Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

ΔΥΟ ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΑΚΟΣ

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

Ο ωμός λόγος όσων έχουν δει την ψυχή τους να καίγεται, έχει τόση δύναμη από μόνος του, ώστε ωχριά μπροστά του κάθε λογοτεχνικό φτιασίδι. Αναφέρομαι στα ‘’Δυο μικρά πεζά’’ του Νεοελληνιστή φιλολόγου( κατόχου D.E.A )και Κριτικού Λογοτεχνίας Ζαχαρία Κατσακού, που συμπεριέλαβε στο τεύχος 91, το καταξιωμένο λογοτεχνικό περιοδικό ’’Εντευκτήριο’’.
Παρόλο που το corpus των κειμένων καθώς και η θεματική τους , ιδιαίτερα στο‘’ Στα δόντια’’ , θυμίζει λίγο θρίλερ, διαβάζοντας το κείμενο αισθάνεσαι ένα σφίξιμο στο στομάχι, ένα ανακάτεμα, είναι τόσο ζωντανές οι εικόνες που παρελάζουν μπροστά στα μάτια σου μέσω των σχολαστικά διαλεγμένων λέξεων, που σε ωθούν να σταματήσεις εκεί. Να κλείσεις το βιβλίο και να μην επιτρέψεις στις ασπρόμαυρες φελινικές φωτογραφίες να σε πληγώνουν άλλο. Δεν μπορείς όμως.
Γιατί αισθάνεσαι μια διαλεκτική έλξη, παίρνοντας στο κατόπι τις μαινάδες λέξεις, περιφέρεσαι πλάνης ανάμεσα σε μυστηριακούς τόπους επικοινωνώντας με την φύση στο ‘’Ντυμένη με σκιές’’ ’’Οι φθόγγοι που στριφογύριζαν τώρα σαν τις μέλισσες γύρω απ’ το νου μου, έφτιαξαν κάστρα σαν κουκούλια που οι λέξεις υφαίνουν και κρέμονται απ’ τα κλαδιά παλιάς μουριάς''-με τη θάλασσα-''μίλησέ μου νερό''- με την ομίχλη-''Κι από τα μάτια των κρανίων έβγαινε άλλη ομίχλη, γαλάζια και σπειροειδής''. Αισθάνεσαι την αχλή του χρόνου-''ν’ ανοίγει διάπλατα τα χέρια σαν παραθύρια και να μιλά με τις σκιές''-, το ημίφως -''χρώμα πίσσας στην αρχή, μαύρο σύκο μετά, ακτινωτές διαχύσεις πορφύρας στο τέλος''-, θέλεις να στοχαστείς για ώρες πάνω στη φράση ’’Οχτώ χρονών ήταν τότε που πήρε το δώρο απ’ τον πατέρα της κι ο θάνατος είχε μεγαλώσει μαζί της, ήταν δίπλα της σιωπηλά τόσον καιρό, σκεπασμένος με βελόνες χρόνου’’.
Ο ποιητικός με τον πεζό λόγο του λογοτέχνη έχουν απίστευτη δύναμη, διαθέτουν συνάφεια μεταξύ τους, ενώνοντας την δυναμική τους θα έλεγα, όπως η ανάμειξη δυο ισχυρών χρωμάτων στην παλέτα του ζωγράφου, που θα δώσει το αποτέλεσμα μιας ακόμα πιο δυνατής απόχρωσης, εκείνης που θ’ αγγίξει μιαν ανατριχιαστική τελειότητα. Αυτή την τελειότητα ο Ζαχ. Κατσακός , παρόλο που τα πεζά και τα ποιήματά του είναι ελάχιστα, την έχει ήδη κάνει κτήμα του. Τούτο το πετυχαίνουν ελάχιστοι δημιουργοί.
Ενώ και στα δυο κείμενα υπάρχει αυστηρή λιτότητα που απογυμνώνει χειρουργικά και τελετουργικά όλο το πεζό, είναι γεγονός πως η αφαίρεση, η απόλυτη απογύμνωση από το παραμικρό ίχνος λυρισμού, γλυκερότητας ή εντυπωσιασμού έχει αλλού την αφετηρία της.
Στον μαγικό ρεαλισμό, τον στοχασμό και την αναμέτρηση με το θάνατο, τον σκοτεινό κόσμο των ονείρων, την απόλυτη διαύγεια που είναι συγχρόνως απόκρυψη, αφήνοντας στον αναγνώστη να βγάλει τα συμπεράσματά του.
Ο λόγος του Ζαχ. Κατσακού θυμίζει ένα μαυρόασπρο κινηματογραφικό όνειρο φτιαγμένο από ποίηση, μαγεία, μεταφυσική. Βρίσκω επιρροές απ’ τον Μπωντλαίρ, τον Πόε, τον Καρυωτάκη, τον Λόρκα, τον Μάρκες, τον Μπουλγκάκωφ, τον Χουάν Ρούλφο. Αν ήταν πίνακας θα ήταν Φράνσις Μπέικον, Γκόγια , Νταλί. Αν ήταν ταινία θα ήταν Φελίνι, Μπέργκμαν , Ταρκόφσκι. Και αν ήταν μουσική θα ήταν Μάλερ.
Ας μην ξεχνάμε ότι όλοι μας είμαστε τα διαβάσματά μας, οι εμπειρίες, οι φθορές και τα σημάδια μας. Στην ισχυρή αντήχηση του παρελθόντος, στηρίζουμε το δικό μας, κατάδικό μας Σύμπαν.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου