρονται μέσα από μια πλαστή διήγηση, μέσα δηλαδή από ένα ψέμα. Αυτό δεν δηλώνει κατά κάποιο τρόπο και ο όρος μυθιστόρημα; Την ιστόρηση ενός μύθου αλλά και αντιστρόφως, τη μυθοποίηση μιας ιστορίας. Και τα δύο τούτα, και το χάλκεον, κατά την ποιητική έκφραση του Κάλβου, χέρι της Ιστορίας, και τη φτερωμένη φαντασία της συγγραφέως θα βρούμε στον εν λόγω βιβλίο.

Αναφέρω εν συντομία την υπόθεση, η οποία σημειωτέον δεν ολοκληρώνεται στο παρόν βιβλίο. Η συνέχεια προφανώς έπεται σε άλλο βιβλίο που θα εκδοθεί. Η κ. Πετροπούλου αποφασισμένα μας κρατά σε ηδονική αναμονή.
Λοιπόν: Βρισκόμαστε στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη του 1867, και ειδικότερα στο οροπέδιο Λασιθίου, όπου γεννιέται στο αρχοντικό σπίτι του Λεωνίδα Καλλιμάρκου ένα κορίτσι-άνομος καρπός της κόρης του και ενός αντάρτη. Το ανεπιθύμητο μωρό δίνεται για υιοθεσία σε ένα ζευγάρι τούρκων εν αγνοία της οικογενείας, ενώ ο παππούς τού χαρίζει ένα βαρύτιμο μινωικό κόσμημα και του εύχεται να μην το αποχωριστεί ποτέ. Το ζευγάρι των Τούρκων, η Μιχριμπάν και ο Σουλεϊμάν ανατρέφουν το παιδί που τους φέρνει ο αδελφός του Σουλεϊμάν, Καπετάν Σουκρού. Το κορίτσι μεγαλώνει και ομορφαίνει με το όνομα Μάχρια ώσπου αρπάζεται για το χαρέμι του σουλτάνου και μετονομάζεται σε Γκιουσελβέρ που σημαίνει: αυτή που αγαπά τα τριαντάφυλλα. Καταφέρνει να αποδράσει από το χαρέμι του σουλτάνου και φεύγει μετά από περιπετειώδη καταδίωξη με τη μητέρα της και τον θείο της καπετάν Σουκρού που είναι ερωτευμένος κρυφά με τη νύφη του-ο αδελφός του έχει σκοτωθεί κατά την αρπαγή της κόρης για το χαρέμι- για τη Μασσαλία. Τακτοποιούνται οικογενειακώς και γνωρίζουν όντας μουσουλμάνοι τον δυτικό τρόπο ζωής. Η Μάχρια επιδίδεται σε σπουδές στην ευρωπαϊκή κουλτούρα και ζει στο πρόσωπο του Ζακ, υπαλλήλου στη γαλλική πρεσβεία στο Παρίσι έναν θυελλώδη και αυτοκαταστροφικό έρωτα που την οδηγεί στο όπιο, ενώ ο ίδιος παίρνει μετάθεση για την Αίγυπτο.
Στο σημείο αυτό τελειώνει ή μάλλον διακόπτεται η ιστορία.  

Όπως μπορεί να διαπιστώσει ο αναγνώστης, στην ευφυή σύλληψη της Πετροπούλου μείγνυνται γεωγραφικοί και πολιτισμικοί χώροι (Λασίθι, Χάνδακας, Σμύρνη, Κων/πολη, Έφεσος, Αιγαίο, Μασσαλία, Παρίσι), πρόσωπα και αξιώματα, ανθρώπινοι τρόποι και παθογένειες, σε ένα αριστοτεχνικό συγγραφικό παζλ, όπου η μακροϊστορία των μεγάλων ιστορικών γεγονότων που αφορούν σε έθνη και αυτοκρατορίες συμπλέκεται με τη μικροϊστορία της ανθρώπινης καθημερινότητας και συνθήκης, η οποία έχει τους μεγάλους της επίσης σταθμούς- ο διαχωρισμός εξάλλου μικρό και μεγάλο στην ιστορία είναι συμβατικός. Όλα είναι μικρά και όλα είναι μεγάλα. Σημασία έχει από πού βλέπεις και από πού ακούς ή μάλλον πόσο βλέπεις και πόσο ακούς τους τριγμούς της ανθρώπινης ύπαρξης στη διασταύρωσή της με τον πόλεμο, τον έρωτα, το νόστο, την τέχνη για να αναφερθώ σε τέσσερα μεγαθέματα αυτής της φιλόδοξης όντως μυθιστορηματικής κατασκευής από τη Ρένα Πετροπούλου.


