Σάββατο 23 Μαρτίου 2013


ΓΥΝΑΙΚΑ

Γυναίκα
Που τον ουρανό γητεύεις
Με το διονυσιακό χορό σου

Άκου
Το μακρινό τραγούδι των κεραυνών
Κι αποκρίσου

Αποκρίσου
Με τα πλοκάμια των χεριών σου

Με κραυγές σπαραχτικές
Απαύγασμα πόνου

Αποκρίσου
Μ’ ένα παραλήρημα έκστασης
Ακατανόητο θρόισμα

Τα λόγια σου πέφτουν πάνω στα φύλλα
Τα φύλλα πέφτουν απ’ αυτά σου τα λόγια

Σκόνη και θάνατος ξάφνου σκορπίζονται
Πάνω στο λιπόθυμο σώμα σου

Άκου τον σφυγμό μου
Πως ανασαίνει μέσ’ τις φλέβες σου

Όταν
Σου μεταγγίζω φως με το φιλί μου

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή''Απατηλά θαύματα''2011-2013

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Με την ευκαιρία της Παγκόσμιας ημέρας ποίησης

Όπως η σάρκα

Η ποίηση πρέπει να λειτουργεί
Όπως η σάρκα

Ν’ αναπνέει εκστατική
Βυθισμένη σε μεγαλοπρεπή λήθαργο
Απ’ τις ηδονικές ανάσες του αγαθού
Που λέγεται ζωή

Να πάλλεται ερωτευμένη
Μέσα στη δακρυόεσσα μοναξιά
Της καθαρτήριας φαντασίας

Να δίνεται λαγγεμένα
Τραγικά γυμνή
Τόσο υπέροχα αφημένη
Στα χέρια της έμπνευσης

Μια βουτιά του μυαλού είναι αρκετή
για ν’ ανασύρει πετράδια

Να κυοφορεί το νέο
Που άξενο έρχεται

Να γεννά τέλος
’’Καθοδηγούμενα όνειρα’’
Ωραία, υποσχόμενα ποιήματα

Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

Από την ποιητική συλλογή''Τα νεαρά ποιήματα''2013 εκδόσεις Γαβριηλίδη

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013


Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη*

Δημήτρης Μαμαλούκας ’’Κράτα μου το χέρι’’ Εκδόσεις Ψυχογιός’’

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας είναι ένας πολλά υποσχόμενος συγγραφέας της νέας γενιάς. Παρόλο που είναι γεννημένος το 1968, μας έχει δώσει ως τώρα επτά μυθιστορήματα, μεταξύ των οποίων ’’Η απαγωγή του εκδότη’’ και ‘’Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα’’ που προκάλεσε αίσθηση όταν πρωτοκυκλοφόρησε και ήταν υποψήφιο για το βραβείο αναγνωστών ΕΡΤ-ΕΚΕΒΙ το 2007.
Έχει ασχοληθεί επίσης με το διήγημα και το παιδικό βιβλίο
( Βιβλία του παιδικής λογοτεχνίας κυκλοφορούν ήδη από τις εκδόσεις ‘’Ψυχογιός’’).

