Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Όπου είμαι εγώ, δεν είναι ο θάνατος, όπου είναι ο θάνατος, εγώ δεν είμαι

Επίκουρος


Μια σοκολάτα αμυγδάλου σού φέρνει ευτυχία

Κάτι επάνω της την έκανε να μοιάζει με γριά, κοιτάζοντας τη ζωή και τη μοίρα της να περνούν από μπροστά της χωρίς να τους δίνει την παραμικρή σημασία. Νόμιζα πως το λεωφορείο θα συνέχιζε χωρίς να σταματήσει, αγνοώντας το νεύμα της, ένα χέρι με ξυλιασμένα δάχτυλα, με ξεφτισμένα βαμμένα ασημί βρόμικα νύχια. Αλλά τα φρένα στρίγκλισαν, η πόρτα ανοιγόκλεισε σφυρίζοντας, σκόνη και λάσπες τύλιξαν τους τροχούς του κήτους που αγκομαχούσε, πιάστηκε εκείνη στη χειρολαβή. Ανέβηκε.
Αυτή η γριά είναι μόλις είκοσι χρονών ή και λιγότερο… Ανασαίνει με δυσκολία, καθώς γυρίζει την πλάτη στον οδηγό κι έρχεται προς το μέρος μου, ταλαντευόμενη ανάμεσα στις χειρολαβές των καθισμάτων. Κάθομαι περίπου στη μέση, η θέση δίπλα μου είναι άδεια. Όλες οι υπόλοιπες είναι πιασμένες. Τη βλέπουν όλοι σε τέτοιο χάλι, αλλά κανένας δεν της παραχωρεί τη θέση του. Σκιρτώ καθώς σηκώνομαι, της κάνω νεύμα να καθίσει προς τη μεριά του παραθύρου, τρεκλίζει, πάει να πέσει, την τελευταία στιγμή τη συγκρατώ. Μ’ ευχαριστεί σιγανά, κάθεται επιτέλους.
Σκούρα κατσαρά μαλλιά, αφρόντιστα σχεδόν, ακουμπούν στον ώμο μου. Με την άκρη του ματιού μου παρατηρώ το βρόμικο τζιν της να πλέει πάνω της σκισμένο σε τρεις μεριές, –όπως το θέλει η μόδα ή η ανέχεια, εξαρτάται από ποια πλευρά βρίσκεσαι– τη μαύρη της μπλούζα σχεδόν κουρέλι, μ’ ένα αμερικάνικο διαφημιστικό σήμα τυπωμένο στο κέντρο. Το δέρμα της έχει το χρώμα του κεριού, είναι χλομό και διάφανο σαν δάκρυ λαμπάδας. Βγάζω τα μαύρα μου γυαλιά για να την παρατηρήσω καλύτερα.
Ωραίο προφίλ. Έχει ένα πρόσωπο που λες κι ανοίγει τα πορτόφυλλα των ονείρων σου. Οβάλ, γλυκό, σαν πρόσωπο Μαντόνας. Τα μάτια της είναι κατακόκκινα και γκρίζα σαν της γάτας. Με μαύρους κύκλους γύρω τους, τόσο σκοτεινούς, που ακόμα και στο μισόφωτο θα ξεχωρίζουν. Πόσο μάλλον τώρα, εκτεθειμένοι όπως είναι στο γαλακτικό φως του νέον της οροφής… Τρέμει.
Πασχίζει να στριμώξει στην αριστερή τσέπη του τζιν μια φοιτητική ταυτότητα. Κάτι βαρύ κι αόρατο πλανιέται πάνω από τους ώμους της. Κυρτώνουν.
«Είσαι καλά, κοπέλα μου;» τη ρωτώ.
Απάντηση καμία.
«Μήπως κρυώνεις; Εσύ τρέμεις…»
Πάω ν’ ακουμπήσω το μέτωπό της. Είναι ιδρωμένο, παγωμένο.
Τινάζεται απότομα.
«Μη μ’ αγγίζεις. Δε θέλω να μ’ αγγίζουνε.»
Αποσύρω το χέρι μου . Πάνω του μένει η αίσθηση του κρύου δέρματός της.
Ένα ακόμα πρεζόνι … σκέφτομαι . Δεν την παρεξηγώ. Ξέρω τι περνάει.
Έξω από το παράθυρο βιτρίνες, κι άλλες βιτρίνες, πεζοί και διασταυρώσεις κι αυτοκίνητα, πλήθος τ’ αυτοκίνητα. Η οχλοβοή της κίνησης δε λέει να καταλαγιάσει, ο αρρωστημένος αέρας που χιμά απ’ τα μισάνοιχτα παράθυρα του λεωφορείου έχει την αποκαμωμένη μυρωδιά του μεσημεριού: σκόνη, βενζίνη, ανάκατες μυρωδιές από τσιγαρισμένα κρεμμύδια. Το μεσημεριανό γεύμα στα περισσότερα σπίτια παίρνει να ετοιμάζεται σιγά σιγά. Το ραδιόφωνο μέσα στο λεωφορείο εκπέμπει ακόμα ένα από εκείνα τα μπουζουκοτράγουδα του συρμού, αντί για μια αισθησιακά θλιμμένη μελωδία που η αλήθεια είναι πως θα ταίριαζε γάντι σε τούτη τη “σκέτη μελαγχολία” μέρα.