Έτσι στο βιβλίο της, το ατομικό διαλέγεται με το συλλογικό, το εθνικό με το υπερεθνικό, το λαϊκό με το ακαδημαϊκό και το εστέτ, οι άγριες εικόνες και τα οριακά βιώματα σε ένα πλοίο που ναυμαχεί έχουν την αντίστιξή τους με τη νωχέλεια των παριζιάνικων μπιστρό της Μπελ Επόκ και τις ξεναγήσεις σε αίθουσες τέχνης. Αυτή η διαλεκτική των καταστάσεων και των προσώπων που ενέχονται σε αυτές, συγκροτεί την παφλάζουσα αφηγηματική ύλη του βιβλίου, η οποία μπορεί μεν να κατευθύνεται ρέουσα προς μια γραμμική χρονικώς κοίτη, ωστόσο κάθε φορά εκβάλλει μέσα από πολλές αφηγηματικές κρήνες, που καθιστούν το μυθιστόρημα πολυφωνικό. Σε εκπλήσσει μάλιστα ο τρόπος με τον οποίο στήνεται αυτή η πολυφωνία. Οι ήρωες παρουσιάζονται να μιλούν για τον εαυτό τους και για τους άλλους σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όντας οι ίδιοι πρωταγωνιστές και αφηγητές, μέσα στον χρόνο της ιστορίας και συγχρόνως έξω από αυτόν, συνεργοί της ίδιας της συγγραφέως που εγκαταβιούν στην πολύπτυχη φαντασία της αλλά και αυτονομούνται παραδόξως από αυτήν.
Η επιλογή της Πετροπούλου να στήσει έτσι τον αφηγηματικό της καμβά δηλώνει τη συγγραφική τόλμη της, τη θεατρική και κινηματογραφική ταυτόχρονα τεχνική της. Οι πολλαπλοί ήρωες του μυθιστορήματος, εικοσιτέσσερις τον αριθμό, παρελαύνουν μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη, ο οποίος με την πρωτοπρόσωπη αφήγησή τους νιώθει παραλήπτης ενός ημερολογίου ζωών που ξεδιπλώνονται μέχρι του βαθύτερου ψυχισμού τους. Έτσι στη γραφή της Πετροπούλου δεν εκδιπλώνεται μόνον ο γεωγραφικός χάρτης της περιπέτειας και της δράσης των προσώπων, η συμπλοκή τους δηλαδή με τον εξωτερικό χώρο που πλαισιώνει σκηνοθετικά την ύπαρξη, αλλά εκδιπλώνεται παράλληλα ο εσωτερικός χάρτης εκάστου προσώπου, για να αναφανούν οι ψυχικές διαδρομές του και τα εσωτικά του τοπία, με τους όρους μιας ομοδιηγητικής και αυτοδιηγητικής λογοτεχνικής και ψυχογραφικής πράξης.  
Αυτήν την αμεσότητα που καταργεί τον διάμεσο συγγραφέα, τη στιγμή που ο ίδιος καθοδηγεί με μαεστρία τα πάντα, όντας κρυμμένος στην κουρτίνα της αφήγησης, την πετυχαίνει εντυπωσιακά η Πετροπούλου. Τα πρόσωπα αναλαμβάνουν να πουν την ιστορία τους, ακριβώς διότι την ιστορία των γεγονότων αλλά και την ιστορία των συναισθημάτων τη ζει κανείς προσωπικά- αυτό φαίνεται να είναι και το credo της συγγραφέως. Έτσι γίνεται έκδηλος ο τρόπος με τον οποίο οι οικονομικές, πολιτικές, πολιτιστικές και ψυχολογικές δυνάμεις συγκροτούν τα ανθρώπινα υποκείμενα και σφραγίζουν ανεξίτηλα τις ζωές τους.  

   Είναι ευτύχημα επίσης ότι τα πολλά πρόσωπα που σπονδυλώνουν την αφήγηση είναι σύστοιχα με το ήθος και τη γλώσσα του ρόλου τους, έχουν δηλαδή, όπως το είπε ο αρχαίος φιλόσοφος και πρώτος τεχνοκριτικός Αριστοτέλης «ομαλόν ήθος», «κατά το εικός και αναγκαίον». Που σημαίνει ότι ο υπηρέτης είναι υπηρέτης, ο αφέντης –αφέντης, ο σουλτάνος-σουλτάνος κ.ο.κ. 
Υπό την έννοια αυτή, της εύλογης δηλαδή συστοιχίας ανάμεσα στο ήθος και τη γλώσσα χρησιμοποιείται η κρητική διάλεκτος, οι τούρκικες λέξεις, τα φράγκικα και κοσμοπολίτικα γλωσσήματα, οι ποιητικές περιγραφές της φύσης (ας μην ξεχνάμε τη θητεία της συγγραφέως στην ποίηση), ο ιστορικός και ο μαγικός –ανατολίτικος, θα έλεγα, ρεαλισμός, όπου χρειάζεται. Έτσι συντίθεται ένας καλοδουλεμένος, με την ακρίβεια χειροτεχνήματος, κεντημένος στην οξυμμένη γλωσσική ευαισθησία και καλλιέργεια της Πετροπούλου λόγος που ρέει πλούσιος και απρόσκοπτα στο εύρος της αφήγησης. Θα μπορούσε επίσης να παρατηρήσει κανείς τον ρομαντικό τόνο που διαστίζει σκόπιμα και έντονα από μέρους της συγγραφέως το β΄ μισό του βιβλίου με την εστίαση της αφήγησης στην ερωτική σχέση της Μάχριας με τον Ζακ, ακριβώς για να προβληθεί το ρομαντικό πρότυπο της εποχής με ήρωες που παλεύουν αυτοκαταστροφικά να γνωρίσουν τα συναισθήματά τους και τους εαυτούς τους όντας μέσα στις σιδερένιες αγκάλες της ιστορίας και των ανθρώπινων παθών.
 Ειδικά για την πρωταγωνίστρια τίθεται το ζήτημα της πραγματικής της ταυτότητας-μην ξεχνάμε ότι είναι νόθα κόρη-και τούτο είναι και το ανοιχτό πεδίο του βιβλίου, η αποκάλυψη του μυστικού που λανθάνει, που έχει ξεχαστεί και κρυφτεί στην αχλύ των ποικίλων τροπών του βίου. Έτσι εξάλλου ονομάζεται η ηρωίδα. Η Μάχρια της Λήθης, η Μαρία δηλαδή της Λήθης. Μάχρια είναι η Μαρία στα τούρκικα. Κατά συνέπεια, η Μάχρια της Λήθης, η κόρη δηλαδή που έχει ξεχάσει ή ξεχαστεί από τους άλλους, συμπυκνώνει και υποκρύπτει εκ του αντιθέτου έναν αδιόρατο ακόμη για την αφήγηση του βιβλίου στόχο. Αυτός ο στόχος δεν μπορεί παρά να είναι η Μάχρια της Μνήμης. Η ίδια η Λογοτεχνία εξάλλου ήδη από τις απαρχές της έχει ως αρχή καταστατική τη Μνήμη και τη Λήθη. Ας μην ξεχνάμε ότι είναι δώρο των Μουσών που είναι κόρες της Μνημοσύνης. Σε αυτήν τη μνήμη αλλά και τη λήθη του εαυτού στοχεύει για πολλούς θεωρητικούς αλλά και δημιουργούς η Λογοτεχνία.  
Έτσι στην περίπτωση της Μάχριας ο ίδιος ο στόχος συγχρόνως είναι και το βέλος, το βέλος-πρόσωπο. Στο ίδιο πρόσωπο δηλαδή συμποσούνται τόσο η Μνήμη όσο και η Λήθη του εαυτού του,  αλλά και η Μνήμη και Λήθη των άλλων. Δεν είναι τυχαίο κατά τούτο στο εσώφυλλο του βιβλίου, το παράθεμα από τον μεγάλο περιπλανώμενο Ρώσο συγγραφέα Ναμπόκοφ: «Ποιο βέλος πετάει παντοτινά; Το βέλος που στο στόχο του καρφώθηκε».
Με οδηγό αυτή την ανατρεπτική ρήση του Ναμπόκοφ, παρακολουθούμε την τροχιά αυτού του βέλους- προσώπου, της Μάχριας, μέσα στα ρήγματα της ύπαρξης και της ιστορίας, όπως το εκτόξευσε η τεχνήεσσα και χαρίεσσα γραφή της Πετροπούλου. Περιμένουμε να δούμε, στο επόμενο βιβλίο της που θα είναι και το δεύτερο μέρος, πώς και πού το βέλος αυτό θα καρφωθεί, χωρίς να μας διαφεύγει ότι το όνομα του κατεξοχήν τόξου, όπως λέγει ο φωτεινότατος Ηράκλειτος, είναι η ίδια η ζωή: τω ουν τόξω όνομα βίος. Αυτήν την ίδια τη ζωή στην πολυμορφία των καταστάσεων και των επιλογών, των ψυχισμών και των γεγονότων, των ρηγμάτων και της πρόσκαιρης αρμονίας, των προσώπων και των λαών, των ρητών και των άρρητων της λογοτεχνίας και της τέχνης βιωμάτων και νοημάτων γενικότερα διερευνά με τη γραφή της η συγγραφέας. Γι’ αυτό και με βιβλίο της πλουτίζει την αναγνωστική εμπειρία μας και ζωή. Σκεφτόμουνα, γυρίζοντας την τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος, «τ’ ωραίο ταξίδι»,  «τον μακρύ δρόμο» , που μου έδωσε η Πετροπούλου, για να μιλήσω με τον τρόπο του Καβάφη, «τες καλές πραγμάτειες», τα «ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής» που βρήκα στους λιμένες και τις αποβάθρες των ηρώων του βιβλίου της.  
Δεν μπορούμε λοιπόν παρά να συγχαρούμε την κ Πετροπούλου για την ανάληψη αυτού του εγχειρήματος. Στόχευσε και μακριά και υψηλά, με βέλος εύστοχο από την ίδια πλούσια συγγραφική της φαρέτρα, γι’ αυτό και τα θηράματά της πλούσια και πολλά για τους συνδαιτυμόνες της ανάγνωσης.
Ρένα, γι’ αυτή τη μαχητική, επίμοχθη, καλλιεπή και αξιανάγνωστη προσφορά σε ευχαριστούμε.  

* Ο Δημήτρης Περοδασκαλάκης είναι φιλόλογος και ποιητής






Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015


















ΣΤΟ ΕΡΑΣΜΙΟ ΓΑΛΑΖΙΟ

Φρήντριχ Χέλντερλιν

Ανθίζει στο εράσμιο γαλάζιο τ’ ουρανού της εκκλησιάς
Το καμπαναριό με τη μετάλλινη στέγη.
Το κυκλοτρυγυρίζουν οι φωνές των χελιδονιών
Κι η πιο περιδινούμενη γλαυκότητα το περιβάλλει.
Ο ήλιος ανεβαίνοντας βάφει το μέταλλο ψηλά
Στον αγέρα όμως ήσυχα πλαταγίζει η σημαία.
Όταν ένας μετά
Εκείνα τα σκαλοπάτια κατεβαίνει κάτω
Από την καμπάνα, ζωή γαλήνια είναι τούτο, γιατί
Όσο αποχωρισμένη τόσο η μορφή,
Το εύπλαστο φανερώνεται τότε του ανθρώπου.
Τα παράθυρα απ’ όπου ηχούν οι καμπάνες
Είναι σαν πύλες προς την ομορφιά.
Δηλαδή, επειδή κιόλας σύμφωνες με τη φύση είναι οι πύλες
Με τα δέντρα του δάσους μοιάζουν.
Όμως και η καθαρότητα είναι ωραιότητα.
Μέσα βαθιά από τα ενάντια ένα σοβαρό γεννιέται πνεύμα.
Και των εικόνων τόση η απλότητα, η ιερότητα
Τόση, που αλήθεια φοβάται κανείς
Και να τις περιγράψει. Οι ουράνιοι όμως
Που είναι πάντα αγαθοί, σαν τους πλούσιους προπαντός,
Αυτοί χαρά και αρετή έχουν. Να το μιμηθεί μπορεί ο άνθρωπος.
Μπορεί όταν όλο βάσανο η ζωή σηκώσει ψηλά τα μάτια
Και να πει: Θέλω εγώ να είμαι έτσι; Ναι. Όσο η χάρη η πάναγνη
Μες την καρδιά κρατάει, δεν μετριέται άτυχα με τη θεότητα ο Άνθρωπος. Είναι άγνωστος ο θεός; Είναι φανερός σαν τον ουρανό;
Αυτό θα έλεγα μάλλον.
Μέτρο των ανθρώπων είναι ο θεός.
Όλο μόχθους
Κι όμως ποιητικά κατοικεί ο άνθρωπος πάνω στη γης ετούτη
Ωστόσο καθαρότερος δεν είναι ο ίσκιος της αστρόφεγγης
Νυχτιάς, αν έτσι θα μπορούσα να μιλήσω,


Απ’ τον άνθρωπο που λέγεται της θεότητας εικόνα.

Υπάρχει μέτρο πάνω στη γη; Δεν υπάρχει κανένα.
Δηλαδή τη φορά του κεραυνού δεν εμποδίζουν ποτέ
Του δημιουργού οι κόσμοι.
Ακόμη κι ένα λουλούδι είναι ωραίο, γιατί ανθεί κάτω απ’ τον ήλιο.
Στη ζωή συχνά τα μάτια βρίσκουνε πλάσματα που είναι ωραιότερα
Από τα λουλούδια. Ω, το ξέρω καλά. Να ματώνεις όμως στο κορμί και την Καρδιά και πια διόλου να μην είσαι, δίνει αυτό στο θεό χαρά;
Η ψυχή όμως θαρρώ, πρέπει να μείνει καθαρή
Αλλιώς ορμάει κατά τη δύναμη
Μ’ αετών φτερά μ’ εγκώμια τραγούδια
Και τόσο πολλών πουλιών λαλιές.
Τούτο είναι η ουσία
Η μορφή είναι τούτο.
Εσύ ωραίο ρυάκι φαίνεσαι συγκινητικό
Τόσο καθάριο καθώς κυλάς
Όπως το μάτι της θεότητας μέσα απ’ τον  γαλαξία.
Κιόλας σε ξέρω, όμως δάκρυα κυλούν απ’ τα μάτια μου.
Ζωή φωτεινότερη ν’ ανθίζει γύρω μου αντικρίζω
Στης πλάσης τις μορφές γιατί άδικα
Δεν την παραβάλλω με τα μοναξιασμένα περιστέρια
Στον αυλόγυρο της εκκλησιάς.
Να με πικραίνουν φαίνεται τα γέλια των ανθρώπων.
Δηλαδή έχω καρδιά. Θα’ θελα να ‘μουν κομήτης;
Θαρρώ ναι. Έπειτα αυτοί έχουν τη γρηγοράδα των πουλιών.
Φωτιά ανθίζουν ολόγυρα κι είναι αγνοί σαν τα παιδιά.
Τίποτα υψηλότερο να ευχηθεί να τολμήσει η φύση του ανθρώπου.
Από ένα πνεύμα σοβαρό που πνέει
Στου κήπου ανάμεσα τις τρεις κολώνες
Της αρετής είναι άξιο να δοξαστεί το θάμπος.
Μια όμορφη παρθένα με άνθη μυρτιάς
Να στεφανώσει πρέπει το κεφάλι επειδή είναι απλή.
Σύμφωνα με την ουσία της και με το αίσθημά της.
Μυρτιές όμως υπάρχουν στην Ελλάδα.

Όταν κάποιος κοιτάζει στον καθρέφτη, ένας άντρας
Και τη μορφή του μέσα εκεί σαν ζωγραφισμένη αντικρίζει
Του μοιάζει, μάτια έχει το πρόσωπο του ανθρώπου
Όπως η σελήνη φως.
Ο βασιλιάς Οιδίποδας ίσως έχει ένα μάτι περισσότερο.
Του άντρα αυτού ο πόνος μοιάζει απερίγραπτος.
Ανείπωτος. Ανέκφραστος.
Κι αν κάτι τέτοιο παρασταίνεται στο δράμα, έρχεται από κει.
Πως νοιώθω, τώρα που συλλογίζομαι εσένα;
Το τέλος κάτι που τελειώνει κι απλώνεται σαν την Ασία.
Όπως το ποτάμι με παρασέρνει πέρα. Φυσικά αυτός πόνος
δόθηκε στον Οιδίποδα. Έτσι είναι φυσικά.
Πόνεσε κι ο Ηρακλής ;Το δίχως άλλο.
Κι οι Διόσκουροι με τη φιλία τους,  δεν πόνεσαν κι αυτοί;
Δηλαδή όπως ο Ηρακλής με το Θεό να πολεμάς αυτό
Είναι πόνος. Και την αθανασία στο φθόνο μέσα τούτης της ζωής
Να πρέπει να σκορπίσεις
Πόνος είναι κι αυτό,
Πόνος είναι ακόμα όταν ένας
Με σκούρα στίγματα είναι απ’ τον ήλιο σκεπασμένος
Με κάποια στίγματα να’ σαι παντού γεμάτος!
Αυτό απεργάζεται ο ωραίος ήλιος
Δηλαδή αυτός τ’ ανατρέφει όλα.
Πως με ρόδα την τροχιά οδηγεί
Τους νέους με των αχτίδων του τη γλύκα.
Τα βάσανα που άντεξε ο Οιδίποδας είναι όπως όταν
Ένας δύστυχος βασανίζεται πώς του λείπει κάτι.
Γιε του Λάιου, κακόμοιρε ξένε στην Ελλάδα!
Θάνατος είναι η ζωή, κι ο θάνατος ζωή είναι.

                                                           


                                                        ‘’Ύμνοι, ελεγεία και αποσπάσματα’’
                                                          Μετάφραση, σχόλια: Θανάσης Λάμπρου
                                                                    Εκδόσεις Καστανιώτη 2006