Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

''ΜΕΤΑΞΑ, Ακούγοντας τον χρόνο''

Μια από καρδιάς προσέγγιση

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη


Η ταινία ντοκιμαντέρ ''ΜΕΤΑΞΑ, Ακούγοντας τον χρόνο'', είναι αναμφισβήτητα μια από τις σημαντικότερες ταινίες που έγιναν ποτέ. Είναι ένα σπουδαίο έργο με γνώμονα την Αρρώστια, με Α κεφαλαίο κ όλα όσα αυτή συνεπάγεται-τον βιωμένο ανθρώπινο πόνο, το φόβο μπροστά στο άγνωστο του θανάτου, τον ρόλο ή τους ρόλους του γιατρού-ασθενή , τα υπαρξιακά προβλήματα που τίθενται επί τάπητος, τις φιλοσοφικές προεκτάσεις που αναμφισβήτητα προκύπτουν αγγίζοντας ένα τέτοιο θέμα-ταμπού, την απώλεια ή την επαναδιαπραγμάτευση της ελπίδας, την επιστροφή τις ανθρώπινες αξίες, τη φιλία, την αγάπη, τον σεβασμό, την αξιοπρέπεια, την ανταλλαγή κοινών εμπειριών, την ποίηση εν τέλει των πιο απλών πραγμάτων, που δυστυχώς ενώ υπάρχουν δίπλα μας, δεν τα βλέπουμε γιατί τα θεωρούμε δεδομένα.

Σπάνια μια ταινία, έχει κατορθώσει να φτάσει μια τέτοιου μεγέθους πυκνότητα, αμεσότητα, συγκίνηση, απλότητα, ουσία και ομορφιά.

Μέσα από ένα σύνηθες θέμα, επώδυνο ωστόσο ,δυσβάσταχτο και στα δεδομένα και στην εξέλιξή του, ο σκηνοθέτης Σταύρος Ψυλλάκης κατορθώνει ένα μοναδικό επίτευγμα. Το ντοκιμαντέρ ''ΜΕΤΑΞΑ, Ακούγοντας τον χρόνο'', είναι μια συγκλονιστική μαρτυρία-κατάθεση πραγματικών μαρτύρων, που το μέγεθός της έχει ελάχιστες ίσως περιπτώσεις «ήδη ιδωμένου» στον παγκόσμιο κινηματογράφο.

Το ειδικό βάρος που προσφέρει ο Στ. Ψυλλάκης, δεν προέρχεται μόνο από την θεματική( το μείζον θέμα του Καρκίνου), ούτε ακόμα από την εκλογή των αληθινών -και όχι ηθοποιών- καρκινοπαθών γιατρών και τις on camera ανατριχιαστικές καταθέσεις τους. Ανθρώπων, που μάχονται με τον καρκίνο για τους ασθενείς τους αλλά και για τον ίδιο τους τον εαυτό-έχοντας πλήρη επίγνωση των οδυνηρών συνεπειών της αρρώστιας- ανθρώπων που φλερτάρουν στην κυριολεξία καθημερινά με τον θάνατο, τον αντικρίζουν καταπρόσωπο και ''του πετάν το γάντι''- . Βασικά και ουσιαστικά τούτο πηγάζει από την δυνατότητα του σκηνοθέτη, να σημαδεύει τα πιο οδυνηρά και σκληρά γεγονότα, με μια μοναδική ποιότητα και αυθεντικότητα που συναντά κανείς , μόνο στα εκ των έσω βιωμένα.
Η απειλή- άλγος και άχθος- του θανάτου υπερίπταται στον χώρο του Ογκολογικού Νοσοκομείου ''ΜΕΤΑΞΑ'', σ’ ένα βαρύθυμο, ίσως πένθιμο χώρο που ευθύς εξ' αρχής παραπέμπει σε ένα γκροτέσκο σκηνικό. Το άσπιλο λευκό των τοίχων, των κρεβατιών και των λιτών επίπλων, της ιατρικής μπλούζας και των μηχανημάτων της αξονικής και των ακτινοβολιών ωστόσο, χάρις στην μοναδική ικανότητα του σκηνοθέτη, αλλά και του διευθυντή Φωτογραφίας ,συγκρούονται με την εναλλαγή πανέμορφων εικόνων-τοπίων, που εκπορεύονται από την ταινία σαν πολύτιμες, ζωογόνες ανάσες .
Ο θεατής ξεχνιέται μαγεμένος απ’ την ατέρμονη ομορφιά και γαλήνη της θάλασσας- νερό αρμυρό που μετουσιώνεται σε κύματα γαλάζια ή γκρίζα σκοτεινά, αινιγματικά, ωστόσο τόσο μα τόσο θελκτικά- την πολύχρωμη παλέτα της φύσης, των λουλουδιών, αλλά και τον’’ ήλιο’’ του οικείου περιβάλλοντος των καρκινοπαθών. Εκεί όπου το χάδι, το άγγιγμα στον ώμο, η έγνοια των’’ δικών’’ ανθρώπων, φίλων, συναδέλφων, συγγενών αλλά και η προσμονή, η ελπίδα, η πίστη για τη νίκη –για αρκετούς εφικτή, για πολλούς ''πύρρεια'', για άλλους δυστυχώς ανεκπλήρωτη- μετατρέπεται σε κατάλυση της τραγωδίας και δικαίωση.
Μια ταινία που θα προβληματίσει όσους επιλέξουν να την παρακολουθήσουν, -το θέμα της δεν προσεγγίζεται εύκολα, αλλά θα πρέπει εκ των πραγμάτων να την δουν όλοι-μια ταινία που αγγίζει , συγκινεί, συγκλονίζει και μας οδηγεί στο να δούμε με άλλα μάτια τους συνανθρώπους μας που δοκιμάζονται, όχι με συμπόνια αλλά με δύναμη κι απαντοχή, συμμετέχοντας έμπρακτα με αλτρουισμό και ανάλογο σεβασμό στον τεράστιο αγώνα τους.
Μια ταινία που θα μας κάνει να εκτιμήσουμε ανάλογα, αναθεωρώντας πολλά, ανακαλύπτοντας ίσως απ’ την αρχή, τούτο το υπέρτατο αγαθό που μας χαρίζεται απλόχερα και όμως καθημερινά και μισαλλόδοξα παραγκωνίζεται από ασήμαντες, τιποτένιες μικρότητες. Την ίδια τη ζωή.


Η ταινία προβλήθηκε στις 26/5/12 στην κατάμεστη Αίθουσα Πολυμέσων του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης και υπήρξε αποτέλεσμα συνδιοργάνωσης τριών Μουσείων: του Μουσείου ‘’Λυχνοστάτης’’, του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης και του Μουσείου Ιατρικής Κρήτης. Αμέσως μετά επακολούθησε συζήτηση μεταξύ του σκηνοθέτη Σταύρου Ψυλλάκη, του Καθηγητή πανεπιστημίου Κρήτης Γιώργου Νικολακάκη και του Επίκουρου Καθηγητή Οφθαλμολογίας και συγγραφέα κ. Γιώργη Μαρκάκη. Στη συζήτηση συμμετείχε και το κοινό.



Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Μπορεί να πέθανε το σώμα

Πάει πολύς καιρός που λείπεις απ’ τις μέρες μου
Μα απόψε επιτέλους σ’ ονειρεύτηκα

Αχνή ηχώ που θέλγει και καλεί η φωνή σου

Μπορεί να πέθανε το σώμα
Μα εσύ έρχεσαι

Παραμερίζεις τις κουρτίνες των σκιών
Το μαύρο του θανάτου έρεβος
Κι ακροπατώντας μπαίνεις στον ύπνο μου

Τον κυριεύεις

Στην άξια ζωγραφιάς αναγεννησιακή μορφή σου
Έμαθα να λατρεύω μια άλλου είδους αγιότητα

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή ''Της μάνας''1999-2011

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Οι μετανάστες γκρίζα περιστέρια





Οι μετανάστες γκρίζα περιστέρια



Ήρθε ένα γκρίζο περιστέρι το πρωί

Ραμφίζοντας το τζάμι για λίγα ψίχουλα

Ντυμένο χαρμολύπη


Η ικεσία ένας συνεχής ασημένιος ήχος

Άηχα λόγια στη μητρική μου γλώσσα

Ένα δειλό χαμόγελο


Η βούρτσα που θα μου καθάριζε

Τα τζάμια του αυτοκινήτου

Ήταν το πρόσχημα


Για μια στιγμή φοβήθηκα μήπως

Η πείνα που αντιφέγγιζε στα μάτια του

Εκτός απ’ την καρδιά μου

Θα ράγιζε και τον καθρέφτη τ’ ουρανού

Από την ποιητική συλλογή''Νεαρά ποιήματα''2013,Εκδόσεις Γαβριηλίδη γ'ενότητα''Καθρέφτες''

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Κάνε μια ευχή

Εμπνευσμένο από τις ‘’Δρακοντίδες’’ (βροχή αστεριών)του Οκτώβρη του 2011

Απόψε το ημερολόγιό μου κουράστηκε
Τ’ άσπρο χαρτί του αντιστέκεται στην πέννα

Χάνεται ο Σεπτέμβρης απ’ τις σελίδες του
Καθώς τα στραβά μου γράμματα
Καλωσορίζουν τον Οκτώβρη

Αυτό το μήνα τα κοτσύφια πια δεν τραγουδούν
Κι οι πεθαμένες πεταλούδες πάνε αλλού να παίξουν

Οι νύχτες ολοένα μεγαλώνουν
Αφουγκράζονται τους ήχους του σκοταδιού
Αφοσιώνονται στη σιωπή

Στα ρείθρα των πεζοδρομίων
Η γερασμένη πόλη απλώνει
Τη σταφιδιασμένη της ψυχή

Δίπλα τα παραγινωμένα φρούτα
Του καλοκαιριού σαπίζουν στα τελάρα

Στα στενοσόκακα αντηχούν τηλεοράσεις
Ιλουστρασιόν φωνές σκεπάζουν
Βραχνά τραγούδια φτώχειας

Κι όμως το φετινό Οκτώβρη
Βρέχει αστέρια

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Ο Ρόντια Ρασκόλνικωφ στη Σόνια Σεμνιόνοβα

Ο Ρόντια Ρασκόλνικωφ στη Σόνια Σεμνιόνοβα
Η Σόνια Σεμνιόνοβα στον Ρόντια Ρασκόλνικωφ


Εμπνευσμένο από το ‘’Έγκλημα και Τιμωρία ‘’του Φ. Ντοστογιέφσκι

Σόνια
Άπλωσες τα δυο σου χέρια
Μα δε μού’ δωσες κανένα
Έγκαιρα τα τράβηξες

Ρόντια
Ένας φονιάς και μια πόρνη
Που συναντήθηκαν σ’ ένα δωμάτιο
Κάπου εκεί στις εσχατιές της γης
Για να διαβάσουν το αιώνιο βιβλίο
Την Αγία Γραφή

Κι οι δυο καταραμένοι

Σόνια
Σαν άλλη Μαρία Μαγδαληνή
Σου πλένω τα πόδια
Τα φιλώ
Και κλαίω

Κι όμως λόγχιμα βέλη
Εξακοντίζονται μέσα απ’ τα μάτια σου

Ρόντια
Ανυπεράσπιστος μπροστά στο φόβο
Πώς να σταθώ;
Πέφτω ξανά
Σ’ ετοιμότητα θλίψης

Σόνια
Χαρακωμένες απ’ της άρρωστης ψυχής σου
Το κοπίδι
Οι λέξεις σου σπαράζουν

Θα βάλει άραγε ο χρόνος
Μέλι στις πληγές μας;

Ρόντια
Ο λαβωμένος μου εγωισμός
Μαύρο φίδι
Που μού βυζαίνει όλη νύχτα την καρδιά

Πάλι δε σε φίλησα

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Μαμά σ' ευχαριστώ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Έψαξα μέσα μου βαθιά κι άφησα να κυλήσουν στο χαρτί στιγμές δικές μας που μοιραστήκαμε, πράγματα που μου χάρισες ανεκτίμητα, που θα τα κουβαλάω μέσα μου για μια ζωή. Για σένα βάζω τις λέξεις στη σειρά σαν και τους πολύχρωμους κύβους μου. Ότι και ν’ αγγίξω , μέσα του βρίσκεσαι…

Μαμά,
Σ’ ευχαριστώ

Που έβγαζες με κόπο χρήματα για να με μεγαλώσεις αν και αναγκαζόσουν να με στερηθείς για αρκετές ώρες.

Που μου μάθαινες και μου μαθαίνεις καθημερινά τον κόσμο. Από την ανατολή του ήλιου μέχρι το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Που για κάθε μου ερώτηση έχεις μια απάντηση. Αν και συγκρούομαι μαζί σου, μέσα μου θυμώνω επειδή ξέρω εκ των προτέρων ότι πάλι έχεις δίκιο.
Πως μπορείς αλήθεια να προβλέπεις τα απρόβλεπτα;

Που με βλέπεις πάντα μέσα απ’ τα μάτια της αγάπης σου . Για σένα είμαι το ομορφότερο παιδί του κόσμου.

Σ’ ευχαριστώ μαμά,

Που έθαψες τα ταλέντα σου για μας μεγαλώσεις, πήγαινες να δουλέψεις καθημερινά σε μια δουλειά που δεν αγαπούσες για να μη μας λείψει τίποτα, κι ας ‘’μάτωνες ‘’που μάς άφηνες μωρά σε ξένα χέρια, που έπαιζες με το κουβαδάκι μαζί μου πάνω στα βότσαλα μιας παραλίας. Κι ας σ’ έκανε ολοκόκκινη σαν ντομάτα ο ήλιος.

Που έβαζες στο πιάτο σου μικρότερη μερίδα για να μπορέσουν οι άλλοι να φάνε κάτι παραπάνω.

Που έλεγες, ‘’έλα τελείωσε το εσύ’’. Δεν σου άρεσαν δήθεν οι τούρτες και τα παγωτά.

Που έτρωγες τα καμμένα μπιφτέκια χωρίς να διαμαρτύρεσαι, δηλώνοντας μάλιστα: ‘’Μα εμένα μού αρέσει πάντα ότι κάνει κρατς!’’

Που με περίμενες στην πόρτα του σχολείου για να με περάσεις με σιγουριά απέναντι στο δρόμο με τα χίλια αφηνιασμένα μηχανάκια κι αυτοκίνητα κι ας γινόσουν μούσκεμα απ’ τη βροχή.

Που κατάφερνες να χαμογελάς όταν ανέβαζα πυρετό λίγο πριν βγεις έξω, πανέμορφα ντυμένη, μακιγιαρισμένη , έτοιμη για να γιορτάσεις τα γενέθλιά σου. Που τελικά δεν τα γιόρταζες

Που κατάπινες τα δάκρυά σου όταν έσπαζα την τσαγιέρα του καλού σερβίτσιου, όταν λέρωνα με σοκολάτα το χειροποίητο κεντητό τραπεζομάντιλο της δικής σου νεκρής πια μάνας κι αγαπημένης μου γιαγιάς. Δαγκωνόσουν μόνο λέγοντας. ‘’Ε, τι να κάνουμε; Έτσι είναι τα παιδιά.’’

Που με ηρεμείς τόσο γλυκά και τρυφερά, όταν βρίσκομαι εκτός ελέγχου, όταν μου φταίνε οι πάντες και τα πάντα, όταν έχω περίοδο, όταν αγχώνομαι τρελά για ένα μάθημα στις Πανελλήνιες, όταν δεν μου στρώνει το τζιν που αγόρασα πανάκριβα, όταν βγάζω ένα σπυράκι τη μέρα που έχω το πρώτο μου ραντεβού, όταν το αγόρι μου δε με παίρνει τηλέφωνο, όταν αποτυγχάνω στο τεστ οδήγησης.

Διαθέσιμη κάθε στιγμή για να μου δίνεις συμβουλές για τον πονόλαιμο, τον πυρετό, την έννοια μιας άγνωστης λέξης, για τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία και δίσκους, τα καλύτερα θεατρικά έργα, τις τελευταίες ταινίες, για το πώς καθαρίζουν οι δύσκολοι λεκέδες, για δώρα σε συγγενείς και φίλους, οδηγίες για τη χρήση του καινούριου μου πλυντηρίου, τη δοκιμασμένη συνταγή του μουσακά και των παραδοσιακών κουραμπιέδων, πληροφορίες κι αποκόμματα για τον αγαπημένο μου τραγουδιστή, λέξεις συνώνυμες για μια έκθεση.

Που είσαι πανέτοιμη μ’ ένα εισιτήριο στο χέρι, αφήνοντας τα πάντα για να’ ρθεις κοντά μου όποτε σ’ έχω ανάγκη, ακόμα κι αν βρίσκομαι στην άκρη του κόσμου. Αμέσως . Είσαι μια στοργική αγκαλιά να χωθώ μέσα και να κλάψω. Η φιλενάδα μου για να της πω τα νέα. Κάποιος για να του εξομολογηθώ τα προβλήματα της δουλειάς, να ξεσπάσω απάνω του το άγχος των εξετάσεων, να μοιραστώ μαζί του ένα φλιτζάνι καφέ και τα πρώτα μου ερωτικά σκιρτήματα .

Που καταφέρνεις να εξοστρακίζεις όλους μου τους φόβους. Μαζί σου μαμά, τίποτα δε φοβάμαι.

Θυμάμαι όταν γύριζα σπίτι από το σχολείο τρέχοντας, λαχταρώντας να δω εσένα στην κουζίνα με την πολύχρωμη , βρεγμένη συνήθως ποδιά σου, με πιτσιλιές στην μπλούζα από τα κεφτεδάκια που μόλις είχες τηγανίσει, μ’ ανασηκωμένα τα μανίκια κι αναψοκοκκινισμένα τα μάγουλα να με περιμένεις για να σου πω τα νέα του σχολείου.

Αχ, πώς ονειρευόμουν το κέικ με τις σταφίδες και τα κουλουράκια βανίλιας που με περίμεναν σπίτι. Και την αγκαλιά σου.

Θυμάμαι έντονα αυτή τη μυρωδιά της αγκαλιάς σου. Τη δικιά σου μοναδική, προσωπική μυρωδιά που δεν περιγράφεται με λόγια. Τη μυρωδιά που όλα τα παιδιά όσα χρόνια κι αν περάσουν θυμούνται, για πάντα μέσα τους φυλακίζουν.

Μανούλα σ’ ευχαριστώ
που μ’ έμαθες ν’ αγαπώ, να νιώθω, να μοιράζομαι, ν’ αντέχω, να προχωρώ, να μην παραδίνω τα όπλα στην πρώτη αναποδιά, να συμπονώ, να παλεύω , να διατηρώ ψηλά το κεφάλι, να είμαι ευγενική, υπομονετική, να μην τσιγκουνεύομαι την καλοσύνη.

Σου οφείλω τη ζωή, τη γνώση, το ότι είμαι μέχρι τώρα και το ότι θα είμαι για πάντα.

Κανείς δεν σ’ αγαπάει σαν τη μάνα…

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

Ανεπίδοτο γράμμα

Ανεπίδοτο γράμμα

Χρόνια περιμένω ένα ανεπίδοτο γράμμα

Κάθε πρωινό μαδώ το κούφωμα της πόρτας
Με τα υπόδουλα δάχτυλα της προσμονής
Και της αγρύπνιας

Στολίζω με ξόμπλια μάταια διαβατικά
Τα χρόνια τα κρυμμένα πίσω απ’ τις κουρτίνες

Τα τρυπημένα χρόνια μου απ’ τις βελόνες
Τι κι αν φορώ τη δαχτυλήθρα πανοπλία
Τα κεντημένα ένα προς ένα με σταυροβελονιά
Και χρώματα

Όσο παλιώνω ο καμβάς της ζωής ξεθωριάζει
Ξεφτίζουν οι κλωστές
Πέφτουν τα δόντια τα μαλλιά μου

Ο ταχυδρόμος πέθανε

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή''Τα νεαρά ποιήματα''2011