Παράταιρος συνειρμός, σκέφτομαι.
Γύρω μου, δίπλα μου ολότελα, η πραγματικότητα με φτύνει…
Ψιλοβρέχει. Δυο τρεις σταγόνες βροχής, που μπαίνουν λαθραία απ’ το κατεβασμένο τζάμι, σκοντάφτουν πάνω στο μέτωπό της. Δάκρυα θλίψης που πέφτουν απ’ τον ουρανό.
«Να δεις που κλαίει ο Θεός για μένα…» ακούω να παραμιλάει το ανθρώπινο ερείπιο δίπλα μου, ψηλαφίζοντας το βρεγμένο της δέρμα.
Αναστατώνομαι. Μέσα σ’ αυτό το όμορφο μαστουρωμένο κεφάλι νόμιζα πως υπάρχει μόνο ένας σωρός σβησμένη στάχτη. Αίφνης, θα μπορούσα να γράψω ένα ολόκληρο λεξικό με λέξεις που να είναι σε θέση να την περιγράψουν, να περιγράψουν τον οίκτο, τη θλίψη, αλλά πάνω απ’ όλα την αποστροφή που νιώθει η κοινωνία για τέτοιου είδους πλάσματα.
“Φτωχή, δυστυχισμένη, άθλια, τιποτένια ανθρώπινη ύπαρξη, ανίκανη, αξιολύπητη, αξιοκαταφρόνητη, θλιβερή, άτυχη, άδεια, ελεεινή, κακορίζικη, άξια της τύχης της, ανόητη, εκφυλισμένο και απεχθές άτομο, απελπισμένη, μιαρή, περιφερόμενη αρρώστια που μολύνει στην όποια επαφή, επικίνδυνη, κοινωνική λέπρα.”
Τ’ αξίζει όλα τούτα; Όχι. Όχι βέβαια. Μπορείς να βουλιάξεις, να λιώσεις, να εξαφανιστείς κάτω από το βάρος των λέξεων. Οι λέξεις σκοτώνουν. Σε στήνουν στον τοίχο και σ’ εκτελούν. Το ίδιο και η συμπεριφορά των δήθεν τέλειων συνανθρώπων μας, αυτών των αναμάρτητων που μπορούν να σε λιθοβολούν με μένος πρώτα και κατόπιν να κοιμούνται αμέριμνοι τον ύπνο του δικαίου. Αδιαφορώντας αν τούτοι της κοινωνίας οι απόκληροι, πάνω στην αδυναμία τους ν’ αντισταθούν στην πλαστή κι εφήμερη “ευδαιμονία” των ναρκωτικών, σηκώνουν το σταυρό όλων των γκρίζων ημερών του κόσμου.
«Έχω μια κόρη στην ηλικία σου. Μου τη θυμίζεις.»
«Σπουδαία κόρη έχεις, αν είναι σαν κι εμένα.»
«Γιατί, τι έχεις εσύ;»
«Σου φαίνομαι, κύριος, φυσιολογικό άτομο; Μια ξεραμένη κουράδα είμαι, που κάνει μπαμ από χιλιόμετρα…»
«Μη μιλάς έτσι. Όλοι έχουμε κάποια αξία.»
«Η δική μου μας τελείωσε από καιρό. Μια φούσκα ήταν που έσκασε στο χρηματιστήριο, χα χα… Σ’ έπιασε πόνος για το ποιόν μου δηλαδή; Ή μήπως έχεις αλλού το νου σου; Σας ξέρω εγώ κάτι τέτοιους “κυρίους” σαν και του λόγου σου. Πάτε να μας ρίξετε με φιλανθρωπίες και γλυκόλογα, μπας και σας κάτσουμε. Σας ξέρω εγώ…»
«Με παρεξήγησες. Δεν είμαστε όλοι το ίδιο. Θα σου μιλούσα για την κόρη μου, αν είχα σκοπό κάτι τέτοιο;»
«Δεν ξέρω. Δεν είμαι συνηθισμένη να μου μιλάνε. Ποιος ν’ ασχοληθεί με κάποια σαν κι εμένα. Όλοι μ’ αποφεύγουν σαν το διάβολο το λιβάνι. Έχεις μια σοκολάτα;»
«Δε συνηθίζω να κουβαλάω μαζί μου σοκολάτες. Αλήθεια, πού κατεβαίνεις; Αν είναι, να κατέβω κι εγώ στην ίδια στάση για να σου πάρω μία. Έχει περίπτερα παντού.»
«Δεν έχεις δουλειά, φαίνεται, ή πας να μου την πέσεις με το γάντι.»
«Αυτό ξέχασέ το. Πού κατεβαίνεις, είπαμε;»
«Εθνικής Αμύνης.»
«Κι εγώ εκεί κατεβαίνω έτσι κι αλλιώς. Φτάνουμε όπου να ’ναι. Σήκω.»


Τη σοκολάτα τη διάλεξα εγώ. Ίον αμυγδάλου. Πήρα δύο. Τη μία της την έδωσα. Η άλλη παραμένει στην τσέπη μου άθικτη. Την ξετύλιξε ανόρεχτα, αλλά δάγκωσε ένα μεγάλο κομμάτι και το άφησε να λιώσει αργά στο στόμα της.
«Μια σοκολάτα Ίον αμυγδάλου σού φέρνει ευτυχία…» σιγοτραγουδά χαμογελώντας.
Είναι το πρώτο, το παρθενικό της χαμόγελο. Γραπώνω ένα δάκρυ μου, που πάει να ξεμυτίσει. Δεν το αφήνω να δει φως. Παίρνω μια βαθιά, πολύ βαθιά ανάσα.
«Πού το ξέρεις ότι μ’ αρέσει αυτή η συγκεκριμένη σοκολάτα;»
«Δεν το ξέρω. Απλά ξέρω πως αρέσει και στην Έλενα.»
«Ποια είναι η Έλενα;»
«Το κοριτσάκι μου. Το αγαπημένο μου κοριτσάκι.»
«Μιλάς σαν χαζομπαμπάς.»
«Είμαι.»
«Εγώ δεν έχω πατέρα. Δεν τον γνώρισα ποτέ. Μάλλον φύτρωσα από μόνη μου μες στην κοιλιά της μάνας μου. Έτσι σκέφτομαι.»
«Έτσι νομίζεις ότι ξεπερνάς την απώλειά του. Κι η μητέρα σου;»
«Άσ’ την αυτή. Καμένο χαρτί. Ούτε και ξέρω πού βρίσκεται. Με πέταξε έξω μόλις ανακάλυψε ότι ο πατριός μου μ’ έβρισκε καλύτερη από κείνη. Άργησε να το ανακαλύψει, αλλά χαίρομαι που το κατάλαβε τελικά, γιατί γλίτωσα κι από τους δυο. Τυχερή η κόρη σου που σ’ έχει. Μου φαίνεσαι καλός. Δε ξέρω γιατί, αλλά μου φαίνεσαι καλός.»
«Κι εσύ τι κάνεις; Πώς ζεις; Είδα μια φοιτητική ταυτότητα να βάζεις στην τσέπη σου.»
«Χα, με πέρασες για φοιτήτρια; Καλό αυτό, αλλά πού τέτοια τύχη. Την ταυτότητα την έκλεψα από μια πραγματική φοιτήτρια σ’ ένα απ’ αυτά τα καταραμένα πάρτι, καταλαβαίνεις τι τύπου. Το πορτοφόλι που την είχε μέσα είχε μαζί και λεφτά κάμποσα. Έτσι την έβγαλα για μερικές μέρες. Μη ρωτάς πώς ζω. Ούτε πού μένω. Από δω κι από κει. Άσ’ τα. Θλιβερά πράγματα.»
«Πεινάς; Εγώ πεινώ πάντως. Θέλεις να φάμε παρέα;»
«Δεν είμαι καλή παρέα και το ξέρεις.»
«Επιμένω.»
«Μου κάνει εντύπωση που μου φέρεσαι τόσο καλά. Που νοιάζεσαι για μένα. Αλήθεια, δεν ντρέπεσαι να κυκλοφορείς μαζί μου;»
«Έλα, πάμε να φάμε. Στην Έλενα αρέσουν τα ντολμαδάκια και το παστίτσιο. Εσένα σ’ αρέσουν;»
«Μη ρωτάς. Έχω καιρό να φάω σαν άνθρωπος.»
«Να μπούμε εδώ; Έρχομαι τακτικά και με ξέρουν.»
«Και δεν μπαίνουμε;»



Ο Ηλίας ο σερβιτόρος με γνωρίζει. Δεν είναι περίεργος, αντίθετα είναι πολύ διακριτικός. Παίρνει παραγγελία χωρίς να ρίξει ούτε ματιά στη συνοδό μου. Σε χρόνο μηδέν γεμίζει το τραπέζι μας. Τα ντολμαδάκια και το παστίτσιο τα φέρνει χωρίς να τα παραγγείλω. Ξέρει.
Σε λίγο μαθαίνω τ’ όνομά της κι αυτή το δικό μου. Τη λένε Θεανώ, μου λέει και το επίθετο. Τρώει ανόρεχτα, τσιμπάει σαν πουλάκι. Σημασία έχει να βάλει κάτι στο στόμα της, σκέφτομαι, καθώς την παρατηρώ να παίζει με τα μακαρόνια του παστίτσιου. Μαθαίνω για τη ζωή της. Ξεκίνησε τα ναρκωτικά στα δώδεκα για να ξεπεράσει το φόβο για τον πατριό της και την ανασφάλεια από τη συμπεριφορά της μάνας της. Το πρώτο της φλερτ, ένας δεκαπεντάχρονος, στο πρώτο τους ραντεβού την πήγε σ’ ένα πάρτι. Της έριξαν κάτι σ’ ένα ποτήρι με κόκα κόλα. Τα μάτια της γυαλίζουν, καθώς περιγράφει τη φανταστική εμπειρία του πρώτου της “ταξιδιού”. Όμως από τότε, κάθε μέρα, κάθε ώρα μετανιώνει για εκείνη την καταραμένη σκόνη που την οδήγησε σταδιακά στον πλήρη ξεπεσμό.
Ξεκίνησε με χάπια. Αμφεταμίνες. Στη συνέχεια δοκίμασε “αθώο” χασισάκι, για να μην έχει, λέει, ενοχές, έπειτα μαριχουάνα, LSD. Εδώ και τέσσερα χρόνια όμως αναπόφευκτα κύλησε στην “άσπρη”.
Έφυγε απ’ το σπίτι της στα δεκαπέντε. Άλλαξε πόλη. Ήρθε στην Αθήνα με κάποιον που της υποσχέθηκε πως θα τη βοηθούσε να ξεπεράσει τα προβλήματά της. Τον εμπιστεύτηκε. Γαντζώθηκε πάνω του, μπορεί και να τον αγάπησε. Αποτέλεσμα; Αυτός, αφού τη βαρέθηκε, την έσπρωξε ακόμα πιο βαθιά στο βόρβορο. Σταμάτησε το σχολείο, έψαξε για δουλειά. Αλλά ποιος να κρατήσει στη δούλεψή του ένα παιδί, κι επιπλέον σ’ αυτό το χάλι; Στην αρχή ζητιάνευε, έπειτα έγινε βαποράκι, στο τέλος αναγκάστηκε να εκπορνευτεί. Για τη δόση… Τώρα πια έχει μείνει σκιά του εαυτού της. Μένει σ’ ένα βρομερό τριάρι παρέα με άλλους τρεις του σιναφιού της.
«Ακόμα μια πολύ συνηθισμένη ιστορία, ιδανική για σίριαλ» λέει στο τέλος σαρκαστικά.
Δεν μπορώ να την κοιτάξω στα μάτια. Φοβάμαι μην τρομάξει και σηκωθεί να φύγει.

Η σειρά μου σαν θα ’ρθει,
από μόνος μου ήρεμος
θα γδυθώ για τον ύπνο τον έσχατο

Οι στίχοι του Μπατάιγ τρυπούν τη σιωπή του μυαλού μου. Περνούν μπροστά απ’ τα μάτια μου σαν διαφημιστικό τρέιλερ.

Αγάπη αγνή που αγκαλιάζεσαι απ’ το φόβο…

Αυτοί οι τελευταίοι είναι δικοί μου στίχοι. Ο λόγος ρέει στον τόνο της μνήμης. Τέτοιες σκέψεις τέτοια ώρα; Κι όμως. Η ποίηση νικά την απόγνωση.
Συνεχίζω να πίνω την μπίρα μου. Είναι πικρή και παγωμένη σαν την καρδιά μου.
«Ζωή σκατένια, κύριε Λάμπη, βλέπεις; Δεν μπορώ να ξεφύγω. Κάθε βράδυ ονειρεύομαι την απεξάρτηση, λέω πρέπει κάτι να κάνω, το ξέρω πως γρήγορα θα πεθάνω αν συνεχίσω έτσι… Και μετά, όταν αρχίσω να το ζητώ το καταραμένο, όταν στριφογυρίζει το μυαλό μου σαν να θέλει να τρυπήσει το κρανίο μου, όταν οι πόνοι και τα ρίγη από τη στέρηση γίνονται αβάσταχτα –το σώμα μου μ’ εκδικείται– τότε τρέχω σαν λυσσασμένη στους δρόμους, ψάχνοντας για τη σκόνη που θα με λυτρώσει, αυτή την ίδια που θα με σκοτώσει μια μέρα… Δεν ξέρω αν θέλω να ζήσω. Κι αυτή ζωή δεν είναι, κύριε Λάμπη. Δε μιλάς; Γιατί κλαις; Μη με λυπάσαι…»
Απελευθέρωσα τα δάκρυά μου. Βροχή πέφτουν στο πιάτο μου με το μισοφαγωμένο γιουβέτσι. Δεν μπορώ να μιλήσω. Η συγκίνηση μου ’φαγε τη γλώσσα.
«Εσύ μη στενοχωριέσαι. Έχεις την Έλενα. Έχεις το παιδί σου, έχεις τον κόσμο όλο. Κάτι μου λέει πως είσαι καλός γονιός. Μπορώ να σου ζητήσω κάτι;»
«Ό,τι θες, Θεανώ.»
«Θα ’θελα να γνωρίσω την Έλενα. Έχεις φωτογραφία της;»
«Να, εδώ στο πορτοφόλι μου την έχω.»
Βγάζω τη φωτογραφία της μονάκριβής μου και της τη δίνω.
Το γέλιο της αστράφτει σαν όλες τις γιορτές του κόσμου, φωτίζοντας τη μουντή ατμόσφαιρα της ταβέρνας.
«Ωραία κοπέλα. Πόσο χρονών είναι;»
«Στην ηλικία σου περίπου. Δεκαοχτώ.»
«Εγώ έχω ξεχάσει πόσο είμαι. Πάντως θα ήθελα στ’ αλήθεια να τη γνώριζα από κοντά. Να δω πώς είναι ένα φυσιολογικό παιδί. Ένα παιδί που θα πατά στα πόδια του, που θα ’χει μάτια και κότσια ν’ αντικρίσει το μέλλον, γιατί μεγάλωσε με τρυφερότητα, με σταθερότητα, με αγάπη. Αλλά τι σου λέω τώρα, κύριε Λάμπη… Σιγά να μη θέλει η κόρη σου να γνωρίσει την απόλυτη παρακμή. Θα τρομάξει σαν μ’ αντικρίσει, το ξέρω.»
«Μπορούμε να πάμε να τη δούμε, αν θες. Το σπίτι της είναι τέσσερις στάσεις παρακάτω.»
«Δε μένει μαζί σας;»
«Όχι πια. Έχει το δικό της σπίτι.»
«Σπουδάζει;»
«Πολλά ρωτάς, Θεανώ. Πάμε;»
Πληρώνω, αποχαιρετώντας τον Ηλία. Μας ξεπροβοδίζει μέχρι την πόρτα.
«Να προσέχεις, κυρ Λάμπη» μου λέει. «Χαιρετισμούς στην κυρία Μάγδα.»
Σε λίγο ανεβαίνουμε μαζί με τη Θεανώ σ’ ένα ακόμα λεωφορείο. Στην κωλότσεπη έχω δύο εισιτήρια. Όλοι εκεί μέσα μάς περιεργάζονται εξονυχιστικά. Βλέμματα επικριτικά, οίκτου, δεν ξέρω. Δε μ’ απασχολεί. Αμίλητοι, μετά από τρεις στάσεις, κατεβαίνουμε.
Περπατάμε. Εγώ πιο γρήγορα, εκείνη σέρνεται. Είναι φανερό πως κάνει προσπάθεια. Τέσσερα τετράγωνα παρακάτω σταματώ.
«Φτάσαμε» λέω στη Θεανώ και την προσπερνώ ανεβαίνοντας με λαχτάρα τα μαρμάρινα σκαλοπάτια.
«Εδώ… είναι το σπίτι της Έλενας;» Η φωνή της, φωνή που ξυρίζει με κρυμμένες λάμες, ακούγεται πίσω μου. Η μαύρη, καγκελωτή πόρτα είναι ορθάνοιχτη. Μπροστά μας απλώνεται ένας κάμπος ολόλευκος, σπαρμένος με σταυρούς.
Μέσα στο κοιμητήριο γυρίζω και για πρώτη φορά την αγκαλιάζω από τους ώμους, μ’ ένα μικρό, θλιμμένο χαμόγελο. Στέκει και βγάζει τα χέρια απ’ τις τσέπες του τζιν, τα φέρνει στους κροτάφους της, λύνονται τα πόδια της, πια δεν την κρατούν, παραλίγο να καταρρεύσει, την τελευταία στιγμή τη συγκρατώ. Καταλαβαίνει πια πολύ καλά πού είναι η Έλενα. Μόνο που δεν ξέρει γιατί. Και πώς…


Ο τάφος του μοναδικού μου παιδιού λευκός σαν και τα νιάτα της, που της τα τρύγησε η άσπρη σκόνη κάποιο ξημέρωμα Σαββάτου στην τελευταία εκδρομή του λυκείου της στη Ρόδο, λίγο πριν τις Πανελλήνιες. Πεντακάθαρος σαν την ψυχή της την αθώα, στολισμένος με λίλιουμ και λευκά τριαντάφυλλα. Της άρεσαν τα λουλούδια. Με τη φωτογραφία της να γελά, να γελά αιώνια.
Κοιτάζω τη φωτογραφία. Πάντα ακινητοποιημένη, με βλέμμα που σκιάζει μια αδιόρατη θλίψη, με μάτια στεγνά που δεν ανοιγοκλείνουν, κοίταξε για δευτερόλεπτα το φακό μ’ ένα χαμόγελο σαν να ’λεγε στη ζωή: “Περίμενέ με!”
Μα αυτή δεν είχε χρόνο, έτρεχε… να, με μια δρασκελιά τη νιότη της προσπέρασε. Κοιτώ το πρόσωπο της κόρης μου, που είδα να μεγαλώνει, μα όχι να γερνά, πρόσωπο που κάποτε είχε πνοή και όγκο, μπορούσες να το ψηλαφίσεις, να το αγγίξεις τρυφερά, ένα ρόδο που ποδοπατήθηκε ήταν, σπάζοντας τις καρδιές μας δυο στη μέση… Πώς με χαρακώνει τούτο το πρόσωπό σου, Έλενα, που πια δεν αναπνέει, δεν προσμένει τίποτα, δεν αλλάζει, ούτε ένα πετάρισμα τα βλέφαρα, ούτε ένα δάκρυ, μια γκριμάτσα, ένα νεύμα, μια ανάσα, κάτι, κάτι που να χαρακτηρίζει τη ζωή, είναι ένα πρόσωπο που υπάρχει, αλίμονο, τώρα πια μόνο στο χαρτί…
Βγάζω τη σοκολάτα και την ακουμπώ στο μάρμαρο. Κάθομαι δίπλα και χαϊδεύω το σταυρό και τ’ όνομά της. Ξεχνώ τη Θεανώ που στο πλάι μου σπαράζει.
“Μια σοκολάτα Ίον αμυγδάλου σού φέρνει ευτυχία…”
Ακούω τη φωνή της Έλενάς μου σαν σε όνειρο να τραγουδά, τη βλέπω να στροβιλίζεται, μικρό κοριτσάκι ντυμένο στα ροζ, μαθήτρια δημοτικού έτοιμη για την παρέλαση, έφηβη με την πρώτη της μίνι φούστα και τα σιδεράκια στα δόντια, νύφη χλομή σαν κέρινη στο στερνό της ταξίδι…
Πώς να ξεχάσω; Η μορφή της, ολάκερη η ύπαρξή της είναι χαραγμένη με πυρωμένο σίδερο στα φυλλοκάρδια μου. Δεν ξεχνάς παρά μόνο αν ξεχάσεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Αχ! Αν μπορούσα να σταματήσω αυτό το βουητό μες στο κρανίο μου… Μια αδιάκοπη φωνή γεννάει ένα σύννεφο από λόγια, τα λόγια του αστυνομικού που μας πήρε εκείνη τη μαρτιάτικη νύχτα, είναι φοβερό να σε ξυπνά ένα τηλέφωνο τη νύχτα, ένα νυχτερινό τηλεφώνημα σε στήνει στον τοίχο, σε τρελαίνει, σκίζουν τ’ αυτιά μου λόγια μεταλλικά που επαναλαμβάνουν το θάνατο. Τον πιο φριχτό θάνατο…
Ξέρω πως αυτή η φωνή είναι δική μου, έρχεται από μένα κι, αλίμονο, επαναλαμβάνει συνέχεια αυτό που δε θέλω ν’ ακούω… Νιώθω για πολλοστή φορά πως τρελαίνομαι.
«Έλα, κύριε Λάμπη, σήκω. Πάμε τώρα. Νυχτώνει. Σου κάνει κακό να είσαι εδώ…»
Η Θεανώ τώρα προσπαθεί να με σηκώσει, να με τραβήξει πίσω στη σκληρή πραγματικότητα. Γυρίζω και την κοιτώ. Της απλώνω το χέρι, σιωπηλός, ρημαγμένος, άβουλος.
Ξάφνου συνέρχομαι. Θυμάμαι ξανά το σκοπό μου. Το στόχο που όρισα τη μέρα που έχασα την Έλενα.
Εκείνο το βράδυ η Θεανώ κοιμήθηκε σπίτι μου. Εγώ κι η γυναίκα μου της τα εξομολογηθήκαμε όλα. Και την άλλη μέρα πήγαμε μαζί στο κέντρο απεξάρτησης.
Τώρα έχω τρία παιδιά. Ένα αγόρι και δυο κορίτσια. Τον Βαγγέλη, την Κορίνα και τη Θεανώ. Είμαι ο γονιός τους κι είναι όλα τους παιδιά μου. Είμαι συνέχεια δίπλα τους, τα στηρίζω όσο μπορώ και ξέρω πως θ’ αποκτήσω κι άλλα. Δεν τα ψάχνω. Η τύχη μού τα φέρνει μπροστά μου. Κι ίσως το πνεύμα της Έλενας. Ευτυχώς, και τα τρία τους δείχνουν να τα έχουν καταφέρει στο δύσκολο αγώνα της απεξάρτησης. Καθόλου εύκολα, αλλά τα έχουν καταφέρει. Όταν δρασκελούν την πόρτα που τους οδηγεί καθαρούς πια στον έξω κόσμο, τους δωρίζω μια ασημένια πλακέτα που φορούν στο λαιμό με συγκίνηση. Πάνω της γράφει την ημερομηνία της καινούργιας τους γέννησης κι από κάτω:

Η ζωή είναι εδώ…

------------------------------------------------------------------------------------------------------
Δημοσίευση από συνέντευξη τοξικομανούς σε εφημερίδα:

– Μετά από τόσα που πέρασες, ποια είναι για σένα η μαγκιά της ζωής;
– Μαγκιά είναι να ζεις, να μάχεσαι, να παλεύεις και ν’ αγωνίζεσαι σε πείσμα όλων αυτών που θέλουν η νεολαία να ζει σε νάρκη και σε λήθαργο. Για έναν τοξικομανή επανάσταση είναι να κάνει απεξάρτηση. Πρώτα για τον εαυτό του και μετά για όλους τους άλλους. Είμαι ο Γιώργος, ήμουν 15 χρόνια στις ουσίες και είμαι οχτώ χρόνια καθαρός. Ο αγώνας συνεχίζεται…


Το διήγημα ‘’Μια σοκολάτα αμυγδάλου σου φέρνει ευτυχία’’ έχει δημοσιευτεί στην περιοδική έκδοση του Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου το 2008.Tον Δεκέμβριο του 2009 κυκλοφόρησε η ομότιτλη συλλογή διηγημάτων από τις εκδόσεις ''Δοκιμάκη''.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου