Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

‘’Έλυτρα και λύτρα’’
Ελένης Μωυσιάδου Δοξαστάκη
Εκδόσεις Οδυσσέας


Η αυθεντική ομορφιά των λέξεων

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη
Ο ποιητής οφείλει να κοιτά την πραγματικότητα με ανοιχτά μάτια- ιδιαίτερα στις μέρες μας που δι­α­νύ­ου­με μια τεταμένη, δραματική και σκοτεινή εποχή- να παλεύει για κάθε μόριο φαντασίας, να επιστρέφει στις λέξεις-οι οποίες δυστυχώς έχουν χάσει τη σημασία τους αφού υφίστανται καθημερινά συρρίκνωση και κακοποίηση από τα ΜΜΕ, τους πολιτικούς, την εξουσία γενικότερα- να ανακαλύπτει την ομορφιά, τον ήχο, την πηγή τους, το φαντασιακό τους φορτίο, την γνήσια λάμψη και δύναμη τους.
Μελετώντας το ποιητικό έργο της καλής φιλολόγου και φίλης Ελένης Μωυσιάδου Δοξαστάκη με τον πρωτότυπο τίτλο’’ Έλυτρα και λύτρα’’, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ’’Οδυσσέας’’, ένοιωσα να πολιορκούμαι από την αυθεντική ομορφιά των λέξεων, το αόρατο πλέγμα των εικόνων, την έντονη μουσικότητα των στίχων. ‘’Ποια λευτεριά αν το σκεφτείς δεν έγινε ρυτίδα στο μέτωπο των προμαχούντων;’’ ’’Όταν η λήθη αμφιδρομεί μες στις ξερολιθιές, ψυχή καμιά δεν φυλακίζεται.’’
Διαβάζουμε: ‘’Η συλλογή συγκροτείται από δεκατέσσερα ποιήματα και έξι ολιγόστιχα «περάσματα», όλα μαζί αποτελούν μια ομάδα, μια σύνθεση θεματική και γλωσσική, υπάρχει ένα νήμα που τα ενώνει ‘’ και λίγο παρακάτω:’’ Τα έλυτρα για μένα, όπως χρησιμοποιώ τον όρο, είναι τα προστατευτικά φτερά της ψυχής, τα λύτρα είναι ότι πληρώνει κανείς ψάχνοντας την ψυχή του’’, αναφέρει  η Ελένη Μωυσιάδου Δοξαστάκη σε συνέντευξή της στην εφημερίδα ‘’Πατρίς’’ του Ηρακλείου. Ο ορισμός του ποιητικού έργου, οριοθετημένος από την ίδια την ποιήτρια, δεν είναι παρά η αποτύπωση της πληθωρικής φύσης - σκέψης της δημιουργού, που ξεχύνεται έξω στο φως με έναν τρόπο εκφοράς λιτό, διαυγή, σε πλήρη αρμονία.
Υλικά του ποιητικού της σύμπαντος:
Η γη
 Γαί-α! Μητέρα άδολη κι αθώα μητριά/Γαί-α! Μητέρα άλικη πληγή πάνω στα χέρια. (Συρτός χορός)

Ο χρόνος
Τυφλή κι αν είναι η Δίκη,/ ο Χρόνος Δικαστής.(Άτιτλο (4)

Κι αν κύκλους κάνει ο χρόνος,/ δεν έχει επιστροφή. (Γύρισμα)

Η ψυχή
Μόνο η ψυχή σου /σαν το δραπέτη/ή ως πνοή ανέμου ξεγλιστρά/
(Έρως ουράνιος)

Η φύση και οι μυστικές της διεργασίες
Βράχοι/που μυροδένουν φεγγάρια πετρωμένα /σε θυμαρίσια ρίζα./Βράχοι/που ανατέμνουν παραδομένα όνειρα/ στου χρόνου το νυστέρι.
Βράχοι/γοργόνεια αχλής, ανάκλινδρα αλμύρας/ μνημορροούντες βράχοι.
(Έλυτρα λήθης)

Ο χώρος, η ύπαρξη, η λήθη, η μνήμη συστέλλονται και διαστέλλονται, αλληλοδιαπλέκονται μέσα στο χρόνο που αέναα μεγεθύνεται , συναινώντας σε μια συγκινησιακή δραπέτευση του νου μέσα σε περίτεχνα, φαντασιακά τοπία.
Ο κοινωνός αναγνώστης έλκεται από την μελωδία των στίχων και μια παράδοξη γοητεία, η οποία αναδύεται μέσω των ιστορικών, λογοτεχνικών και αισθητικών αναφορών. Υλικά σαν μέταλλο με την χρυσαφένια απόχρωση κάποιων πινάκων της Αναγέννησης, που μεταπλάθεται και μετασχηματίζεται όταν σφυρηλατείται.
Μετά θα βάλεις στάχυα /σ’ ένα κεφάλι ασημί./Θα σπάσεις το γυαλί για να χορέψεις./Χωρίς τραγούδια κι όργανα/θα λικνιστείς στο δειλινό/και τη ζωή που πέρασε-λες ίσκιος-/θα γυρέψεις. (Σπονδή)

Ποικίλα ετερόκλητα στοιχεία που παραπέμπουν στην λαϊκή παράδοση, το ρυθμικό δημοτικό τραγούδι, την αλληγορία, την ανάμνηση και τον μύθο, παράγουν στίχους με έντονους εσωτερικούς κραδασμούς ,με συμβολισμούς και λεπταίσθητη πλαστικότητα.

