Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013


ΣΕ ΕΤΑΙΡΑ

Κατάθεση στην ασυμφιλίωτη ομορφιά σου
Ο οβολός των περαστικών εραστών

Ευθύς μεταβάλλεται σε άρωμα θλίψης
Και ψωμί της επόμενης μέρας

Κι όμως Άγιο
Το συλημένο σου σώμα

Σε κοιτώ

Κι ένας πίνακας ζωντανεύει εμπρός μου

Βαθυπράσινα μάτια πετράδια
Αναγγέλλουν την αρχή του ονείρου

Ενώ οι φωτοσκιάσεις της κόλασης
Σ’ απαλούς ρόδινους τόνους

Ζωηρεύουν το δέρμα
που μουσκεύει αργά

Οι κοτσίδες σου ξέπλεκες
Σγουρά κύματα μαύρα

Αφρισμένα ξεσπούν ολοζώντανα
Σ’ ολόλευκα στήθη-τοιχία

Άπαρτο κάστρο η καρδιά σου
Ωραία μου

Των ταραγμένων ημερών σου
Τον λυγμό

Να πνίξω ήθελα
Ψυχή μου ηλιόμορφη

Από την ποιητική συλλογή ''Όνειρα Ασύνορα''2009 Λογοτεχνικός Σύνδεσμος Ηρακλείου

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013


Για την γιορτή της μητέρας

‘’ΝΑ ΜΗ ΧΟΡΤΑΙΝΩ’’


Ήθελα να προβάλλεις απ’ την πόρτα
με το πουα σου το φουστάνι
σε χρώμα μπλε με άσπρο,
-αυτό που σου πήγαινε τόσο-
να σιμώσεις πλάι μου,
κι αφού σκάσεις ένα φιλί ροδόσταμο
στα αγουροξυπνημένα μου μάγουλα,
να μου πεις:

‘’Κοριτσάκι μου , καλημέρα.
Τι κάνεις σήμερα;’’
Δεν περίμενες απάντηση.

Ήξερες ότι αφού σ’ είχα ,
ήμουν καλά.

Να φτιάξεις γρήγορα καφέ και για τις δυο μας,
να κόψεις φρέσκια πίτα απ’ το ταψί,
-Θεέ μου , πώς μοσκομύριζε ο τόπος-

κι ύστερα να ζωστείς με φούρια την ποδιά,
να πάρεις τη λεκάνη με τα φασολάκια
κι ένα μαχαίρι απ’ το συρτάρι που να κόβει ,

ν’ αρχίσεις να τα καθαρίζεις μ’ έγνοια,
μακάρια καθισμένη έξω στην αυλή,
με τους βασιλικούς, τη μπουκαμβίλια, τα γεράνια,
στο γαλάζιο μας σπίτι δίπλα στη θάλασσα.

Στα πόδια σου να μπουσουλάνε τα μωρά μου,
να σου χαμογελάνε με λατρεία,
γυρεύοντας σου πάλι παραμύθια,
κι εσύ να μην κουράζεσαι αδιάκοπα να διηγείσαι
για δράκους, για παλάτια και βασιλοπούλες,
για παλικάρια, ανδραγαθίες και πολέμους
χαϊδεύοντας δυο σγουρομάλλικα κεφάλια ,
με τη μελένια γλύκα της γιαγιάς.

Κι εγώ να μη χορταίνω τη μιλιά σου,
να μη χορταίνω τη ζεστή την αγκαλιά σου,
και τα χάδια σου,
αχ, την αγάπη σου
ποτέ να μη χορταίνω.

Ούτε τα μάτια, ούτε τη φωνή σου,
ούτε το γέλιο σου,
που όσο ζούσες ,
αγάπη κι έγνοια μας μετάγγιζε.

Τώρα μια θλίψη στο τελάρο του προσώπου
απλώθηκε.

Αποτυπώθηκε.

Μόνιμη, απέραντη.
Του χάρου έργο, αυθεντικό.

Αν φύλαγα τα δάκρυα μου
από τότε που’ φυγες, γλυκιά μου μάνα,
ωκεανούς θα γέμιζα, πελάγη…

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή ''Της μάνας''1999-2013

Σάββατο, 4 Μαΐου 2013


Πασχαλινό απόσπασμα από το μυθιστόρημα ''Στο δρόμο με τις πικροδάφνες''της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη, 2007 Εμπειρία Εκδοτική


Μεγάλο Σάββατο στις έντεκα το βράδυ , λαμπριάτικες καμπάνες μερώσανε την ανοιξιάτικη νυχτιά , αναγαλλιάζοντας τις ψυχές των πιστών, που κύματα-κύματα κατέφταναν στην εκκλησιά με τις οικογένειές τους, κρατώντας δυο κεριά. Ένα μικρό αγιοκέρι για ν’ ανάψουν στο μανουάλι κι ένα άσπρο λαμπαδάκι για τ’ άγιο φως. Οι γεροντότεροι βαστούσαν φαναράκια για να μη σβήσει τ’ άγιο φως ο αγέρας και δεν προφτάσουν να το φέρουνε στα σπίτια τους, να κάνουν τον λαμπροσταυρό στ’ ανώφυλλα της πόρτας. Είμαστε όλοι εκεί, στον περίβολο του ναού, οι εργάτες με τις οικογένειές τους, ο Μακ Φέρσον, οι Γερμανοί με τα παιδιά τους, ο Στράτος με τη Ρήνη κι όλη τους την φαμίλια. Ακούγαμε τα μελωδικά τροπάρια, τις ωδές, τα τρισάγια , αλλά δύσκολα μπορούσαμε να συγκεντρωθούμε στη λειτουργία και το νόημά της. Δώδεκα παρά δέκα τη νύχτα, έσβησε ο καντηλανάφτης όλα τα κεριά. Η εκκλησιά σκοτείνιασε. Οι χωριανοί με κατάνυξη περίμεναν τον πάπα Χρήστο ν’ ανάψει απ’ το ακοίμητο καντήλι της Αγίας Τράπεζας μια μεγάλη άσπρη λαμπάδα, ίσαμε το μπόι του και να προβάλλει στο τρίσκαλο της Ωραίας Πύλης ψάλλοντας ‘’Δεύτε λάβετε φως εκ του ανέσπερου τούτου φωτός.’’ Βγήκε πράγματι σε λίγο ο παπάς ντυμένος με τα χρυσοποίκιλτα άμφια , ίδιος Πατριάρχης. Οι άντρες μαζεύτηκαν σα σμάρι μέλισσες γύρω του. Θεωρούνταν καλό σημάδι , κατά το έθιμο, ποιος θ’ ανάψει πρώτος. Άναψαν πρώτα οι άντρες, μετά οι γυναίκες.
Βγήκανε έξω αρκετοί μ’ αναμμένα λαμπαδάκια. Έπειτα ο παπά Χρήστος, οι ψαλτάδες , ο καντηλανάφτης μαζί με αρκετούς από το εκκλησίασμα , έκαναν τρεις φορές το γύρο του ναού για να λιτανέψουν την Ανάσταση με εξαπτέρυγα, λάβαρα και το εικόνισμα της Λαμπρής. Χαρούμενες καμπανοκρουσίες διαλαλούσαν μέσα στης νύχτας τη μελένια σιγαλιά , την Ανάσταση του Κυρίου. Ο παπάς με στεντόρεια φωνή έψαλλε ‘’Την Ανάστασίν , Σου Χριστέ Σωτήρ, άγγελοι υμνούσαν εν ουρανοίς’’. Τα παιδιά τότε ξέφυγαν από τη φύλαξη και την έγνοια των μεγάλων. Όλα μαζί πήγανε και σταθήκανε στη νοτική δίφυλλη ξύλινη πόρτα, όπου διαβάστηκε το λαμπριάτικο Ευαγγέλιο. Μόλις ακούστηκε το ‘’Χριστός Ανέστη’’, τα τρία μεγαλύτερα αγόρια έβαλαν φωτιά σε μια μεγάλη στοίβα ξύλα και κληματόβεργες για να κάψουν τον Ιούδα. Μια αγκαλιά από φλόγες άστραψαν σαν πολύτιμα πορτοκαλιά πετράδια μέσα στο μαύρο φόντο της νύχτας. Σφυρίζοντας, ύψωσαν απότομα το λοφίο τους κι άγγιξαν το πανύψηλο καμπαναριό.
Οι χωριανοί αγκαλιαστήκανε και δώσαν το φιλί της αγάπης. Φέγγανε τα μάτια, τα πρόσωπα, οι καρδιές, όλους εχθρούς και φίλους τους ένωσε το αναστάσιμο μήνυμα. Πλησίασα την οικογένεια των Γερμανών, τους εξήγησα το έθιμο, αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε σταυρωτά. Κάτω από το αναστάσιμο φως, το μάγουλό μου δέχτηκε το παρατεταμένο άγγιγμα των χειλιών της Γερμανίδας, από τη μια πλευρά. Παραξενεύτηκα, αλλά δεν το σπουδαιολόγησα. Μόλις όμως έστριψα και το άλλο μάγουλο, η Ιζαμπέλ έγινε πιο τολμηρή. Με φίλησε στην άκρη των χειλιών, αγκαλιάζοντας με, με το ένα χέρι και τραβώντας με παράλληλα
πάνω της. ‘’Χριστός Ανέστη, Σπύρο’’ μου ψυθίρισε στο αυτί βραχνά, με τη χαρακτηριστική γερμανική προφορά της. Όσο μου έλεγε αυτά τα λόγια χαμηλόφωνα και σχεδόν με ντροπή, αποκάλυψε μ’ ένα χαμόγελο φιλάρεσκο τα δόντια της. Της ανταπέδωσα αμήχανα την ευχή και το χαμόγελο. Κατεβάζοντας το βλέμμα είδα τα δάχτυλά της απλωμένα στη ράχη της παλάμης μου. Ειρηνικά δάχτυλα μιας συζύγου, με νύχια κοντά και στρογγυλεμένα. Απέφυγα τη ματιά της.
Μετά την εκκλησία μαζευτήκαμε όλοι μαζί στο καφενείο . Η Ρήνη είχε ετοιμάσει πεντανόστιμες λαμπριάτικες λιχουδιές . Ο Στράτος είχε ανάψει από νωρίς την παραστιά κι είχε βάλει το μπροστινό ενός αρνιού αντικριστό στη σούβλα. Μπαίνοντας μέσα στο καφενείο κοντέψαμε να λιποθυμήσουμε απ’ τις λαχταριστές μυρωδιές. Μαζί μας ήταν και δυο ντεληκανήδες απ’ το Άνω μέρος , λιγνά, λιανά παλικαράκια με χνούδι ακόμα αντί για μουστάκι, αλλά μάστορες της κοντυλιάς και της καλής μαντινάδας. Ο ένας ήταν λαουτιέρης κι ό άλλος λυράρης. Πρώτα –πρώτα παίξανε το ‘’Χριστός Ανέστη’’ κι έπειτα η γλυκόλαλη λύρα μας μέθυσε και μας ανέβασε στα ουράνια με τραγούδια ριζίτικα της ξενιτιάς, του πόνου , της αγάπης. Εμείς τσουγκρίσαμε πρώτα τα κόκκινα αυγά που ήταν πάνω στα λευκοστρωμένα τραπέζια μέσα σε ψάθινα πανεράκια , έπειτα τα ποτήρια με τη ρακή, ενώ η Ρήνη με την Άννα τρατάρανε καλιτσούνια ‘’λυχναράκια’’ κατά το έθιμο. Έπειτα πέσαμε με τα μούτρα στο φαί.
Ο Στράτος ζωσμένος την φαντή ποδιά του καφετζή δεν πρόφταινε να φέρνει βαθιά πιάτα με μαγειρίτσα, μεγάλες μερίδες‘’ μενούζα’’, (κοκορέτσι από αρνίσια συκωταριά , έντερα και πολλά μυρωδικά , περασμένο σε σούβλα και ψημένο στα κάρβουνα), πιατέλες με βραστό κρέας, ζυμωτό ψωμί, και γαβάθες με ‘’σαλάτα του ραντιστή’’, φτιαγμένες με μαρούλι, αγκινάρα, κουκιά φρέσκα και λαδόξυδο. Τ’ ΄΄αντικριστό΄΄ τ’ άφησε ο Στράτος να σιγοψηθεί, για να το απολαύσουμε στο τέλος , παρόλο που τα στομάχια μας είχαν ήδη παραγεμίσει μετά από μια τέτοια ευωχία. Η Ρήνη δεν έκατσε λεπτό. Αεικίνητη όπως πάντα γέμιζε κανάτες κόκκινο κρασί, απ’ τα δικά τους αμπέλια από ένα μεγάλο κρασοβάρελο, στηριγμένο με ξύλινα δοκάρια στον τοίχο. Οι Γερμανοί είχαν ενθουσιαστεί. Αυτά τα έθιμα τα Κρητικά τους άρεσαν πολύ, παρόλο που τους φαινόταν παράξενα, όπως π.χ. το να τρώνε και να πίνουν τέτοιες τεράστιες ποσότητες , ενώ ήταν βαθιά, περασμένα μεσάνυχτα.
Τα παιδιά αεικίνητα πηγαινόφερναν πιάτα, ποτήρια , βοηθούσαν μ’ όρεξη τους μεγάλους. Στο τέλος κάθισαν δίπλα στους λυράρηδες, κοιτάζοντας με τα αθώα μάτια τους γεμάτα θαυμασμό δυο απ’ τους εργάτες μας και το Στράτο -που’ χε παρατήσει απ’ ώρα την ποδιά κι είχε στρωθεί στο χορό- να πετούν στην κυριολεξία. Γελαστά , ζαλισμένα από την ευθυμία που τους είχε βάψει κόκκινα τα μάγουλα , έκαναν ένα κύκλο γύρω από τους χορευτές , κρατώντας τον ρυθμό με παλαμάκια. Ο μαλεβυζώτης , ο συρτός κι ο πεντοζάλης είχανε βάλει φωτιά στα πόδια των λεβεντόκορμων Κρητικών που μαγεμένοι απ’ το αίμα του κρασιού και το κλάμα της λύρας, δεν πατούσανε πια στη γη. Παρέα κάνανε με τσ’ Αρχαγγέλους…