Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015


"Κλινικά απών"
Χλόης Κουτσουμπέλη
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

"Κλινικά απών" είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Πρόκειται για την  έβδομη κατά σειράν συλλογή ποιημάτων
που εκδίδει η Θεσσαλονικιά ποιήτρια μετά την πρώτη εμφάνισή της στα γράμματα το 1984 με το ποιητικό έργο Σχέσεις Σιωπής από τις εκδόσεις Εγνατία.
Με βαθιά, γήινη φωνή - ανοίγοντας έτσι μια μικρή χαραμάδα στην εγγύτητα της επικοινωνίας με τον αναγνώστη-  η ποιήτρια καταδύεται στις διαστάσεις  του αδόκητου , της αλληγορίας, του συμβολισμού , στο γήινο των πραγμάτων ταξίδι και στο άλλο ταξίδι το ονειρικό , παρεμβαίνοντας καθοριστικά στη λογική τους.  Όλοι οι στίχοι της υπαινίσσονται   την ύπαρξη ενός υπερφυσικού, σκοτεινού κόσμου, που δεν τον  βλέπουν τα μάτια, αλλά που φανερώνεται ακέραιος μέσα από την φαντασιακή ανασυγκρότησή του και παρουσιάζεται στο ποίημα σαν οργανικό σύνολο.


Η ποίησή της αναπτύσσει:
Την θεματική της ερωτικής απώλειας και ματαίωσης

Φορώ ένα σκονισμένο νυφικό/με μακριά ουρά που σέρνεται στο δρόμο/
Η αρρώστια καλπάζει/κόκκινο άλογο μέσα στην καρδιά./ -αγαπώ νεκρά γιατρέ/
  ή
 το να συντηρεί κανείς κατεψυγμένους έρωτες /είναι κι αυτό μια τέχνη/


της απουσίας που επίκειται και εν τέλει συντελείται

Αν ήμουν πιο προσεκτική
Θα είχα από τότε αποσυνθέσει την ελπίδα
Επίσημα θα ήσουν τώρα
Κλινικά απών.

της λήθης που αναπαράγει μνήμες και ταυτόχρονα αναπαράγεται

Η Μνήμη μπορεί να εκτιναχτεί/ με ένα μόνο τηλεφώνημα/και όλη η λήθη να καταποντιστεί /στον ζεστό κόλπο της αλήθειας

της αποδοχής του πένθους , όπου οι συλλήψεις του παράδοξου και του αλλόκοτου συνιστούν μιαν ενόραση κατ’ εξοχήν ποιητική

Να το κρατάτε εξημερωμένο στην αυλή./Κάποιες νύχτες να αφήνετε την πόρτα ανοιχτή./Θα ανεβαίνει στο κρεβάτι/πηχτές κηλίδες στα σεντόνια/δαγκωματιές στο στήθος, στο λαιμό./
Θα το ακούτε ν’ αλυχτάει./Δεν θα το αλυσοδέσετε ποτέ./
ή

Να υιοθετήσεις κοράκι υπηρέτη/με μαύρη ρεντιγκότα και στιλπνά παπούτσια/για να επιμεληθεί της νεκρικής πομπής
Η ποιήτρια αμφιδρομεί ανάμεσα στις πληγές της παιδικής ηλικίας
Βρισκόμουν σε ορφανοτροφείο/
φορούσα γκρι φουστάνι κι άσπρες κάλτσες/έψαχνα μια κούκλα δίχως χέρια
ή

Δεν έβρισκα το σωστό νούμερο ανθρώπου/η πλέξη ήταν χαλαρή/ή οι τεράστιες βελόνες μπήγονταν στο στέρνο


της μεταφυσικής αγωνίας που μεταμορφώνεται σε αδημονία

Το πρόβλημα είναι
πως δεν άκουσα τις κούκλες.
Ανοιγόκλειναν
τα γυάλινά τους μάτια
λέρωναν τα λευκά φορέματα
έχαναν τα νάιλον μαλλιά.
Πρόσεχε τα Σάββατα
μου έγνεφαν,
είναι πάντα ξεκούρδιστα
ο μηχανισμός κλάματος δεν λειτουργεί
το κεφάλι δεν είναι κολλημένο
κυλάει σε μία μόνη Κυριακή. 

Της άφατης τρυφερότητας που προστατεύει και ξαγρυπνά

Κι ανησυχώ
αν είναι μαλακά τα όνειρά σου
Νεογέννητα πουλια
Μες τη φωλιά τους
και τρέμω μήπως κάποιο θελήσει να πετάξει
και πέσει κάτω και χτυπήσει.

Και της σκοτεινής Περσεφόνης που  βασιλεύει μέσα στον προσωπικό μας Άδη

Η γλώσσα σάλεψε μέσα στην κόκκινη σπηλιά
και τεντώθηκε να αγγίξει
τους σταλακτίτες δόντια
ποια διαδρομή είναι πιο σύντομη
το δάγκωμα του σκορπιού
ή ένα αιλουροειδές φιλί;

Τα στοιχεία που εντοπίζονται είναι αναγνωρίσιμα στους αναγνώστες της Κουτσουμπέλη. Ατμόσφαιρα του υάκινθου της θλίψης , γκόθικ ή γκροτέσκ, μωβ της spleen μελαγχολίας,  άνθρωποι-γυναίκες κυρίως- που μετρούν οδύνες ,απώλειες, ελλείψεις, απουσίες, στέρηση, πίκρα, μοναξιά. Αφετηρία βιωματική η παιδική ηλικία. Σίγουρα τραυματική…

"Κόβω με ψαλίδι την παιδική μου ηλικία/ δυο μαυρόασπρα κοριτσάκια που επιπλέουν θολά/θρυμματίζονται στο πάτωμα./Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή/ ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ".