Γέννησε δώδεκα παιδιά, ανάστησε τα δέκα,
Άνεμοι λαιστρυγόνιοι φύσηξαν στην αυλή της…
(Το τραγούδι του γυρισμού)

Κιτρίνισε και το λινό σεντόνι της γιαγιάς./Ένας λεκές διπλώνει νωπή σκουριά πυρόξανθη/σαν μήνη από γύρη.(Πτερόεν)

Υλικά επιλεγμένα με σπουδή τα οποία η δημιουργός ενώνει και αναμιγνύει, για να αποδώσει στο τέλος μια ολοκληρωμένη ποιητική σύνθεση.

Ο ποιητικός λόγος της Ελένης Μωυσιάδου Δοξαστάκη αναβλύζει πηγαίος, με πρωτότυπη έκφραση, ιδιότυπη, πολυσύνθετη. Πρόκειται για μια ποίηση με εκλεπτυσμένη χρήση αρχαίων λέξεων και φράσεων, που ανατέμνει την σχέση χρόνου-τόπου-γλώσσας, τοποθετώντας το βίωμα μέσα στο παραμύθι-ποίημα, μεταφέροντας ευρύτερα μηνύματα, ερμηνευτικά της ανθρώπινης μοίρας.

Άλλοι τα χτίζουν/άλλοι τα στεριώνουν/κι άλλου γυναίκα, πρωτομάστορα, χύνεται στα θεμέλια/σαφώς ανυποψίαστη-σαν υποψιασμένη.(Σχόλιο σ’ ένα ποίημα)

Σπαράγματα λήθης αιωρούνται, περιστρέφονται, μεταμορφώνονται , αποκτώντας ονειρική διάσταση. Αντηχούν ταυτόχρονα μέσα στο στίχο σαν μια συλλογική πολυφωνία συγκινήσεων.

Στο σπίτι ψάχνεις ξύλινο μπαούλο κι ανασαίνεις/
της μάνας το νανούρισμα-χροιές σφιχτά δεμένες/
Με τις γαλαζοκόκκινες κορδέλες της φωνής της.
(Πτερόεν)

Μέσα σε ορισμένα ποιήματα υπάρχουν σημεία, όπου ο λόγος λειτουργεί υπαινικτικά, ίσως και με μια ανεπαίσθητη ειρωνεία, ενώ δεν είναι τυχαίο το ότι η ποιήτρια χρησιμοποιώντας λέξεις και φράσεις από την ελληνική και μυθολογική διαχρονία όπως: δέργμα, ερίπλευρος, μορόεις, τηλαυγής, ‘’λινόπτης παννυχίζει’’ κ.α., κεντρίζει και κερδίζει τον- με ευέλικτο νου- αναγνώστη.  Άλλωστε  η πολυμέρεια και η ευρυμάθεια της είναι ορατή. (Ατράνταχτη προίκα της Ελένης η ευφυΐα , η ευγένεια και η κλασική παιδεία της).
Η δημιουργός δίνει ιδιαίτερο βάρος και υπόσταση στην ύπαρξη, στον ίδιο τον άνθρωπο. Στο υπέροχο, κατά τη γνώμη μου, ποίημα Το τραγούδι του γυρισμού, που είναι αφιερωμένο στους πρόσφυγες-μετανάστες της γης, η ροή του ώριμου ποιητικού της λόγου αποτυπώνει ιμπρεσσιονιστικούς πίνακες, υπέροχα διανθισμένους με ψηφίδες ευαισθησίας, τρυφερότητας, ανθρωπιάς.
Ένα φεγγάρι χάλκινο στου ανέμου το μαγνάδι/μας μοίραζε στα δυο./Ήτανε τότε που εσύ πικρός και στερημένος, /τον αναστεναγμό σου ακολούθησες.
Ήθελες να βιώσεις λυτρωμό και ξέρω θα γυρίσεις,/του Οδυσσέα σαν θα βρεις γιαλόκλειστο ουρανό.
Η φωνή της ποιήτριας δονείται εντείνοντας το συναίσθημα, πότε με την εμφανή έκφραση μιας κραυγής (Συρτός χορός-Ένα ποίημα κόσμημα της σύγχρονης Νεοελληνικής ποίησης) και πότε με κάποιο ηχόχρωμα- ψιθύρισμα που αρθρώνει ωστόσο δυνατό λόγο (πρώτο, δεύτερο και τρίτο άτιτλο ), με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται μέσα στα σπουδαία ποιήματα της συλλογής, παράλληλα με τις αντιθέσεις, την αμφισημία και την φιλοσοφική ενατένηση και ποικίλες, δραματικές, μεγάλης εικονιστικής δύναμης εκφάνσεις ζωής.
 Η Ελένη Μωυσιάδου Δοξαστάκη κατορθώνει να εξορύξει από τα βάθη του αβυσσαλέου υποσυνείδητου του εαυτού, καταστάσεις και πράγματα, πριν ακόμα η λογική δημιουργήσει την συμβατική κρούστα επάνω τους, κάτι που μόνο ένας δημιουργός με υψηλές δεξιότητες μπορεί να συλλάβει και να αποδώσει. Περιδιαβαίνοντας το δικό της ποιητικό σύμπαν, ανακαλύπτουμε ότι συνομιλούμε καθαρότερα και πληρέστερα μ’ εκείνο το έτερο του εαυτού μας. Αφουγκραζόμαστε βαθύτερα το καλύτερο και αρχαιότερο μέσα μας.

Η παρούσα βιβλιοκριτική δημοσιεύθηκε στην Bibliotheque στις 6 Μα'ί'ου 2014










Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

‘’Όταν ηχούν τα κύμβαλα’’ Εκδόσεις Λιβάνη
                               Αθηνά Ζουράρη

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη

Η λογοτεχνία έχει ένα δύσκολο και υψηλό στόχο: ν' αλλάξει εμάς. Να μας κάνει πιο δίκαιους, πιο ανεκτικούς, με μεγαλύτερη κατανόηση προς τους άλλους, με βαθύτερη γνώση της ίδιας μας της ψυχής. Όταν σε συνεπαίρνει ένα βιβλίο, που ωθεί το πνεύμα σου να φτάσει λίγο μακρύτερα, τότε δεν είσαι ακριβώς ο ίδιος άνθρωπος με τον άνθρωπο που το ξεκίνησε. Μια μικρή, μαγική, έστω και ανεπαίσθητη, αλλαγή έχει γίνει μέσα σου.

Όταν γράφει ένας πραγματικός συγγραφέας, είναι η αλήθεια πώς του δημιουργούνται συγκλονιστικά συναισθήματα τα οποία αποτυπώνει στην γραφή του. Σα να κατακλύζεται από ένα καταρράκτη έμπνευσης που κάνει τα χέρια του, να τρέμουν πυροβολώντας το πληκτρολόγιο του υπολογιστή ή της γραφομηχανής, στα πυρωμένα του δάχτυλα η πένα τρίζει,  σκίζοντας σχεδόν το χαρτί, νιώθει πώς θέλει να τα πει όλα  μονομιάς και δεν του φτάνει το μελάνι…
Ο συγγραφέας συναρπάζει και συναρπάζεται. Αισθάνεται μέσα του μια  ισχυρή έξαψη ανακαλύπτοντας νέους κόσμους, έχει την αίσθηση μιας επείγουσας ανάγκης να εξομολογηθεί όλες αυτές τις συγκλονιστικές εικόνες, που του προκαλούν οι φανταστικές ζωές που ο ίδιος ουσιαστικά βιώνει μέσω του μυαλού του, οδηγούμενος αναπόφευκτα σε μια ξέφρενη κι ελεύθερη έκφραση δη­μι­ουρ­γί­ας. Νιώθει μέσα του να πηγάζει μια νε­α­νι­κὴ αυθάδεια που τον κάνει  να υπερπηδά την α­λη­θο­φά­νεια, την τεκ­μη­ρί­ω­ση, τους όποιους γλωσ­σο­λο­γι­κούς κανόνες.
Έτσι ακριβώς κι η Αθηνά Ζουράρη αφοσιώνεται στις ιστορίες που κατασκευάζει, κατανοώντας πλήρως την δύναμη της φαντασίας και την α­κα­τα­μά­χη­τη γοητεία του παιχνιδιού της και ασφαλώς διαθέτει εκείνη τη σπουδαία ικανότητα να την μετατρέπει σε λέξεις. Η ενασχόλησή της με την μελέτη αρκετών βιβλίων –όπως συνήθως συμβαίνει στους περισσότερους συγγραφείς- της μετέδωσε μακροπρόθεσμα τη φλόγα της δη­μι­ουρ­γί­ας. Η απόλαυση της κάθε ολοκληρωμένης φράσης, την έκανε να οραματίζεται τους ήρωες της ολοζώντανους να πάλλονται, να οδηγούν αυτοί την πλοκή και τις ανεξέλεγκτες καταστάσεις, που μας παρουσιάζει στο ’’Όταν ηχούν τα κύμβαλα’’, ενώ η ίδια πλημμύριζε από δημιουργική ενέργεια.
 Αυτό που διαπιστώνουμε διαβάζοντας το δεύτερο βιβλίο της Αθηνάς Ζουράρη είναι ότι συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία ενός πραγματικού θρίλερ. Τρόμο, σασπένς, ανατροπές που κόβουν την ανάσα, τη μία μετά την άλλη. Λίγο μετά την αρχή του βιβλίου ο αναγνώστης μπαίνει σε μια ατμόσφαιρα νουάρ. Εδώ κυριαρχεί το αλλόκοτο, το παράδοξο, όλη η ιστορία –με τις συνεχείς μεταπτώσεις του ψυχικού κόσμου των ηρώων και το κλειστοφοβικό σκηνικό που παρατίθεται( μεγάλο, πλούσια επιπλωμένο αρχοντικό, εγκαταλελειμμένη σοφίτα, μπαούλο, παλιά παιχνίδια, ρούχα αλλοτινών εποχών, δερματόδετο, μυστηριώδες ημερολόγιο όπου καταγράφονται τα πάντα, υπηρέτες που παρακολουθούν στενά τα πρόσωπα), παραπέμπει στην ‘’Ρεβέκκα’’ της Δάφνης Ντυ Μωριέ, στη ‘’Φωλιά του κούκου’’ ή την ‘’Ψυχώ’’ του Χίτσκοκ, αγγίζοντας με μια ανατριχιαστική συνέπεια, το μεταφυσικό. Το μεταφυσικό στοιχείο που πάντα ελκύει, γοητεύει και καθηλώνει
 Το παρόν βιβλίο θα μπορούσε κάλλιστα να γίνει ταινία, αφού διαθέτει ένα εκπληκτικό σενάριο- η καταιγιστική πλοκή του είναι το μεγαλύτερο του ατού- ή ένα θεατρικό έργο, μια που οι διάλογοι και οι εσωτερικοί μονόλογοι των ηρώων,  αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου .
 Είναι σαφώς ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται με κομμένη την ανάσα, καρπός πολύχρονης και εξαντλητικής εργασίας της συγγραφέα, ένα αναμφισβήτητα ενδιαφέρον πόνημα, που σε κάνει ν’ απορείς με το  πόση διαστροφή μπορεί να υπάρξει σ’ ένα παιδικό μυαλό, τι διαβολικά, φρικτά μέσα μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα παιδί, που μετατρέπεται μέρα με τη μέρα σ’ ένα βαριά ψυχικά διαταραγμένο ενήλικα, μόνο και μόνο για ν’ αποκτήσει την αποκλειστικότητα του πατέρα και των γύρω του, στην αγάπη. ’’Εις το όνομα της αγάπης’’ και της πρωτοκαθεδρίας στην καρδιά του μπαμπά,  γίνονται όλα. Καταλύονται τα πάντα.
Είναι ένα βαθύ ψυχογράφημα, ένα έργο πυρετώδους γραφής, με ενδιαφέρουσα αφηγηματική ματιά, ξεκάθαρους και σαφείς χαρακτήρες, η Αθηνά Ζουράρη θίγει θέματα που αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη. Κλείνοντάς το, θα σου δημιουργήσει- εκτός από συγκίνηση- ένα σωρό ερωτήματα όπως:
Μέχρι ποιο σημείο μπορεί άραγε να φτάσει το μίσος, η υποκρισία, η κενότητα; Τι τραύματα ανεπούλωτα μπορεί να επιφέρει η ηθελημένη  απουσία της μητρικής παρουσίας κι αγκαλιάς; Είναι η αγάπη δεκανίκι; Πόσο  εσωτερικό άδειασμα και τι επικινδυνότητα μπορεί να επιφέρει ο πλούτος; Η αυτή καθαυτή ερωτική απόρριψη, μπορεί τελικά να οδηγήσει μέχρι και το έγκλημα; Τα υπέρμετρα ‘’θέλω’’ γίνονται βρόχος γύρω απ’ το λαιμό , όταν δεν ικανοποιούνται; Πώς μπορεί ο αχτύπητος συνδυασμός’’ ομορφιά και πλούτος’’ να μην καταφέρουν να πετύχουν κανένα στόχο; Μέχρι σε ποιο σημείο μπορεί να φτάσει η χειραγώγηση και μέσω αυτής η απόλυτη εξάρτηση; Πώς μπορείς αλήθεια να έχεις τα πάντα και μην έχεις τίποτα;
Σαφέστατα μέσα του θίγονται θέματα όπως: οι γονικές σχέσεις, η δυσαναπλήρωτη απουσία της μάνας και η απόρριψη του παιδιού από την ίδια τη μάνα-εγκατάλειψη-,ο φόβος της απώλειας της υπέρμετρης αγάπης του πατέρα προς το ψυχολογικά διαταραγμένο παιδί(Όλγα), η παρουσία μιας ξένης γυναίκας, δεύτερης συζύγου (Αλίκη) και ενός παιδιού(Μάρθα)  στο -μέχρι πρότινος-αποκλειστικό σύμπαν της Όλγας,  η ακύρωση της εξαγοράς των συναισθημάτων μέσω του παντοδύναμου χρήματος, πράγμα που οδηγεί σε τραγικές πράξεις εκτόνωσης αυτής της απόρριψης.
Τόσο οι ανδρικοί χαρακτήρες (Στάθης(πατέρας), Άγις (εραστής),Παύλος(θαυμαστής της Όλγας) όσο και οι γυναικείοι χαρακτήρες της Ζουράρη (Όλγα, Αλίκη, Μάρθα κ Ειρήνη(αδελφές της Όλγας),γιαγιά και Ιουλία(μητέρα της κεντρικής ηρωίδας) είναι καλά σφυρηλατημένοι. Με δύναμη, πάθος και πνοή. Μάχονται, διεκδικούν, δολοπλοκούν, απελπίζονται, αγαπούν, κλαίνε ,καρκινοβατούν, αποκαλύπτουν και αποκαλύπτονται, τρελαίνονται, αυτοκτονούν, σκοτώνουν…Κι από την άλλη ακούν με συγκατάβαση, στηρίζουν, ανοίγουν την αγκαλιά στους πληγωμένους, συγχωρούν και προχωρούν.
Κορυφαίος χαρακτήρας του έργου αναδεικνύεται η Θοδώρα , η ηλικιωμένη οικονόμος που αναθρέφει την Όλγα. Άνθρωπος μειλίχιος, συγκαταβατικός, πανταχού παρών, με σημαία της πάντα την αφειδώλευτη αγάπη προς την οικογένεια που υπηρετεί. Είναι το πρόσωπο κλειδί που θα χειριστεί την τελική πορεία των αλλεπάλληλων δραματικών εξελίξεων.
Η γλώσσα ρέει, χωρίς να μπαίνει σε καλούπια, υποστηρίζοντας το πάθος της Αθηνάς να αποδώσει όσο πιο γλαφυρά και περιγραφικά γίνεται, όλες τις ανατρεπτικές καταστάσεις, που συντελούνται μέσα στο κείμενο, καταφέρνοντας να αποδώσει σχεδόν τελετουργικά την απόγνωση, τη ματαίωση και τα καλά κρυμμένα μυστικά της ζωής.
 Η ανάγνωση του μοιάζει με ταξίδι σε έναν πολυδαίδαλο ποταμό, όπου ποτέ δεν ξέρεις τι θα κρύβεται στην επόμενη στροφή.

Οι εικόνες των τοπίων, των πόλεων όπου διαδραματίζονται τα συμβάντα-όπως για παράδειγμα, η απεικόνιση του σύγχρονου Λονδίνου-διαθέτουν ζωντάνια και αληθοφάνεια. Το ίδιο συμβαίνει και με τις γαστριμαργικές περιπλανήσεις και αναφορές που είναι αρκετές μέσα στο βιβλίο, τονίζοντας την περιγραφική δεινότητα της συγγραφέως.


Ένα πράγμα επίσης που ξεχωρίζει μέσα στο ‘’Όταν ηχούν τα κύμβαλα’’ είναι η δομή του. Όλα αυτά που μας αποκαλύπτονται σταδιακά αλλά κυρίως όλα αυτά που μας αποκρύπτονται. Ένα τρομαχτικό παιχνίδι μυστηρίου παίζεται με τα στοιχεία, τις πληροφορίες, το χρόνο και τον τόπο. Η πεζογραφική «φωνή» της Αθηνάς Ζουράρη δεν μετέρχεται εύκολων εντυπωσιασμών αλλά προβάλλει ισχυρή και κατασταλαγμένη. Πανέτοιμη να αναμετρηθεί με λόγο, εικόνες και αισθήματα, συνθέτοντας έναν κόσμο με καθημερινούς μεν ήρωες, αλλά με συμπυκνωμένα τραγικά βιώματα και ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Όλα αυτά αποτελούν ένα οργανικό υλικό, που παραπέμπει σε κάτι δυσοίωνο και σκοτεινό.
 Η κανονικότητα ανατρέπεται, η λογική παύει να εξηγεί τα πάντα και αυτό που μένει είναι η ασθματική ανάσα των ηρώων.
Κι εδώ θα ήθελα να ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου την Αθηνά Ζουράρη για την αγάπη και την εμπιστοσύνη της στο πρόσωπό μου και να της ευχηθώ καλοτάξιδο το νέο της βιβλίο,  κάθε καλό στη ζωή και την οικογένειά της και μια λαμπρή , ανοδική, λογοτεχνική πορεία με πολλά και καλά βιβλία στη συνέχεια.


Να είσαι πάντα καλά Αθηνά μου…

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

“Η Κρήτη είναι ακένωτη πηγή έμπνευσης”
Η Ηρακλειώτισσα συγγραφέας, Ρένα Πετροπούλου - Κουντούρη, μιλά στην “Π” με αφορμή το 15ο της βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα



Σ’ ένα γοητευτικό ταξίδι στο χρόνο και σε τόπους σκληρούς αλλά και μαγικούς μας προσκαλεί το νέο βιβλίο της Ρένας Πετροπούλου Κουντούρη, ‘’Η Μάχρια της Λήθης’’ που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λιβάνη.
Η έμπνευση για το δέκατο πέμπτο βιβλίο της γνωστής συγγραφέως πάει πίσω στο 2004 όταν σε μια συζήτηση με φίλους τής προτάθηκε να γράψει κάποτε για μια μοιραία γυναίκα που θα μπορούσε ν’ αναστατώσει ζωές κι ένα κόσμημα που να συνδέεται μαζί της μ’ ένα παράδοξο τρόπο. Η ιδέα σημειωμένη σ΄ενα μπλοκάκι ξεχάστηκε, αλλά επειδή όπως είπε κάποιος σοφός η μοίρα περιγελάει τις πιθανότητες,το 2009 βρέθηκε ξανά μπροστά της πυροδοτώντας άμεσα τη φαντασία της.

Της Αντωνίας Κουτσάκη


‘’Τοποθέτησα -λέει η Hρακλειώτισσα συγγραφέας μιλώντας στην ‘’Π” -λοιπόν την έναρξη του αφηγηματικού καμβά στο Λασίθι, στοχεύοντας στην Κρητική Επανάσταση του 1866-69, επειδή η συγκεκριμένη εποχή δεν είναι τόσο γνωστή. Άλλωστε η Κρήτη μας είναι ακένωτη πηγή έμπνευσης, σημείο αναφοράς.’’ Το αλάτι της γης είναι η Κρήτη. Ποτέ μη φύγεις απ’ την αγκαλιά της’’, μου παράγγελνε ο αείμνηστος Γιώργος Κανελλόπουλος, ο πρώτος μου εκδότης.
Χρειάστηκε επίπονη και σχολαστική έρευνα, προκειμένου να αναδειχθεί και να φωτιστεί και η παραμικρή λεπτομέρεια της εποχής κατά την οποία διαδραματίζεται το βιβλίο ενώ όπως αποκαλύπτει η Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη, ένα δημοσίευμα της ‘’Πατρίδας‘’ έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πορεία και εξέλιξη του μυθιστορήματός της.
Ολόκληρη η συνέντευξη είναι η ακόλουθη:



Το δέκατο πέμπτο βιβλίο σας ‘’Η Μάχρια της Λήθης’’ μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λιβάνη. Tι αποτέλεσε αυτή τη φορά την πηγή της έμπνευσής σας;
Κατ’ αρχήν κυρία Κουτσάκη θα ήθελα να ευχαριστήσω εσάς προσωπικά και κατ’ επέκτασιν τον κ. Γιώργο Λαγουβάρδο και την εφημερίδα ‘’Πατρίς’’ για τη ζεστή σας φιλοξενία. Η έμπνευση για τη ’’Μάχρια της Λήθης’’, ήρθε το 2004 συγκεκριμένα, ενώ ήμασταν για καφέ μαζί με δυο καλούς μου φίλους , τον Ζαχαρία Κατσακό (από τους σπουδαιότερους κριτικούς λογοτεχνίας που έχουμε σήμερα πανελλήνια) και τον φιλόλογο Λευτέρη Διγενάκη. 
Ο Ζαχαρίας μου πρότεινε να γράψω κάποτε για μια μοιραία γυναίκα που θα μπορούσε ν’ αναστατώσει ζωές κι ένα κόσμημα που να συνδέεται μαζί της μ’ ένα παράδοξο τρόπο. Σημείωσα την πρόταση σ’ ένα μπλοκάκι, αλλά αυτό κάπου παράπεσε και ξεχάστηκε. Το ανακάλυψα ξανά το 2009 κι η ιδέα αυτή πυροδότησε άμεσα τη φαντασία μου. 
Τοποθέτησα λοιπόν την έναρξη του αφηγηματικού καμβά στο Λασίθι, στοχεύοντας στην Κρητική Επανάσταση του 1866-69, επειδή η συγκεκριμένη εποχή δεν είναι τόσο γνωστή. Άλλωστε η Κρήτη μας είναι ακένωτη πηγή έμπνευσης, σημείο αναφοράς.’’ Το αλάτι της γης είναι η Κρήτη. Ποτέ μη φύγεις απ’ την αγκαλιά της’’, μου παράγγελνε ο αείμνηστος Γιώργος Κανελλόπουλος, ο πρώτος μου εκδότης.

Ποια είναι η Μάχρια και ποια η ιστορία της;
Σας απαντώ με το κείμενο που αναφέρεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: “Κρήτη 1867, Λασίθι. Μες στην καρδιά της Κρητικής Επανάστασης γεννιέται ένα κορίτσι, άνομος καρπός της κόρης ενός άρχοντα της περιοχής κι ενός αντάρτη. Το νεογέννητο δίνεται για υιοθεσία σε ζευγάρι Τούρκων, εν αγνοία της οικογένειας, ενώ ο παππούς του βρέφους του χαρίζει ένα βαρύτιμο αρχαίο κόσμημα, με την ευχή και την κατάρα να μην το αποχωριστεί ποτέ. Είναι συνυφασμένο με τη μοίρα του... 
Έτσι ξεκινάει η ιστορία της πανέμορφης Μάχρια, που θ’ απλωθεί στη συνέχεια και θ’ αγκαλιάσει την Κρήτη των αιματοβαμμένων αγώνων, την Κωνσταντινούπολη των χρόνων της βασιλείας του Αβδούλ Χαμίτ του Β’, την Έφεσο, το Αιγαίο Πέλαγος την εποχή του τέλους της πειρατείας, τη γοητευτική Μασσαλία και το κομψό Παρίσι των αρχών της Μπελ Επόκ.
Ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα, πρωτότυπο σε δομή και σύλληψη, με μια πλειάδα ηρώων, που αναπνέουν στον κοφτό ρυθμό της ιστορίας –έρμαια των παθών και των λαθών τους– ανάμεσα από συγκλονιστικούς έρωτες, τεκμηριωμένα ιστορικά γεγονότα, περιπέτειες, ίντριγκες, μάχες και ναυμαχίες, αλλά και παριζιάνικα μπιστρό, πολυτελείς επαύλεις και αίθουσες τέχνης, συνθέτοντας την ολοζώντανη νωπογραφία μιας ολόκληρης εποχής που σημάδεψε τα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίζει…

Ποια θέματα πραγματεύεται εν γένει ‘’Η Μάχρια της Λήθης’’;
Τα θέματα που θίγονται μέσα στο βιβλίο είναι αρκετά, πολύπλευρα και καίρια. Ενδεικτικά αναφέρω: η θέση της γυναίκας στον μουσουλμανικό κόσμο, η προσπάθεια χειραφέτησής της μέσω της καλλιέργειας και της μόρφωσης, το θέμα της υιοθεσίας και η οικογένεια ως αξία, η ανδρεία, ο ηρωισμός, η τιμή, η βία και η υποδούλωση, η εξάρτηση, η εκδίκηση, η θυσία, η διπλωματία, ο έρωτας δυνάστης ή καταλύτης, η λαγνεία, η λατρεία της ομορφιάς σε όλες τις παραμέτρους, η τέχνη, η ιστορία του κάθε τόπου, ο θρησκευτικός σκοταδισμός και οι κοινωνικές συμβάσεις, η έννοια της ελευθερίας, ο ύμνος στη φιλία και ουσιαστικά η ανατροπή, η επανάσταση. 
Η ‘’Μάχρια της Λήθης’’ είναι ένα γοητευτικό ταξίδι στο χρόνο, σε τόπους σκληρούς αλλά και μαγικούς , που τους στιλβώνει η αχλή της Ιστορίας και του μύθου, ταυτόχρονα με την ανάγκη των ηρώων να σπάσουν τα δεσμά τους και να πορευτούν όπως αυτοί ποθούν κι ονειρεύονται. 

Για να γράψετε το βιβλίο σας χρειάστηκε να κάνετε έρευνα για την εποχή στην οποία αναφέρεστε;
Χρειάστηκε επίπονη και σχολαστική έρευνα, προκειμένου να αναδειχθεί και να φωτιστεί και η παραμικρή λεπτομέρεια. Μελέτησα άπειρα βιβλία (σημείο αναφοράς ο Καπετάν Μιχάλης του Καζαντζάκη, τα αριστουργήματα του Ντοστογιέφσκι, του Γκόγκολ και του Τολστόι αλλά και τα βιβλία της Ρέας Γαλανάκη), ιστορικά επίσης, βιογραφίες και μυθιστορήματα, αφιερώματα εφημερίδων, διάβασα πολύ για την Κωνσταντινούπολη, τους μουσουλμανικούς νόμους, έσκυψα πάνω σε χάρτες, μπήκα στο ίντερνετ για εικόνες πλεούμενων της εποχής, μελέτησα ακόμα και ναυτικούς όρους, επειδή ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται εν πλω. 
Επίσης προσπάθησα να αναπλάσω και να δώσω το ανάλογο στυλ στην πόλη της Μασσαλίας, στα ρούχα εποχής, τα έπιπλα, έψαξα για ποτά, φαγητά, μέσα μεταφοράς, μνημεία, έκανα ειδική μελέτη για το όπιο, αλλά και για την τεχνοτροπία των ζωγράφων (Ρενουάρ, Μονέ κ.λπ.) βοήθησαν πολύ και οι ανάλογες ταινίες που παρακολούθησα.
Πολύτιμη στάθηκε και η εμπειρία μου από τη μαθητεία μου στο Παρίσι, σαν σχεδιάστρια μόδας. Βοήθησε πολύ στην αναπαράσταση του τέταρτου μέρους, που είναι το Παρίσι των αρχών της Μπελ Επόκ. 

Ανακαλύψατε κάτι που σας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και το ενσωματώσατε στο βιβλίο σας;
Η εφημερίδα ‘’Πατρίς‘’ έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πορεία και την εξέλιξη του μυθιστορήματός μου. Ένα άρθρο σας (5-1-2010) μου έκανε μεγάλη εντύπωση ‘’Αρχαία Ελεύθερνα: Στις 10 πιο εντυπωσιακές ανασκαφές στον κόσμο’’. 
Εκτός των άλλων, έγραφε: ’’Η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε τρεις γυναίκες ιέρειες ή πριγκίπισσες στολισμένες με εξαιρετικής τέχνης χρυσά κοσμήματα, οι οποίες βρέθηκαν θαμμένες, σχεδόν αγκαλιά, σε μεγαλοπρεπή κτιστό τάφο στην Αρχαία Ελεύθερνα’’.
Περιγράφονται στη συνέχεια τα κοσμήματα, τα υλικά από τα οποία ήταν φτιαγμένα κ.λ.π., πράγμα το οποίο βρήκα συναρπαστικό και ήταν ακριβώς αυτό το οποίο έψαχνα, για να περιγράψω και να στήσω το μυστήριο που περιβάλλει το δομικό στοιχείο της πλοκής. Το βαρύτιμο κόσμημα που δωρίζει ο άρχοντας και παππούς του παιδιού, Λεωνίδας Καλλιμάρκος στη νεογέννητη Μάχρια.
Έτσι λοιπόν, προς χάριν της αφήγησης έκανα ένα ουσιαστικό αναχρονισμό (στην ουσία δυο) που αφορούν: Την ανακάλυψη τάφου στην Αρχαία Ελεύθερνα εναποθέτοντας την στο 1867, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για πολύ μεταγενέστερη ανασκαφική εργασία (1985), καθώς και την ανακάλυψη της Κνωσού από τον σερ Άρθουρ Έβανς που την τοποθέτησα στο 1863, προκειμένου να στηρίξω τον αφηγηματικό ιστό. 

Ποιες είναι οι δυσκολίες ενός ιστορικού μυθιστορήματος;
Η σαφής αναπαράσταση της εποχής, η τεκμηρίωση και διασταύρωση των πραγματικών ιστορικών γεγονότων αλλά και των αρχαιολογικών ερευνών που πάνω τους ‘’το κείμενο πατάει’’ για να ανασυσταθεί η εκάστοτε χρονική περίοδος, η συστηματική μελέτη όλων των στοιχείων που σχετίζονται με την ιστορική ανασύνθεση, 
και τέλος η ικανότητα και η μαστοριά του συγγραφέα να φέρει το τότε στο σήμερα και να ξαναχτίσει ένα ολόκληρο σύμπαν από την αρχή. 

Ο αναγνώστης υπάρχει στην σκέψη σας όταν γράφετε;
Ένας πραγματικός συγγραφέας, λέγεται, ότι δεν υπολογίζει τον αναγνώστη. Γράφει για να ικανοποιηθεί πρωτίστως ο ίδιος και στη συνέχεια για να μοιραστεί τα συναισθήματα και τις ανησυχίες του με το κοινό του. Κατά τη δική μου άποψη, οι συγγραφείς θα πρέπει να προσπαθούμε να εκμαιεύουμε προσοχή και συγκίνηση από τους αναγνώστες ανανεώνοντας το ενδιαφέρον τους κάθε φορά διότι πολύ απλά γράφουμε για να διαβαζόμαστε. Πρωτίστως λοιπόν εκφράζομαι, απευθύνομαι, μοιράζομαι και έτσι ψυχικά τροφοδοτώ και ανατροφοδοτούμαι.

 Το να γράφετε ποίηση έχει άλλη διαδικασία από αυτήν της συγγραφής ενός μυθιστορήματος;
Σαφέστατα. Η ποίηση για τους αυθεντικούς ποιητές, είναι στάση ζωής, θρησκεία και όραμα. Δεν λες π.χ. ‘’Τώρα θα καθίσω να γράψω ένα ποίημα’’, όπως συμβαίνει με το μυθιστόρημα που κάθεσαι, το δουλεύεις ώρες, μέρες, χρόνια και το χτίζεις κομμάτι κομμάτι. Το ποίημα βγαίνει απ’ τα έγκατα της ψυχής σου, με ωδίνες και οδύνη και περικλείει μέσα σε ελάχιστες λέξεις όλα όσα ποθείς να εκφράσεις. Έχει μια πρωτοφανή δύναμη που συγκλονίζει. 
Φυσικά και αυτό το είδος γραπτού λόγου, σμιλεύεται στην πορεία και τελειοποιείται ανάλογα. Δεν πρέπει να διστάζεις να πετάς, προκειμένου να αναδείξεις την αυθεντικότητα του νοήματος, την ομορφιά των σωστά τοποθετημένων λέξεων, η λιτότητα και η πύκνωση στην ποίηση και στο διήγημα αντίστοιχα, είναι αρετές. Μπορεί να γυρεύεις μια και μοναδική λέξη, ικανή ν’ απογειώσει το ποίημα, για μέρες. Οι ποιητές είναι θηρευτές λέξεων.

Η κρίση έχει επηρεάσει το χώρο του βιβλίου;
Οπωσδήποτε. Το βιβλίο ήταν και παραμένει ακριβό στην Ελλάδα. Και τώρα με την κρίση, ένας μέσος αναγνώστης δεν μπορεί να διαθέσει είκοσι, εικοσιπέντε ευρώ για ένα μόνο βιβλίο. 
Ευτυχώς οι εκδότες χαμήλωσαν λίγο τις τιμές στις νέες κυκλοφορίες, διεξάγονται πλέον τακτικά ‘’παζάρια’’ με πληθώρα προσιτών βιβλίων, γνωρίζουν δόξες τα βιβλιοπωλεία του διαδικτύου, που προσφέρουν παλαιότερες εκδόσεις και προσφορές σε επίσης μειωμένες τιμές, αλλά τα μικρά βιβλιοπωλεία στενάζουν.
Ένα από τα θετικά της κρίσης είναι ότι συνέβαλε στο να δημιουργηθούν και να εξαπλωθούν οι λέσχες ανάγνωσης-ήδη στο Ηράκλειο υπάρχουν πάνω από είκοσι και με διαφορετική θεματολογία- αποτελώντας μια σημαντική προσπάθεια για την διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού, με γνώμονα το ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία, την τέχνη γενικότερα, τις ζεστές ανθρώπινες σχέσεις, καθώς και την προώθηση του βιβλίου πανελληνίως .

Μπορεί κάτι να αλλάξει με δεδομένη την ενασχόληση σας σε θέματα γυναικείας ταυτότητας ,οικογένειας αλλά και ευάλωτων κοινωνικών ομάδων;
Η γυναίκα είναι από τη φύση της πλασμένη να υποδύεται, να υπερασπίζεται και να υπηρετεί ταυτόχρονα πολλούς ρόλους. Της συζύγου, της μητέρας, της εργαζόμενης και της κοινωνικά ενεργής γυναίκας, ρόλοι αυτονόητοι στη σημερινή εποχή όπου η ίδια καλείται ν’ αποδείξει την αξία της σε όλα τα επίπεδα .Πολλάκις όμως η γυναίκα απαξιώνεται μέσα στην ίδια της την οικογένεια. Μεγαλώνοντας σε ένα ασταθές περιβάλλον τα παιδιά, οι έφηβοι κυρίως ,μπορεί να αναπτύξουν ψυχολογικά προβλήματα κ.α. Μόνο μέσα σε μια ζεστή φωλιά τα παιδιά νιώθουν στήριξη, θαλπωρή και κυρίως ασφάλεια, στοιχεία που θα τα βοηθήσουν να αναπτύξουν μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα σε βάθος χρόνου. Όμως με την κατάλληλη προσέγγιση των συζύγων και την από κοινού συζήτηση, όλα μπορούν να επιλυθούν με τον καλύτερο τρόπο. 
Όσο για τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (Τρίτη ηλικία, άτομα με ειδικές ανάγκες, μετανάστες, τσιγγάνοι, άτομα που ανήκουν σε χαμηλά κοινωνικά στρώματα), αξίζει η πολιτεία, αλλά και ο καθένας μας επίσης, να σκύψει πάνω στα προβλήματα και τη δυστυχία τους, όχι πάντα με χρήματα που σίγουρα στις μέρες μας δεν περισσεύουν, αλλά με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο, παρέχοντας βοήθεια, στήριξη, έγνοια κι ανθρωπιά, κάνοντας πράξη την αλληλεγγύη, την αγάπη αλλά κυρίως τον σεβασμό στην ανθρώπινη υπόσταση.