Το νέο του βιβλίο με τον παρήγορο τίτλο ‘’Κράτα μου το χέρι’’ ‘’εκδόσεις Ψυχογιός’’ , είναι ένα σύγχρονο αλληγορικό μυθιστόρημα ‘’πόλης’’ με σαφέστατα στοιχεία νουάρ, δυνατή σκοτεινή ατμόσφαιρα και έντονες αναφορές στο ονειρικό-μεταφυσικό μοτίβο που διαποτίζει όλο το έργο. Ο Δ. Μαμαλούκας μεταφέρει τον αναγνώστη με μαεστρία στη σύγχρονη οδυνηρή αλήθεια των μεγαλουπόλεων όπου κυριαρχεί η βία, η μοναξιά, η αποξένωση και ο φόβος, καταφέρνοντας να μας δώσει ένα σφιχτοδεμένο κείμενο που διαβάζεται απνευστί.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε: Ένας άνθρωπος φτάνει μια νύχτα σε μια άγνωστη πόλη. Έχει αφήσει πίσω την προηγούμενη ζωή του θέλοντας να ξεφύγει από την κατάρα που τον συνοδεύει. Τώρα έχει μοναδικό σκοπό του τη συγγραφή του βιβλίου του.
Τα λεφτά που διαθέτει του επιτρέπουν να νοικιάσει μόνο ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα στο πίσω μέρος μιας ψηλής πολυκατοικίας στην πρόσοψη της οποίας υπάρχει ένα μεγάλο σινεμά. Ο εκκωφαντικός θόρυβος από τα ηχεία του σινεμά όμως τον υποχρεώνει να περνάει τις ώρες των προβολών έξω από το σπίτι του.
Εκείνες τις απογευματινές, και κυρίως τις βραδινές, ώρες θα περιπλανηθεί στην πόλη, απόλυτα προσηλωμένος στο σκοπό του, ώσπου η μοίρα θα στείλει στο δρόμο του μια πολύ νεαρή κοπέλα που ζει στη σκιά κάποιων σκοτεινών και απεχθών ανθρώπων. Η συνάντηση αυτή θα είναι η καταστροφή ή η σωτηρία του…
Ένα αλληγορικό και συμβολικό μυθιστόρημα, ένα μοντέρνο παραμύθι για την ύπαρξη, τη μοναξιά, το τέλος και την αιώνια μάχη του Καλού και του Κακού.

Το μυθιστόρημα είναι καλογραμμένο με χαρακτήρες ξεκάθαρα σχεδιασμένους, οι οποίοι δεν φέρουν ονόματα παρά μόνο ιδιότητες-π.χ
η κοπέλα, ο θυρωρός , ο μπαρίστας, ο εκμεταλλευτής, οι γύφτισσες-στοιχεία που παραπέμπουν στη ‘’Δίκη’’ του Κάφκα-δίνοντας έμφαση στο μυστήριο που αναδύεται από παντού,
(ακόμα και το ίδιο το κτίριο, όπου στα σπλάχνα του ο συγγραφέας κατοικεί, παραπέμπει σε μυθικό τέρας), ενώ ο εσωτερικός κόσμος των ηρώων που κατασπαράσσονται από τις μέσα πληγές τους, τυλίγεται στη σκιά, στο ανοίκειο, το θυμωμένο, την ενοχή και την απόγνωση αφήνοντας που και που μια μικρή λάμψη, δημιουργώντας με ακρίβεια ένα ψυχολογικό δράμα με εσωτερικές συγκρούσεις, υπόκωφες εντάσεις και απρόβλεπτες κορυφώσεις.

Οι καθημερινές τελετουργικές επαναλήψεις του ήρωα ( η προετοιμασία του πρωινού, η ενασχόληση με την συγγραφή του μυθιστορήματος, η επίσκεψη στην ταβέρνα και το μπαρ, οι μεγάλες βόλτες του σε άγνωστα σημεία της μεγαλούπολης ακόμα και η ανυπόφορη κλειστοφοβική ατμόσφαιρα του λιλιπούτειου διαμερίσματος του), λειτουργούν ως αυξομειούμενες διαστάσεις του αφηγηματικού καμβά, προσδίδοντας στο κεντρικό πρόσωπο του μύθου αφ’ ενός την ασφάλεια της συνήθειας, όπου τίποτα δεν κινείται και δεν εξελίσσεται και αφετέρου την απόλυτη ανατροπή αυτού του δέσμιου τρόπου ζωής με την ανεξέλεγκτη κρίση λυσσαλέου θυμού της συναισθηματικά ευάλωτης και εξαρτημένης από ουσίες έφηβης κοπέλας -που φιλοξενεί για μερικές μέρες σπίτι του- που τινάζει το μέχρι πρότινος ασφαλές Σύμπαν του νεαρού συγγραφέα, σε μυριάδες κομμάτια.

Ο Δημήτρης Μαμαλούκας προικίζει διακριτικά το κείμενό του με την ελεγχόμενη ένταση και τις ταχύτητες που απαιτούνται προκειμένου να αναδειχθούν οι νοσηροί , αλλά και οι τρυφεροί του τόνοι. Το στυλ του είναι κομψό και απλό
και διαθέτει αυτή την καθαρότητα της λιτής , στέρεας γραφής που δεν κουράζει τον αναγνώστη, μιας γραφής που στοχεύει κυριολεκτικά στην ουσία των πραγμάτων.

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013


Περπατώ δίπλα σου

Περπατώ δίπλα σου

Στο χέρι μου
Το σταθερό, γνώριμο σφίξιμο
Της παλάμης σου

Στα λόγια σου
Η ίδια
Κατηγορηματική βεβαιότητα

Τα βήματά σου ακολουθούν
Μια θαυμαστή κλίμακα ρυθμού

Σκέφτομαι πώς απλά
Ανήκει ο ένας στον άλλο

Επειδή
Ρουφάμε τον ίδιο αέρα
Μοιραζόμαστε την ίδια νύχτα
Το ίδιο τραπέζι
Το ίδιο στρώμα

Δεν υπάρχουν ανάμεσά μας
Άγνωστες λέξεις
Άχρηστες λέξεις

Κάθε σου χαμόγελο
Είναι φιλί


Από την ανέκδοτη ποιητ. συλλογή ''Τα απατηλά θαύματα''

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013



Εμπνευσμένο από την ποιητική συλλογή του Αντώνη Περαντωνάκη
’’Το Προζύμι’’(Οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, Σεπτέμβριος Οκτώβριος 2011)

Στον Αντώνη


Χαίρομαι φίλε που απόψε σε κρατώ στα χέρια μου
Μέσα μου μπήκες και φυλλομετράς σελίδες

Είν’ η ψυχή σου το προζύμι μες τη σκάφη
Οι λέξεις σου αλεύρι διαλεχτό ψιλοκοσκινισμένο
Στάζεις μονάχα λίγη θάλασσα απ’ τα μάτια σου
Κι ανακατεύεις να ‘’πιαστεί’’ η ζύμη

Ύστερα νύχτα έρχεσαι
Για να σκεπάσεις μ’ όνειρα τη σκάφη
Ν’ ανέβει το προζύμι να φουσκώσει
Μ’ όλης της τέχνης σου τη θέρμη και το φως

Δυο μπράτσα στιβαρά του νου σου οι νευρώνες
Στη συνέχεια πιάνουν με όρεξη δουλειά

Ακούραστα ζυμώνουν πλάθουν
Τριβίδια και κουλούρια ξομπλιαστά
Ψιμιδευτά μαστόρου

Νύχτες του πόθου μέρες του νόστου
Χρόνια ολόκληρα σ’ αέναη κίνηση
Στοιβάζεις ένα ένα τα γεννήματά σου
Στον ξυλόφουρνο

Μοσχομυρίζει ο τόπος όταν ξεφουρνίζεις
Της ποίησής σου τ’ ακριβό ψωμί


Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη


Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

Φερνάντο Πεσσόα

Η βαθύτατη ενδοσκόπηση μιας μοναχικής συνείδησης


Ταξιδευτής και περιηγητής της εσωτερικότητας, της προσποίησης, της παραδοξότητας και της περιχαράκωσης, ο Fernando Antonio Nogueira De Seabrex Pessoa είναι ποιητής και μύθος ποιητικός. Ισόβια μόνος , παθολογικά ντροπαλός και ταυτόχρονα αλαζόνας, ντυμένος πάντα στα σκούρα, με το αιώνιο μαλακό καπέλο, το παπιγιόν και την γκρίζα καμπαρντίνα του, κοσμοπολίτης ωστόσο και εθνικιστής, μυωπικός και οραματιστής, αιρετικός και διάφανος σαν σκιά, κουβαλάει το σταυρό του χωρίς να καταθέτει τα όπλα, χωρίς να επουλώνει τα τραύματα της μοναχικής του πορείας, ενώ ταυτόχρονα γνωρίζοντας άριστα όλες τις διαστρωματώσεις του ανθρώπινου ψυχισμού, περιγράφει και εμβαθύνει στα καθημερινά αθέατα. Αρχή του: ’’ η αποχή από την πράξη.’’
Στην αποφθεγματικότητα της γραφής του έχει ικανό μερίδιο η φιλοσοφική ενατένιση και η υπαρξιακή αναζήτηση. Ο Φερνάντο Πεσσόα δεν είναι μουσικός ποιητής, ούτε λυρικός, ούτε πλαστικός κατορθώνει να είναι. Κι ωστόσο με τόσο γυμνή φράση, με τόσο ακατάστατη γλώσσα, με περιορισμένο ουσιαστικά κύκλο νοημάτων, χωρίς φαντασία, χωρίς διάχυση ούτε έξαρση, κατορθώνει να κατακτήσει το άγνωστο μέσα μας. Κατορθώνει να μας υποβάλλει και να μας επιβάλλει το νόμο της ποίησής του.

Ο στίχος του απλώνεται, εισχωρεί, διαπερνώντας τα μύχια της ψυχής μας και κατασταλάζει αμετακίνητος στα μυστικά εκείνα βάθη, όπου αγρυπνά ο πιο ευαίσθητος εαυτός μας, δημιουργώντας μια υποβλητική, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα , ένα ‘’προσκύνημα στο μυστήριο και τη γνώση’’. Παρασυρμένοι από την γοητεία του, δεν μπορούμε παρά να του παραδοθούμε ανυπεράσπιστοι.
Όλο του το έργο, από το συγκλονιστικό ‘’Βιβλίο της ανησυχίας ‘’,ένα από τα πιο σημαντικά έργα της λογοτεχνίας, του εικοστού αιώνα, που ο Πεσσόα έγραφε καθόλη την διάρκεια της ενήλικης ζωής του, από το 1913 μέχρι το 1935, ένα έργο με εκπληκτική γλώσσα, μια αναφορά σε «πρωταρχικές» έννοιες/σύμβολα ,ένα συνονθύλευμα σκέψεων, εντυπώσεων, αφηγήσεων και περιγραφών εν είδη ημερολογιακών καταγραφών, που συνθέτουν εντέλει ένα σύγχρονο αντί –μυθιστόρημα, μέχρι το απάνθισμα των στοχασμών, επιγραμματικών αφορισμών και στίχων που παρατίθενται στο βιβλίο ’’Πίσω από τις Μάσκες’’, καθώς και τα προπλάσματα των θεατρικών δραματικών έργων του ,με τίτλο ’’Ταξίδι στην Άβυσσο’’, συνδυάζουν την φιλοσοφική αφήγηση με την ποίηση, όλα τα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα αλλά και τις εμμονές που κατατρύχουν τον ποιητή, χαρίζοντάς μας την ηδονή της γλώσσας και των λέξεων.
‘’Μια άβυσσος πολλαπλή και δίχως πάτο, η αλήθεια που μιλάει κατά λάθος’’ , ή ‘’σας δίνω την σιωπή μου, για να μάθετε πως αυτό που είναι τα πάντα, υπάρχει μέσα στην καρδιά. Σας δίνω την πίκρα μου, για να γίνετε σαν εμένα, που θυσιάστηκα από τη σάρκα του κόσμου και την πολλαπλότητα της γης’’. Η βαθύτατη ενδοσκόπηση μιας μοναχικής συνείδησης, περιπλανώμενης στα βάθη της σκέψης και του ονείρου, σε μια ατέρμονη, σισύφεια προσπάθεια να ανακαλύψει τους μηχανισμούς της. Ο λόγος του Πεσσόα είναι μια παράδοξη μουσική, που δεν κατέχει καμία μουσική αρετή, κι όμως ποθούμε να την ακούμε, νιώθουμε πώς έρχεται από πολύ μακριά κι ακόμα πιο μακριά πηγαίνει.
Η αποφυγή της επίγνωσης του αυθεντικού του εαυτού, παίρνει τη μορφή μιας εσωτερικής πανοπλίας, που τον προφυλάσσει απ’ το ίδιο του το βλέμμα. Από την πανοπλία της απόκρυψης, αυτής που δημιουργεί το ‘’ειδικόν κάλλος’’ της τέχνης του Πεσσόα, μαζί με την σιωπή ή την αποσιώπηση, ο ποιητής προχωρεί πιο πέρα. Υποτάσσεται ολόκληρος στην τέχνη, κάνοντας την Ποίηση κόσμο καταφυγής και σωτηρίας, πεπρωμένο, κάρμα, μοίρα, δημιουργώντας ένα ιδεατό και πραγματικό μαζί κόσμο, με δομή, στέγη και νομοτέλεια αδιάρρηκτη.
Το αρχιτεκτονημένο Σύμπαν του Πεσσόα, που έχει την στερεότητα των ‘’ μεγάλων και υψηλών τειχών’’ του Καβάφη, μες την σιωπηλή του αρμονία, είναι ο χώρος της σωτηρίας του. Κι εδώ θα ήθελα να επισημάνω πώς , δεν είναι τυχαία η συνάφεια και η ταύτιση του ενός ποιητή με τον άλλο. Μάλιστα για τον έλληνα αναγνώστη αποτελεί πλέον κοινό τόπο η ανακάλυψη συγγενειών του Πορτογάλου με τον δικό μας Καβάφη, στη ζωή τους, στην ποιητική τους, στην απήχησή τους, ακόμη και στην όψη τους. Ο Πεσσόα είναι εκείνος ο ποιητής που ξέφυγε από λεκτικούς νεωτερισμούς καταθέτοντας μια πεζογραφική, ελεύθερη ποίηση, αντίστοιχη του ημέτερου Αλεξανδρινού.
Εκεί περιχαρακωμένος θα ισορροπήσει μέσα του την δραματική δυάδα: Πνεύμα ή σάρκα, Δαίμονας ή Άγγελος, ή ακόμα κατασπίλωση ή αγνότητα. Όλη του η ποίηση είναι μια τέτοια αντίσταση, μια αέναη πάλη ανάμεσα σε αδελφές ψυχές , που αλλάζουν ρούχα, συμπεριφορές, ηλικίες, επαγγέλματα, προσωπεία.
Όλα τα πρόσωπα και προσωπεία του με βεστιάριο, αλλά και με τις πληγές του το καθένα, τις αδυναμίες, τα πάθη και τα λάθη τους, δημιουργούν γύρω του ένα αδιάρρηκτο αδιέξοδο, μετατοπίζοντας με αυτό τον τρόπο το δικό του αδιέξοδο. Τολμά ωστόσο να αντικρίζει και να απογυμνώνει με την γραφή, την αδυναμία του να ζήσει.
Η αναζήτηση είναι ο σκοπός, τα πρόσωπα των ετερωνύμων είναι μόνο η αφορμή. Ανάμεσά τους εμπλέκεται το συμβάν που δίνει το ερέθισμα, η μνήμη που ανακαλεί και εξορρύσει γεγονότα και συμπεριφορές και η συναίσθηση που επιτάσσει, τινάζοντας στον αέρα όλες τις βεβαιότητες. Τίποτα δεν τον τραβάει ουσιαστικά στη ζωή, έξω από την ποίηση. Ένας ποιητής ή καλλιτέχνης με φύση, νοοτροπία και διαπαιδαγώγηση διαφορετικές, θα δραπέτευε από τη φυλακή που ήταν το περιβάλλον του. Αλλά η φυγή δεν είναι πάντα δύναμη.
Άλλωστε η ψυχή ενός αληθινού ποιητή παίζεται επικίνδυνα μέσα στην ποίηση. Ή σώζεται ή χάνεται.
Η δυστυχία του Πεσσόα δεν έγκειται — μόνο — στη μιζέρια της καθημερινής του ζωής, στη σωματική του ασημαντότητα, στην ανυπαρξία έρωτα, στην έλλειψη της μητρικής αγάπης και της οικογενειακής εστίας, στη μη αναγνώριση του από την πατρίδα και την εποχή του: είναι μια βαθύτερη υπαρξιακή απελπισία, ενός ανθρώπου που δεν έχει προσδοκίες, ούτε καταφυγή. Κραυγάζοντας απελπισμένα προς τον συνάνθρωπο ο ποιητής ομολογεί την ανεπάρκεια του ‘’ενός’’, την ανάγκη του συνόλου.
Ο Φερνάντο Πεσόα ή ο Άλβαρο ντε Κάμπος ,ο Ρικάρντο Ρέις ή ο Μπερνάρντο Σοάρες –ό ένας για όλους και όλοι για ένα-, με τον ανεξάντλητο πλούτο του έργου του και την ανεπανάληπτη γραφή του, περνάει πλέον στο φόρουμ των Μεγάλων, σαν ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του εικοστού αιώνα. Αυτός ο λαθρεπιβάτης του ίδιου του, του εαυτού , έπλασε την τέχνη, που χαρίζει αθανασία στη θνητότητα.
Και αν είναι αληθινό, αυτό που λέει ο Αντρέ Ζιντ, πώς ‘’όσο βαθύτερα προχωρούμε στον εαυτό μας, τόσο πιο στέρεα αποκαθιστούμε τους δεσμούς μας με τους άλλους’’, τότε ο Πεσσόα θα πρέπει να μας αγγίζει όχι περιστασιακά και επιπόλαια, μα σαν κάποιες κρυφές αιμάσσουσες πληγές, που αιώνια αιμορραγούν και μας βασανίζουν.

Το παρόν είναι ένα απόσπασμα από την ομιλία της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη: ’’Φερνάντο Πεσσόα-Μεταμορφώσεις-προσωπεία’’ που εκφωνήθηκε στην εκδήλωση –αφιέρωμα στον κορυφαίο Πορτογάλο ποιητή, της Λέσχης Ποίησης Ηρακλείου στις 13/12/11στο θέατρο’’ Όμμα Στούντιο’’.
Την αφίσα φιλοτέχνησε ο ποιητής Ζαχαρίας Κατσακός.


Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013


Συμμετοχή στον ποιητικό μαραθώνιο ανάμνησης των εκδόσεων Γαβριηλίδης για τον Αργύρη Χιόνη
19 Ιανουαρίου 2013

Ο ωραίος των χωμάτων

(Στον ποιητή Αργύρη Χιόνη)


Στον τοίχο απέναντι διάφανες σκιές ονείρων
Επιστρέφουν πολλαπλά γυάλινα προσωπεία

Μαλακό, κυματιστό χρυσάφι τα φώτα της νύχτας
Γλιστρούν ανάμεσα στο αγέλαστο, ασκητικό πρόσωπό σου
Με τον σκούφο τον μάλλινο, τ’ ασημόγκριζα γένια
Και τα μάτια, δυο μαύρες ελιές

Ένας ξυπόλητος άνεμος περιπλανιέται ξάγρυπνος
Στα καλντερίμια φωνάζοντας το θάνατό σου

Σ’ έκτακτο παράρτημα εφημερίδας

Είχε η ψυχή σου βαρυνθεί
Γράφοντας τόσους στίχους για το τέλος

Πολύ φοβόσουνα εσύ ο ωραίος των χωμάτων
Μη φύγεις ξαφνικά

‘’Γιατί αντιστέκεται το πνεύμα μου
Στο βελουδένιο σάβανο του ύπνου;’’


Κι οι νύχτες του Θροφαρί μάτωναν
Από τα νύχια της αγρύπνιας σου

Έγραψες ποιητή ’’Στο υπόγειο’’
‘’Σ’ αυτό τον τόπο θέλω να βρεθώ
όπου ηρεμεί, όπου κοιμάται ο χρόνος,
επιτέλους’’


Όταν κοιμήθηκες εσύ τον αιώνιο ύπνο
Δίπλα σου αποκοιμήθηκε κι ο χρόνος

Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη-Ηράκλειο Κρήτης