Με λιτά εκφραστικά μέσα, η χαρισματική ποιήτρια σχηματίζει  υπερρεαλιστικές εικόνες, με τον χρωστήρα των εξπρεσιονιστών με θέματα τη φθορά, το θάνατο,  την εχθρότητα και την οργή, τη θλίψη, τη ματαίωση, ενώ με την φαντασία ως πηγή  έλκεται από τον έρωτά της και μονομαχεί με ένα άλλο σώμα. Σάρκα με σάρκα , ανάμικτη με αίμα, ‘’ο ένας πάνω στον άλλο/πεινούσαν και χόρταιναν σάρκα/’’, οι παθιασμένοι εραστές κατασπαράσσουν βουλιμικά αλλήλους εις το όνομα ‘’της αρχαίας γνώσης που κατοικεί στα κύτταρα’’.
Την παρακολουθούμε καθώς καταδύεται σ’ ένα δάσος αντιθέσεων και αντιφατικών οραμάτων: Καθρέφτες που ραγίζουν, στοιχειωμένοι έρωτες που κοιμούνται σε σεντούκια, μικρές αλεπούδες που γερνούν στο σαλόνι, το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου που γεμίζει συνέχεια θάλασσα,  μια
‘’μουχλιασμένη άνοιξη , που απλώνω για ν’ αεριστεί’’
υποδηλώνοντας έναν ψυχισμό ευάλωτο και ανασφαλή, με ανεκπλήρωτες επιθυμίες κι εμμονές, με μια φρενίτιδα μανία να καταλαμβάνει το ποίημα
Ακούω τα σκυλιά που αλυχτούν δεμένα/καθώς άγρια τραντάζουν τις αλυσίδες/ξαναγυρνώ στο σπίτι/.Κλείνομαι στο δωμάτιο/Και με μια ψαλιδιά/κόβω σύρριζα πέρα ως πέρα τα μαλλιά./
Ενοράσεις πρισματικών εικόνων μιας σπουδαίας φωνής έντονα θηλυκής μετουσιωμένες σε στίχους, που ασθμαίνουν κάτω από το βάρος των λέξεων
των γυναικείων αρχετυπικών συμβόλων
Εκάτη,Κάλι, Λίλιθ, Αντιγόνη το όνομά μου. /Λίλλακε, Μπελίλι, Μπααλάτ./
Κάποιοι με αποκαλούν Αρχόντισσα του Σκότους/ή ηγέτιδα των Θηλυκών Βαμπίρ/
ενώ μια άλλη τάξη ονείρων επιβάλλεται σκιαγραφώντας το πορτραίτο μιας βαθιά πληγωμένης γυναίκας που ανακαλεί ένα παρελθόν συντηρημένο σε κονσέρβα.
Και όταν ερχόμουν
θα σ’ αγκάλιαζα
αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα.
Γι αυτό σου λέω. Μην λυπάσαι.
Και στείλε αυτήν την τενεκεδένια απουσία
για ανακύκλωση.
  Η έμπνευση της δημιουργού κινείται μέσα σε ένα αβυσσαλέο υποσυνείδητο. Ένας κόσμος παραίσθησης, βουτηγμένος στην ένταση, την ψευδαίσθηση και την φαντασίωση, μια καταβύθιση και συγχρόνως εξύψωση, ένα οδυνηρό παιχνίδι ανάμεσα στην απόκρυψη και την εμφάνιση με ποιητικά μέσα το ασύλληπτο και το άρρητο. Τα όνειρά της έχουν δόντια κίτρινα.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη μεταβάλλει την ρευστότητα του χρόνου σε πορεία ποιητικής ακμής
Ύστερα κάποιος μετατόπισε τους δείκτες
στο κουρδιστό ρολόι τοίχου στο σαλόνι
κι άργησα είκοσι χρόνια.
Θα σε ειδοποιούσα σίγουρα
αλλά τα ταχυδρομικά περιστέρια
καθηλώθηκαν υπέρβαρα στα σύρματα
.

Διακρίνονται επιρροές από Ρεμπώ, Μπωντλαίρ, Λόρκα, Πόε, Σολωμό, Καβάφη, Σαχτούρη, Χιόνη, Δημουλά, Σύλβια Πλαθ και Ανν Κάρσον, των οποίων οι καταβολές έχουν ζυμωθεί και ενσωματωθεί στο ποιητικό σύμπαν της ποιήτριας, δημιουργώντας ένα γοητευτικό συνονθύλευμα, όπου τα χρώματα και τα σχήματα των λέξεων διαλύονται και αναμιγνύονται για να  ανασυνταχθούν στη συνέχεια σε πλήρη αρμονία και τάξη, διαμορφώνοντας τοιουτοτρόπως ένα εντελώς προσωπικό στυλ και ύφος,  χαρακτηριστικό πλέον της Χλόης Κουτσουμπέλη.
Η Θεσσαλονικιά ποιήτρια της νέας γενιάς, και με τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με το παρόν έργο, αποτελεί πλέον μια αναγνωρίσιμη, σπουδαία και πρωτότυπη ποιητική φωνή , αφήνοντας ήδη από τώρα  σημαντική παρακαταθήκη στη σύγχρονη νεοελληνική ποίηση. 
Η γλώσσα της διασπά και καταργεί την ρομαντική παράδοση , είναι λιτή, με την σωστή δόση –στη μύτη του κουταλιού ίσα ίσα-γλυκασμού, ουσιαστική, ευθύβολη, αποφορτισμένη από λυρικές τονικότητες, παράγοντας δομική ύλη που μεταβάλλεται σε αισθητικό φαινόμενο –‘’ολόσωμα’’ ποιήματα-ενώ το απόρρητο-βέβηλο ομολογείται , με τη φύση δαιμονιακά ελεύθερη να ακκίζεται στην υπερβολή της, ορίζοντας άλλο δρόμο στην ανάσα.





Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

"Η Μάχρια της Λήθης" 

Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη

 

Γράφει η Βιβή Γεωργαντοπούλου (Συντονίστρια της Λέσχης Ανάγνωσης Degas)


Όταν η ιστορία δεν γράφεται, γίνεται παραμύθι. Γίνεται όνειρο με θαμμένους θησαυρούς, με πετρωμένους ναούς, ναυάγια και μάχες, ώσπου κάποτε με την σκαπάνη της μελέτης και της γραφίδας βγαίνει τ΄ όνειρο αληθινό και το παραμύθι γίνεται μυθιστορία.(Ρ.Π.Κ)

Πράγματι, δεν είναι καθόλου εύκολο να γράψει κάποιος, όσο ταλαντούχος κι αν είναι, ένα μεστό και σοβαρό ιστορικό ερωτικό μυθιστόρημα κρατώντας όχι την επιβεβλημένη φόρμα ή τους ποικίλους τεχνικούς κανόνες του, μα ισορροπία και μέτρο σε όλα εκείνα που εκ των πραγμάτων πρέπει συνεχώς να ενώνει, τις ιστορικές αλήθειες δηλαδή και το δικό του υλικό, αυτό που γεννά η φαντασία και το ταλέντο του .
Δεν είναι καθόλου εύκολο να είναι αισθησιακή και ερωτική, όχι όμως χυδαία, η γραφή του όταν αναφέρεται στους έρωτες ανθρώπων που στην πορεία της ζωής τους όντας στο μέσο ιστορικών γεγονότων δοκιμάζονται σκληρά. Δεν είναι καθόλου εύκολο να είναι άμεση και ανθρωποκεντρική και όχι ένα ακόμα βαρετό, εθνικοπατριωτικό μελό βγαλμένο από κονσέρβες χιλιανοιγμένες ήδη από δεκάδες άλλους. Δεν είναι καθόλου εύκολο να μπορεί να σκιαγραφήσει πειστικά μια γυναίκα που έζησε σε εποχές συνταρακτικές ενώ ακόμα (και) στον (δυτικό κόσμο) η χειραφέτησή της δεν ήταν κάτι δεδομένο.
Η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη ανήκει στην κατηγορία εκείνων των λογοτεχνών που δεν τους περιορίζουν οι Συμπληγάδες του είδους. Συνθέτει ένα ισορροπημένο και καλά δομημένο έργο αδιαφορώντας για συνταγές και κλισέ επιτυχίας και εστιάζοντας με  διεισδυτικότητα στην ζωή της νεαρής ηρωίδας της. Της αξίζει κάθε έπαινος για την καθαρή της ματιά, αυτή που διατρέχει όλο το κείμενο και  με την οποία φιλτράρει στοχαστικά την εκτεταμένη χρονικά εποχή-περίπου τριάντα ολόκληρα χρόνια- στην οποία τοποθετεί τα καταιγιστικά δρώμενα. 

Η συγγραφέας ενώνει πολύ επιδέξια ιστορία και μύθο, αλήθεια και φαντασία πλάθοντας ήρωες που αν και έρχονται από συγκυρίες αλλοτινές-το ιστορικό παρελθόν θα είναι πάντα ελκυστικό σαν αφορμή για καλή λογοτεχνία-είναι εν τούτοις σοφά ενταγμένοι σε μια αφηγηματική ροή που το ενδιαφέρον της δεν μειώνεται πουθενά. Μάλιστα ο σημερινός αναγνώστης ο οποίος οφείλει να είναι αυστηρός και απαιτητικός εκ των πραγμάτων και λόγω της εκδοτικής πλημμυρίδας που μπορεί να τον αποπροσανατολίσει, θα νιώσει οικείους τους ήρωες και με κάποιους από αυτούς θα ταυτιστεί. Η ταύτιση είναι βεβαίως πάντα ένα βασικό ζητούμενο αλλά μαζί είναι και μεγάλη παγίδα. Θέλει μέτρο και μαστοριά και η συγγραφέας τα διαθέτει αμφότερα.
Η γοητεία της γραφής βρίσκεται κατ΄ εμέ κυρίως στην θεατροποίηση-ας το πω αδόκιμα έτσι-της όλης ιδέας κι αυτή η θεατροποίηση είναι, αν την εκλάβουμε ως τεχνική αφήγησης, μια δύσκολη τεχνική που συνεπάγεται άμεση ταύτιση ,προκαλεί έντονη ανάπτυξη συναισθημάτων στον αναγνώστη που φτάνει στο να συμπάσχει στα των ηρώων και αυτήν την φόρμα αφήγησης πρόκρινε έναντι όσων έχουμε συνηθίσει η συγγραφέας ρισκάροντας και τελικά κερδίζοντας τις εντυπώσεις : βάζει τους ήρωές της-alter ego σε πολλές περιπτώσεις ο ένας του άλλου, έρμαια κι αφέντες ταυτοχρόνως του ίδιου τους του είναι-σαν ηθοποιούς πάνω σε σκηνή θεάτρου να αφηγούνται με τις οδηγίες της μα σε πρώτο δικό τους πρόσωπο ,εκφέροντας τον δικό τους λόγο, που είναι ανάλογος με την προσωπικότητα και την κοινωνική θέση που έχει καθένας στην δεδομένη ιστορική συγκυρία κι αυτό γίνεται με εναλλασσόμενους, πυκνούς μονολόγους που δεν πλατιάζουν σε κανένα σημείο. Τα κείμενα συνδέονται μεταξύ τους αρμονικά και οι λίγοι διάλογοι ενσωματώνονται σ΄ αυτά, απορροφώνται θαρρείς, αποτελώντας το αλατοπίπερο όταν και όπου χρειάζεται.

Η λεπτεπίλεπτη κεντρική ηρωίδα, η Μάχρια, κουβαλάει ένα βαρύ παρελθόν στην διαμόρφωση του οποίου η βούλησή της δεν έπαιξε κανένα ρόλο, άλλοι όρισαν την μοίρα της και μ΄ αυτό σαν καλό και συνάμα κακό εφόδιο βυθίζεται σ΄ έναν έρωτα σκοτεινό, εκείνον της προσκόλλησης σ΄ έναν άντρα που δεν μπορεί να την νιώσει και να την (εκ)τιμήσει σωστά γιατί κι αυτός κουβαλάει μια κουλτούρα, που παρά τα σημεία υπεροχής απέναντι στην δική της-έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε κάθε τι ανατολίτικο φολκλόρ μεν οπισθοδρόμηση δε -γίνεται βαρίδι στην ζωή του και τον τραβάει κι εκείνον χαμηλά.
Η κάποτε εύθραυστη κοπελίτσα γλυτώνει από τον φερετζέ και όχι μόνον απ΄ αυτόν χάρη σ΄ έναν άντρα -τον θετό της θείο κι αργότερα πατριό ,τον ανοιχτόμυαλο πολυταξιδεμένο Τούρκο καπετάνιο Σουκρού -φοράει μέχρι και φίνα, αποκαλυπτικά παριζιάνικα φουστάνια, μαθαίνει γλώσσες και γράμματα κόντρα σε προκαταλήψεις πολλών αιώνων, επαναστατεί, ανακαλύπτει εξαίσιους κόσμους μα επίσης εξαιτίας ενός άντρα- τον υποτίθεται άλλης νοοτροπίας Γάλλο διπλωμάτη  Ζακ Μερσό-πέφτει σε αντιφάσεις συμπεριφοράς, έξεις και ποικίλες αδυναμίες από τον έρωτά της γι αυτόν, αρχικά διαψεύδεται και ηττάται κατά κάποιον τρόπο ευρισκόμενη στην δεινή θέση να δοκιμάζεται ανάμεσα σε δυο κόσμους και δυο κουλτούρες που συγκρούονται σφοδρά αλλά παραδόξως συγκλίνουν σε κάτι: στις ίδιες ρατσιστικές απέναντι στις γυναίκες προκαταλήψεις, αν και τις εκφράζουν διαφορετικά η κάθε μια.
Ο Ζακ του μυθιστορήματος, ένας γοητευτικός Παριζιάνος ,γνήσιος μποέμ της εποχής του ως το κόκαλο, ηδονιστής, μπον βιβέρ, διανοούμενος, ιδιοτελής και μαζί τρωτός κι ο ίδιος και τόσο μα τόσο ανθρώπινος κι αυτός με οδήγησε σχεδόν από την αρχή της σκιαγράφησής του στον Λιούις της εξαιρετικής νουβέλας του μεγάλου Γάλλου συγγραφέα Πωλ Μοράν, "Λιούις και Ειρήνη" και ιδού γιατί θεωρώ την κάθε ανάγνωση σαν ένα ξεχωριστό μονοπάτι που οδηγεί σ ΄ένα άλλο και αυτό σ΄ ένα τρίτο και πάει λέγοντας ή μάλλον διαβάζοντας!
Είναι εκπληκτικό το πως επικοινωνούν τα βιβλία κι οι ήρωές τους, δηλαδή οι κόσμοι και οι εποχές των ανθρώπων και η σοφία τους, η εμπειρία, η γνώση, ζυμωμένα κι εκφρασμένα μέσα από την Τέχνη σαν ελάχιστη αποτύπωση ,ξόρκι και φυλαχτό μα και ύψωση αναστήματος απέναντι στα κοινά και σπουδαία που τους ενώνουν και τους χωρίζουν στο πέρασμά τους από το τεράστιο, μυστηριακό, υπέροχο Σύμπαν μας :την ζωή και τον θάνατο.
Στον αντίποδα του Ζακ και γενικότερα των ανδρών και γυναικών του Παρισιού και την κυρίαρχη αντίληψη για το γυναικείο φύλο-οι γυναίκες κι εκεί διεκπεραιώνουν ρόλους, είναι δηλαδή σύζυγοι ή δούλες ή ερωμένες, κοινωνοί και οι ίδιες αυτής της εναντίον τους στρεφόμενης ανδροκρατικής σκέψης-βρίσκεται η Μάχρια, εκλεπτυσμένη, γυναικεία φιγούρα, που εκείνη τελικά παρά τις περιπέτειές της βρίσκει την εσωτερική δύναμη να κατανοήσει βαθύτερα τον κόσμο, την ζωή και τον θάνατο ή τουλάχιστον να παλέψει μη σταματώντας να κάνει το πιο βασικό: να μαθαίνει, να αποζητά εμπειρίες, να σκέφτεται, να επεξεργάζεται κριτικά την πολύτιμη ελευθερία, που η ίδια με τις δικές της πράξεις και τις συνέπειές τους αποκτά.

Επιστρατεύοντας την οξυδερκή ματιά της χειραφετημένης γυναίκας της εποχής μας, που μπορεί να είναι και δυναμική και ευαίσθητη και παράλληλα να μην διαπραγματεύεται την θηλυκότητά της, η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη προσφέρει στο κοινό ένα πολύπτυχο ιστορικό μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Λιβάνη*  εμπνεόμενη από αληθινά γεγονότα που συνέβησαν σε κρίσιμες ιστορικές περιόδους στα Βαλκάνια αρχίζοντας από την Κρήτη και πετυχαίνει με αβίαστη γλωσσική άνεση να εμφυσήσει πνοή στα πρόσωπα της δικής της αφήγησης, αυτά που υποφέρουν σε ατομικό επίπεδο πολλαπλάσια την βία και τις αντιφάσεις των καιρών τους, γιατί αφήνονται σε καταστάσεις και οδηγούνται από συμπτώσεις και πάθη ,σε άλλες περιπτώσεις στην τελική λύτρωση και άλλες, τις περισσότερες, στην καταστροφή. 

Με κέρδισε λοιπόν η έντιμη, η στρωτή, ευφάνταστη και χωρίς επιθετικούς διαλόγους, η γενναιόδωρη προς το ευρύ αναγνωστικό κοινό** αυτή γραφή και με συγκίνησαν και πολλά-λιγότερο φανερά- στοιχεία της γραφής, για παράδειγμα το ότι η συγγραφέας δεν προσπάθησε να παλαιώσει το κείμενό της τεχνηέντως με μεγαλόστομες, ακαταλαβίστικες λέξεις που θα "φώναζαν" τις γνώσεις που από την πασίδηλη έρευνα που έχει προηγηθεί αποκόμισε αλλά που θα υπονόμευαν την μυθοπλασία και επέλεξε να συγγράψει κείμενο που ανασαίνει και βγάζει διαρκώς στην επιφάνεια την κριτική διάθεση που χρειάζεται η ανάγνωση της ιστορίας από την θέση του ανθρώπου του 21ου αιώνα. Το θεωρώ όλο αυτό λογοτεχνική αρετή και συγγραφική τόλμη.

Πιστή στην Βιβλιονέτ και στον μόχθο και το μεράκι που των ανθρώπων που την κρατούν προσβάσιμη και λειτουργική αντιγράφω απ΄ αυτήν εν είδει περίληψης το σχετικό κείμενο που φιλοξενείται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Κρήτη 1867, Λασίθι. Μες στην καρδιά της Κρητικής επανάστασης γεννιέται ένα κορίτσι, άνομος καρπός της κόρης ενός άρχοντα της περιοχής κι ενός αντάρτη. Το νεογέννητο δίνεται για υιοθεσία σε ζευγάρι Τούρκων, εν αγνοία της οικογένειας, ενώ ο παππούς του βρέφους τού χαρίζει ένα βαρύτιμο μινωικό κόσμημα, με την ευχή και την κατάρα να μην το αποχωριστεί ποτέ. Είναι συνυφασμένο με τη μοίρα του...Έτσι ξεκινάει η ιστορία της πανέμορφης Μάχρια, που θ' απλωθεί στη συνέχεια και θ' αγκαλιάσει την Κρήτη των αιματοβαμμένων αγώνων, την Κωνσταντινούπολη των χρόνων της βασιλείας του Αβδούλ Χαμίτ του Β΄, την Έφεσο, το Αιγαίο πέλαγος την εποχή του τέλους της πειρατείας, τη γοητευτική Μασσαλία και το κομψό Παρίσι των αρχών της Μπελ Επόκ.

Στο προλογικό της σημείωμα η Ρένα Πετροπούλου γράφει και φυσικά την τιμά που είναι τόσο ξεκάθαρη:

Οι χαρακτήρες του βιβλίου είναι προϊόν μυθοπλασίας, όπως και η πλοκή. Όπου εμφιλοχωρούν πραγματικά γεγονότα ή πρόσωπα, έχει γίνει προσπάθεια να ανταποκρίνονται με όσο το δυνατόν περισσότερη ακρίβεια στην ιστορική πραγματικότητα. Προς χάριν της αφήγησης προκρίθηκε ένας ουσιαστικός αναχρονισμός, που αφορά την ανασκαφή στην αρχαία Ελεύθερνα (νεκρόπολη πρωτομινωκών και αρχαϊκών χρόνων, η οποία βρίσκεται στο Ρέθυμνο, στους βόρειους πρόποδες του Ψηλορείτη).Στην πραγματικότητα, πρόκειται για πολύ μεταγενέστερη ανασκαφική εργασία.

Η συγγραφέας είναι πολυγραφότατη (θα αναφερθώ σύντομα και στα ωραία ποιήματά της, που μου ζέσταναν απίστευτα την καρδιά) και δραστηριοποιείται λογοτεχνικά και κοινωνικά στο Ηράκλειο της Κρήτης και το αναφέρω επαινώντας την γι αυτό, όπως επαινώ κι όλους εκείνους τους υπέροχους, καλλιεργημένους ανθρώπους που προσπαθούν να εκφραστούν καλλιτεχνικά εκτός Αθήνας. Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που προσφέρει και είναι πολύ εγωιστικό να τον ξεχνάμε.


Αγαπητή Ρένα, πρέπει να σ΄ ευχαριστήσω*** που μου πρόσφερες τον λογοτεχνικό σου μόχθο και σου χρωστώ μία όμορφη ημέρα στο ταπεινό μου σπιτάκι της Σαλαμίνας το κρυμμένο στα δέντρα και την γαλήνη της εξοχής, μέρα που κύλησε για μένα ήσυχα, ειρηνικά κι εκτός των άλλων και με ωραίο ταξίδεμα μέσα από το δικό σου βιβλίο σε άλλα που έχουν προηγηθεί και για τα οποία επίσης δεν ένιωσα ότι σπατάλησα τον χρόνο μου, βιβλία που άφησαν στην μνήμη έντονα τα χνάρια τους, νιώθοντας- και εκείνη την μέρα- τυχερή για τον τόπο στον οποίο ζω και ξεχνώντας για λίγο, αλλά όχι θάβοντας την οργή, το πώς οι εκάστοτε ταγοί της πολιτικής και του χρήματος θυσιάζουν κι αυτόν και μας και τους λαούς του κόσμου ρίχνοντάς μας σε πολέμους οικονομικούς και κυριολεκτικούς σαν τους τόσους που μαίνονται και αυτή την στιγμή στον πλανήτη μας...

*Από τις εκδόσεις Λιβάνη είχε κυκλοφορήσει και το αριστουργηματικό μυθιστόρημα "Το Άλικο και το Λευκό" του Michel Faber,ένα από τα πιο αγαπημένα μου αναγνώσματα τα τελευταία χρόνια(αν όχι το πιο αγαπημένο) που έχει εξαντληθεί πια και κάποιος πρέπει να φροντίσει να επανεκδοθεί

**Χαίρομαι όταν γράφεται καλή λογοτεχνία που είναι εύκολο να διαβαστεί από τον πολύ κόσμο. Τι ζόρι τραβάνε ορισμένοι με το ευρύ αναγνωστικό κοινό και από την μια το κολακεύουν (πελάτης γαρ) και από την άλλη το βρίζουν αδυνατώ να καταλάβω.
***Δεν γνώριζα προσωπικά την συγγραφέα όταν τα έγραφα αυτά -και δεν έχω αλλάξει ούτε λέξη, πιστέψτε με-αλλά τα ίχνη της στην αφήγηση και την τηλεφωνική επαφή που είχαμε κάποια στιγμή με δική της πρωτοβουλία και την ευχαριστώ γι αυτό μου άφησαν έντονη την αίσθηση ότι διάβασα το βιβλίο μιας ευγενικής και ταλαντούχας γυναίκας, που δεν θα την ενοχλούσε οικειότητα διαδικτυακή εκφρασμένη στον ενικό. Γνωριστήκαμε στην συνέχεια περισσότερο ,πάντα τηλεφωνικώς ,είπαμε πολλά και διάφορα ενδιαφέροντα και νιώθω ότι απέκτησα μια νέα φίλη με την οποία μας ενώνουν πολλά κοινά.


Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014


Ποιήματα έρμαια

Μια μαξιλαροθήκη γέμισα σκόρπια ποιήματα,
ποιήματα που δεν έχουν πού να πάνε.
Στα κοιμητήρια της θάλασσας θ’ αναπαυτούν,
έρμαια ανυπότακτα στο πηγαινέλα των κυμάτων.



  Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή της Ρένας  Πετροπούλου Κουντούρη ''Μέλισσα ψυχή μου'' 

Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

‘’Κανείς δεν θέλει να πεθάνει’’

Της Κατερίνας Μαλακατέ

Εκδόσεις ’’Ο Κήπος με τις Λέξεις"

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

 Θα μπορούσαμε άραγε λίγο πριν το θάνατό μας, μ’ ένα μαγικό τρόπο-εν προκειμένω μέσω ενός μενταγιόν με μυστηριακές ιδιότητες που έρχεται από τα βάθη των αιώνων -να αλλάξουμε σώμα; Να πάρουμε παράταση ζωής; Εμείς, ο καθένας μας, ένας αέναος ρους ενέργειας –κατά τον Ηράκλειτο- θα μπορούσαμε άραγε να μεταμορφωθούμε και να κατοικήσουμε σ’ ένα πολύ νεώτερο σαρκίο, σ’ ένα νέο, ζουμερό κορμί με προοπτικές ικανής επιβίωσης, αντί να’ ρθούμε αντιμέτωποι με τον τρόμο του θανάτου, την οριστική φυγή από τα γήινα, την προδιαγεγραμμένη πορεία προς το άγνωστο…Να ξαναγυρίσουμε στη μαύρη μήτρα του τίποτα,  όπως πριν από τη γέννησή μας;(Κατά τον Επίκουρο, τον Νίτσε και τον Καζαντζάκη).

Η ευφυέστατη αυτή ιδέα και σύλληψη παίρνει σάρκα και οστά μέσα από την σφιχτοδεμένη νουβέλα της φαρμακοποιού, αγαπημένης Blogger και βραβευμένης συγγραφέα της νέας γενιάς Κατερίνας Μαλακατέ ‘’Κανείς δεν θέλει να πεθάνει’’ που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις ’’Ο Κήπος με τις Λέξεις".
Το βιβλίο θέτει προαιώνια ερωτήματα, ανατρέπει κεκτημένα, φλερτάροντας με την αθανασία, την φθαρτότητα, μέσα από ένα πυκνό κείμενο παραληρηματικής δράσης με εναλλασσόμενα πλάνα που διαρκώς εξελίσσεται.

Πατώντας πάνω σε μύθο και πραγματικότητα, η χαρισματική δημιουργός  σκιαγραφεί με σιγουριά και ευφυΐα τη μια σκηνή πίσω από την άλλη διατρέχοντας πότε μια τελματωμένη, γκρίζα μεγαλούπολη ευνουχισμένη από την κρίση (εν προκειμένω την Αθήνα), άλλοτε διακτινίζεται στη Μαύρη Ήπειρο και την Γηραιά Αλβιόνα, παραδίδοντάς μας ένα έργο πολύπλευρο με κεντρικό θέμα την υπαρξιακή αγωνία, με αλλεπάλληλες προεκτάσεις σε μόλις εκατόν τριάντα πέντε σελίδες.

Διαβάζουμε την περίληψη του έργου στο οπισθόφυλλο:
Μια ογδοντάχρονη Αγγλίδα, σε κώμα θα αλλάξει μια νύχτα κορμί με την τριαντάχρονη Ουκρανή που την προσέχει. Μεθυσμένη από την ξαφνική παράταση της ζωής, θα παραστρατήσει στα σοκάκια των Αθηνών, θα νιώσει κυνηγημένη, μόνη, θα φτάσει ως το τελευταίο σκαλί της εξαθλίωσης. Παράλληλα ένας μαύρος άντρας που δουλεύει στα φανάρια θα δει την πράσινη λάμψη που σκίζει τον ουρανό και θα ενεργοποιηθεί. Κι η δεκαοκτάχρονη εγγονή της Αγγλίδας με το κορμί που τόσο μοιάζει στη γιαγιά της θα φτάσει ως την τρέλα. Τι τους ενώνει; Ένα πράσινο αφρικανικό μενταγιόν, ένας Ινδός θεός εγκατεστημένος σε μια μονοκατοικία κάπου στις παρυφές της Αττικής και η πεποίθηση πως κανείς δεν θέλει να πεθάνει. 
Μια νουβέλα που πραγματεύεται τη ζωή και το θάνατο, την ύπαρξη του θεού ή και την ανυπαρξία, το τι θα έκανες την αθανασία αν στην χάριζαν έτσι ξαφνικά. Θέτει ένα σωρό ερωτήματα και φυσικά δεν απαντάει σε κανένα.

Η Κατερίνα Μαλακατέ χτίζει σταθερά το οικοδόμημα της αφήγησης,  κρατώντας γερές ισορροπίες ανάμεσα στη σοφία και την αθωότητα, στη γνώση και την αφέλεια, στην υποστήριξη αλλά και παράλληλα την απομυθοποίηση των κοινωνικών αξιών, με κυρίαρχο το πρόταγμα της αναζήτησης της αθανασίας, της παράτασης της ομορφιάς, της ατομικότητας έστω και μέσα σε ξένο, μετενσαρκωμένο σώμα, αλλά και της ισότητας ανάμεσα από την ιστορία του Αδάμ και της Λίλιθ, της πρώτης γυναίκας ίσης με τον άντρα, αυτής που υποστήριξε την ελεύθερη βούληση και πλήρωσε με το μεγαλύτερο κόστος, συμπαρασύροντας άθελά της-με τα αλλεπάλληλα τεκταινόμενα στη συνέχεια- το ανθρώπινο γένος σε διαρκή αγωνία θανάτου.
 Η πένα της διαπλέκει μυθοπλαστικούς χαρακτήρες, με την  αληθοφάνεια του σήμερα, με φόντο ρεαλιστικό απ' όπου ξεπηδάει ανεπαίσθητα το παράξενο, δημιουργώντας ένα ιδιοφυές μεταμοντέρνο μείγμα , χαρακτηριστικό της πολυπολιτισμικότητας της εποχής μας.
Οι ήρωες που κινούνται και αναπνέουν δίπλα μας, ταυτοποιούνται στα πρόσωπα πέντε γυναικών: Της ογδοντάχρονης ετοιμοθάνατης Αγγλίδας της Ελίζας που αρνείται να πεθάνει και βρίσκει έναν έξοχο τρόπο διαφυγής μέσα στο σώμα της Τάνια , της τριαντάχρονης Ουκρανής αποκλειστικής της νοσοκόμας, η οποία μπαίνει στον πειρασμό να κλέψει ένα πράσινο σμαραγδένιο μενταγιόν,- προφανώς αμύθητης αξίας- που κρέμεται από το λαιμό της γηραιάς ασθενούς που προσέχει. Το μενταγιόν αυτό έρχεται από τα βάθη του χρόνου και είναι το κέντρο γύρω από το οποίο άγεται και φέρεται η πλοκή, αφού μέσω αυτού γίνονται οι μετενσαρκώσεις της ίδιας ψυχής σε διαφορετικά σώματα.
Τα άλλα πρόσωπα του μύθου είναι η δεκαοχτάχρονη εγγονή η Λένα- και ακριβές αντίγραφό της Ελίζας στα νιάτα της-, η πενηντάχρονη άχρωμη και άοσμη Ρούλα , μητέρα της Λένας και η σαραντάχρονη πόρνη Άννα, που θα αποτελέσει την τελευταία και μοιραία μετενσάρκωση.

Οι ανδρικοί χαρακτήρες είναι :ο Αφρικανός Γουικιτάκα, που καθαρίζει τζάμια αυτοκινήτων, για τον δουλέμπορα Κώστα, όμως ο ίδιος δεν είναι αυτό που φαίνεται(είναι πρίγκιπας  της φυλής του, με βαριά κληρονομιά και αναζητά το κλεμμένο μενταγιόν), ο μυστηριώδης Ινδός Γκόπαλ, ένας σκληρός θεός που αλλάζει πρόσωπα και εμφανίζεται απρόσμενα κεντρίζοντας το μεταφυσικό ενδιαφέρον, ο Γερμανός Πέτερ, εραστής της Ελίζας στα χρόνια της ατίθασης νεότητάς της (πρόσωπο που ανακαλείται μέσα από φλας μπακ), ο Γιώργος γιός του Πέτερ και πρώτος εραστής της νεαρής Λένας, και τέλος ο  αγαθός, καλόψυχος Νίκος, γιός της ηλικιωμένης Ελίζας και πατέρας της Λένας, που προσπαθεί ολοένα να αμβλύνει τα κακώς κείμενα που συνεχώς προκύπτουν μέσα στην οικογένεια. Όλοι τους μπορεί κάλλιστα να είναι άτομα που συναντάμε στην καθημερινότητά μας, στο μεγάλο αχανές στόμα των μεγαλουπόλεων, που όλα τα αλέθει.
Άνθρωποι με ή χωρίς παρελθόν, είναι αναγκασμένοι να προσαρμοστούν, να δοκιμάσουν τις αντοχές τους, να καταλάβουν γιατί βρίσκονται εκεί και να ανακαλύψουν ή να επινοήσουν το νόημα της καινούριας ζωής τους. Το παρελθόν στοιχειώνει το παρόν και η απόπειρα χαρτογράφησης του σκοτεινού κόσμου του μύθου, εισβάλλει και επηρεάζει την πραγματικότητα. Ανάμεσα στα πάμπολλα ερωτήματα που εγείρει η παρούσα νουβέλα είναι η  στυγερή ανθρώπινη εκμετάλλευση, η ηθική συγκρότηση και το χτίσιμο της ατομικής ταυτότητας, τα ήθη και οι καταπιεσμένες επιθυμίες. Το θέμα της ηθικής, της ελευθερίας και δη του σεξ - κυρίαρχο και αναπόσπαστο μέρος της πλοκής-παραμένει  ανοιχτό σε πολλαπλές και αντικρουόμενες ερμηνείες.
Το ‘’Κανείς δεν θέλει να πεθάνει’’ διαθέτει πυκνότητα, απόρροια της ενασχόλησης της συγγραφέως με το διήγημα, ενώ η γραφή της χαρακτηρίζεται από την παντελή απουσία γλαφυρότητας και λυρισμού , είναι σταθερή, στακάτη, με την ελευθερία του  λόγου των νέων δημιουργών-οι επιρροές από τους Κάφκα, Πωλ Όστερ, Ντε Λίλο είναι εμφανείς, αλλά και από Λατινοαμερικάνους συγγραφείς π.χ. τον Κάρλος Φουέντες και την Ιζαμπέλ Αλλιέντε-ιδιαίτερα οι αναπαραστάσεις του τρόπου ζωής και των μυστηριακών τελετών των ιθαγενών φέρνουν στο νου εικόνες από την ‘’Πόλη των θηρίων’’-, η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, καταιγιστική και δεν εξαντλείται σε μια ανάγνωση.
Οι διάλογοι μπαίνουν μόνο όπου χρειάζονται, λειτουργεί περισσότερο η εσωτερική αφήγηση-αναδίφηση, υπάρχει δράση παράλληλα με αναστοχασμό, οι εικόνες είναι πότε μαγικές και με έντονο στο στοιχείο του ονειρικού σε οτιδήποτε ανάγεται πίσω στο παρελθόν, με σαφή στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, αλλά κυρίως σκληρές και αδυσώπητες, ιδιαίτερα όταν η Κατερίνα Μαλακατέ περιγράφει  με κοφτές, αλλεπάλληλες πινελιές το συμπαγές περίγραμμα της ζωής των ηρώων της( Τράφικινγκ, εμπόριο λευκής σαρκός, φυλακές, ζωώδη ένστικτα, μετανάστες- γκρίζα περιστέρια των φαναριών-, διαφθορά του συστήματος, αναλγησία αστυνομίας αλλά και από την άλλη διαπροσωπικές σχέσεις σε τέλμα, ανάγκη για τρυφερότητα και αποδοχή, κοινωνικό στάτους σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Γλωσσική ενάργεια, ύφος λεπτοδουλεμένο στην υπηρεσία ενός καυτού θέματος που άπτεται κοινωνικών, ψυχαναλυτικών και φιλοσοφικών ζητημάτων, ενταγμένων με μαστοριά στην πλοκή.
Ο τίτλος λειτουργεί ως σηματοδότης και ως αποτέλεσμα που είναι τελικά η επιτομή της ιστορίας . Η κάθαρση έρχεται τέλος με αιφνίδια ανατροπή, όπως ταιριάζει στους ψαγμένους δημιουργούς, σφραγίζοντας ένα αφάνταστα επίκαιρο έργο και μια από τις πιο ευφάνταστες και καλοδουλεμένες ιστορίες της σύγχρονης Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.
Εύχομαι από καρδιάς, καλή συνέχεια σε μια πολλά υποσχόμενη πένα…


Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Παρουσιάζεται και στο Ηράκλειο το νέο ιστορικό μυθιστόρημα της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη
                  ''Η Μάχρια της Λήθης'''

Σε ένα από τα πιο αγαπημένα βιβλία της φετινής χρονιάς εξελίσσεται το νέο ιστορικό μυθιστόρημα και δέκατο πέμπτο βιβλίο της Ηρακλειώτισσας ποιήτριας και συγγραφέως Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη, ‘’Η Μάχρια της Λήθης ‘’που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λιβάνη κι αμέσως αγκαλιάστηκε από το κοινό σε ολόκληρη την Ελλάδα.
’Η Μάχρια της Λήθης’’ είναι ένα καινοτόμο μυθιστόρημα, πολυφωνικό, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση με ιδιαίτερο ύφος και στυλ. Ένα έξυπνα γραμμένο μυθιστόρημα, το οποίο άνετα κατατάσσεται στα ιστορικά καθώς το περιβάλλον στο οποίο κινούνται τα πρόσωπα είναι ιστορικά τεκμηριωμένο, και είναι φανερό όχι έχει καταναλωθεί χρόνος αρκετός για μελέτη προ συγγραφής. Πολυπρόσωπο, με εναλλαγές πολλών τόπων, εκδηλώσεων, εθίμων και παραδόσεων, κλειστών κοινωνιών με προκαταλήψεις, και με κοινό άξονα όλων την ιστορία που δένει τους πρωταγωνιστές, το έργο κινείται το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στο Λασίθι στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη, στις πολυπολιτισμικές Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη, στο Αγιασολούκ -πόλη κοντά στο Κουσάντασι-, στη Μασσαλία και στις γειτονιές του Παρισιού του Τουλούζ Λωτρέκ. Σε όλα αυτά τα μέρη η συγγραφέας αποδίδει με μεστό, ζωντανό και δυναμικό τρόπο τις πολλαπλές μεταβάσεις των προσώπων, τα οποία, επεξεργάζεται με κάθε λεπτομέρεια. Τα αναλύει, τους ασκεί κριτική, τα αξιολογεί παρουσιάζοντάς τα με έξυπνο τρόπο, μέσω των ίδιων των εαυτών τους. Το κείμενο προέρχεται φανερά από μια αστείρευτη πέννα που ιντριγκάρει τον αναγνώστη και δεν τον αφήνει να ξεκολλήσει από την μελέτη του, ’’γράφει στην βιβλιοκριτική της η Ιστορικός και συγγραφέας Ευρυδίκη Λειβαδά.
 Το βιβλίο έχει ήδη παρουσιαστεί με επιτυχία στη Σητεία, τα Μάλια και την Αθήνα , ενώ έχει αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές. Ακολουθούν παρουσιάσεις σε Ρέθυμνο, Χανιά, Άγιο Νικόλαο και Θεσσαλονίκη. Στο Ηράκλειο παρουσιάζεται την Πέμπτη 20 Νοεμβρίου, στις 7.30 μμ στο Επιμελητήριο Ηρακλείου.

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Το 1ο ΕΠΑ.Λ. Ηρακλείου, το Βιβλιοπωλείο ’’Φωτόδεντρο’’ και ο Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη
έχουν την ευχαρίστηση να σας προσκαλέσουν στην παρουσίαση
του νέου βιβλίου της ποιήτριας και συγγραφέως Ρένας Πετροπούλου-Κουντούρη με τίτλο

Η ΜΑΧΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ


                την Πέμπτη 20 Νοεμβρίου 2014, στις 19:30 στο Επιμελητήριο Ηρακλείου,
Κορωναίου 9
(αίθουσα Καστελλάκη)

Για το βιβλίο θα μιλήσουν

Ελπινίκη Νικολουδάκη- Σουρή, Καθηγήτρια Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Κρήτης

                  Δημήτρης Περοδασκαλάκης, Φιλόλογος, ποιητής

Αποσπάσματα  θα διαβάσουν

Ελένη Μωυσιάδου Δοξαστάκη , Φιλόλογος, ποιήτρια
                         Μαρία Φραγκιαδάκη, Φιλόλογος
                                                  
                             και ο Λευτέρης Διγενάκης


             Στο πιάνο η Πιανίστα και Καθηγήτρια Μουσικής, Λίλυ Δάκα
                            Ερμηνεύει η Ουρανία Φθενάκη

                    Λύρα, τραγούδι: Ναπολέων Τσακαλάκης

           Συντονίζει ο Ζαχαρίας Κατσακός, D.E.A  Νεοελληνικής Φιλολογίας - Κριτικός                                                                                                  Λογοτεχνίας


Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Ναταλία Ταμιωλάκη

‘’Τα πρώτα και τα έσχατα’’

Εκδόσεις ’’Οσελότος’’

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη


Η Ναταλία Ταμιωλάκη  στην δεύτερη ποιητική της συλλογή  ‘’Τα πρώτα και τα έσχατα’’ που εξεδόθη πρόσφατα από τις εκδόσεις ’’Οσελότος’’ μας κάνει κοινωνούς στην επαφή της με το θείο μέσω της προσευχής, της απόλυτης πνευματικής επικοινωνίας με το ανώτερο ον, σε μια εκ βαθέων συνομιλία του εσώτερου εαυτού της που δονείται παράγοντας ποιητικό λόγο. Λόγος βαθύς, παρακλητικός , ενίοτε επικριτικός που αποκρυπτογραφείται μέσω της προσεκτικότερης ερμηνείας ορισμένων στοιχείων.

Τα βράδια η ανάσα μου τραντάζει σα σεισμός τις ρίζες/
Φυσάει τα κλαδιά, μέχρι που να τα ρίξει όλα χάμω/
Μέχρι να τα καρφώσει δυνατά
Στο μάρμαρο της νύχτας και του ύπνου/

Το ποιητικό σώμα χωρίζεται σε δυο μέρη (Απολογισμός –πέντε ποιήματα -και Δέκα Προσευχές). Η επιλογή των ποιημάτων απευθύνεται σε αναγνώστες που αγαπούν την χαμηλόφωνη ποίηση , πρόκειται για μια φιλοσοφική θέαση περί συνείδησης και ψυχής, όπου ανήκουν τα άρρητα και τα άδηλα τούτου του κόσμου

‘’Στυφή η γεύση της επιθυμίας στο σκοτάδι/
και με σκληρά φωνήεντα ψελλίζονται οι ευχές μας’’

Με διαγραμμένη σαφήνεια η ποιήτρια κραυγάζει προσευχές ιερουργώντας με τις λέξεις, μετατρέποντάς τις  σε ζωογόνο δύναμη.

,’’Κύριε ουκ απέστης πάντα ποιών/. Για να βαδίσουμε χρόνια στα χιόνια/, Εσύ νικητής κι εγώ νικημένος’’/

Με μιαν αφή, που ξεπερνά τις άκρες των δαχτύλων και προχωρά, ψηλαφητά/

Ευφυής ο τρόπος που παίρνει σχήμα και χρώμα το μυστήριο του χρόνου και το αίνιγμα του θανάτου, τα εύθραυστα όρια αθωότητας και ενοχής

Δεν είμαι πέτρα να χτυπήσεις και να τρέξει φως
Ή
Εσύ το διάνυσμα/κι εγώ δρομέας που κινάει/
Και ποτέ δε φτάνει/

Δεν ψάχνω για άλλη Ιερουσαλήμ./ Οι ύμνοι μου αινούν αυτήν εδώ/

Η Ναταλία Ταμιωλάκη καταφεύγει στην ποίηση , μεταπλάθοντας τα βιώματά της σε λέξεις, με την αδυσώπητη αλήθεια του δοκιμασμένου, παραδίδοντας διδάγματα καθημερινού στοχασμού ,με το «Εσύ», είτε ως alter ego της δημιουργού, είτε ορίζοντας τον Θεό ως συγκεκριμένο αποδέκτη. Διαλεκτική με το θείο αποτελούν, τρόπον τινά , οι δέκα προσευχές της, με τις οποίες η ποιήτρια συνδιαλέγεται και αναδιφά τον τετελεσμένο και τον μέλλοντα χρόνο, τον αόρατο πόλεμο εντός κι εκτός μας, την επώδυνη ερωτική ματαίωση.
Διακρίνονται επιρροές από τον Σικελιανό’’ όλη μας η ζωή σπουδή θανάτου θα πρέπει να είναι για να μπορέσουμε, τελικά, να τη ζήσουμε να τη χαρούμε’’

’’Κύριε, πεθαίνουμε μπροστά σου/με την ελπίδα πως θ’ ανθίσουν άγρια τριαντάφυλλα στον ίσκιο μας/

Αλλά και από τον μεγάλο Αλεξανδρινό

’’Που ξέρεις; Ίσως στο τέλος της διαδρομής, να έχουμε διδαχθεί/εσύ την άγνοια/ και εμείς μια κάποια βεβαιότητα/ Απολογισμός σελ 9

Ο αναγνώστης δέχεται περίτεχνη επίθεση συναισθημάτων φόβου, απόγνωσης, μελαγχολίας, απώλειας, οδύνης, θραύσματα από ανεκπλήρωτα ερωτικά συναισθήματα, που όμως δεν αποπνέουν ούτε στο ελάχιστο δυστυχία ή παραίτηση, μόνο λιτή εκφραστικότητα κι ευαισθησία μετατρέποντας το κύμα της θλίψης σε ισχυρή ποιητική φωνή .

 ’’στις άκρες του αχνού, λιγνού φωτός σου/’’
                                      ή
‘’Μόνο μαζί-πόση φωνή να στύψει το σκοτάδι;’’/Φυλακή σελ.10

 ‘’Μην έλθεις φέρνοντας ξεφλουδισμένες αγκαλιές’’

‘’Πες μου ένα λόγο για να περιμένω /στην αγκύλη της υπομονής’’

Το ποιητικό σύμπαν της συλλογής είναι φτιαγμένο από ήλιο, σκοτάδι, σκιές, χιόνι, πέτρες , ψάρια, θάλασσες, παραμύθια, άνθη, δέντρα, πουλιά. Στην αυτόδηλη ομορφιά τους, η δημιουργός  βλέπει την κίνηση της ανύψωσης ή της καταβύθισης. Αβίαστα μετατρέπεται σε υποδοχέα αντιθέσεων.

Να καταγγείλω όλες τις νομοτέλειες/τις εξισώσεις της μοίρας, τη διαλεκτική της φθοράς/Μια άλλη ύλη αξίζει της ζωής του κάθε ανθρώπου/.

Θα’ ναι η πνοή μου./
Που θ’ ανεβαίνει κατά Σένα/,
Ενώ εγώ θα λιώνω πίσω ολάκερη/
Μέσα σε ξένο θυμιατό/


Πάθος και ικεσία μέσα σε δέκα προσευχές και πέντε απολογισμούς , λόγος ακμαίος που πηγάζει από τους χάρτες της ψυχής. Χάρτες, οι οποίοι φαίνεται να μην είναι αδιέξοδοι. Πάντα υπάρχει ένας δρόμος , μια ελπίδα. Χάρτες με διακριτές συντεταγμένες, όπου σε βρίσκει η ποίηση…




Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Το Βιβλιοπωλείο-café Booktalks και ο Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη
έχουν την ευχαρίστηση να σας προσκαλέσουν στην παρουσίαση
του νέου βιβλίου της συγγραφέα Ρένας Πετροπούλου-Κουντούρη με τίτλο

Η ΜΑΧΡΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ


την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014, στις 19:30,
στο χώρο του βιβλιοπωλείου
(Αρτέμιδος 47 & Αγ. Αλεξάνδρου 58, Π. Φάληρο).

Για το βιβλίο θα συνομιλήσουν η Βιβή Γεωργαντοπούλου,
συντονίστρια της Λέσχης Ανάγνωσης Degas,
και η συγγραφέας.
Αποσπάσματα  θα διαβάσει
ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Παναγιώτης Βασιλείου.

Πληροφορίες: Βιβλιοπωλείο Booktalks, τηλ.: 210 9802520.