Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Μαμά σ' ευχαριστώ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Έψαξα μέσα μου βαθιά κι άφησα να κυλήσουν στο χαρτί στιγμές δικές μας που μοιραστήκαμε, πράγματα που μου χάρισες ανεκτίμητα, που θα τα κουβαλάω μέσα μου για μια ζωή. Για σένα βάζω τις λέξεις στη σειρά σαν και τους πολύχρωμους κύβους μου. Ότι και ν’ αγγίξω , μέσα του βρίσκεσαι…

Μαμά,
Σ’ ευχαριστώ

Που έβγαζες με κόπο χρήματα για να με μεγαλώσεις αν και αναγκαζόσουν να με στερηθείς για αρκετές ώρες.

Που μου μάθαινες και μου μαθαίνεις καθημερινά τον κόσμο. Από την ανατολή του ήλιου μέχρι το φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Που για κάθε μου ερώτηση έχεις μια απάντηση. Αν και συγκρούομαι μαζί σου, μέσα μου θυμώνω επειδή ξέρω εκ των προτέρων ότι πάλι έχεις δίκιο.
Πως μπορείς αλήθεια να προβλέπεις τα απρόβλεπτα;

Που με βλέπεις πάντα μέσα απ’ τα μάτια της αγάπης σου . Για σένα είμαι το ομορφότερο παιδί του κόσμου.

Σ’ ευχαριστώ μαμά,

Που έθαψες τα ταλέντα σου για μας μεγαλώσεις, πήγαινες να δουλέψεις καθημερινά σε μια δουλειά που δεν αγαπούσες για να μη μας λείψει τίποτα, κι ας ‘’μάτωνες ‘’που μάς άφηνες μωρά σε ξένα χέρια, που έπαιζες με το κουβαδάκι μαζί μου πάνω στα βότσαλα μιας παραλίας. Κι ας σ’ έκανε ολοκόκκινη σαν ντομάτα ο ήλιος.

Που έβαζες στο πιάτο σου μικρότερη μερίδα για να μπορέσουν οι άλλοι να φάνε κάτι παραπάνω.

Που έλεγες, ‘’έλα τελείωσε το εσύ’’. Δεν σου άρεσαν δήθεν οι τούρτες και τα παγωτά.

Που έτρωγες τα καμμένα μπιφτέκια χωρίς να διαμαρτύρεσαι, δηλώνοντας μάλιστα: ‘’Μα εμένα μού αρέσει πάντα ότι κάνει κρατς!’’

Που με περίμενες στην πόρτα του σχολείου για να με περάσεις με σιγουριά απέναντι στο δρόμο με τα χίλια αφηνιασμένα μηχανάκια κι αυτοκίνητα κι ας γινόσουν μούσκεμα απ’ τη βροχή.

Που κατάφερνες να χαμογελάς όταν ανέβαζα πυρετό λίγο πριν βγεις έξω, πανέμορφα ντυμένη, μακιγιαρισμένη , έτοιμη για να γιορτάσεις τα γενέθλιά σου. Που τελικά δεν τα γιόρταζες

Που κατάπινες τα δάκρυά σου όταν έσπαζα την τσαγιέρα του καλού σερβίτσιου, όταν λέρωνα με σοκολάτα το χειροποίητο κεντητό τραπεζομάντιλο της δικής σου νεκρής πια μάνας κι αγαπημένης μου γιαγιάς. Δαγκωνόσουν μόνο λέγοντας. ‘’Ε, τι να κάνουμε; Έτσι είναι τα παιδιά.’’

Που με ηρεμείς τόσο γλυκά και τρυφερά, όταν βρίσκομαι εκτός ελέγχου, όταν μου φταίνε οι πάντες και τα πάντα, όταν έχω περίοδο, όταν αγχώνομαι τρελά για ένα μάθημα στις Πανελλήνιες, όταν δεν μου στρώνει το τζιν που αγόρασα πανάκριβα, όταν βγάζω ένα σπυράκι τη μέρα που έχω το πρώτο μου ραντεβού, όταν το αγόρι μου δε με παίρνει τηλέφωνο, όταν αποτυγχάνω στο τεστ οδήγησης.

Διαθέσιμη κάθε στιγμή για να μου δίνεις συμβουλές για τον πονόλαιμο, τον πυρετό, την έννοια μιας άγνωστης λέξης, για τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία και δίσκους, τα καλύτερα θεατρικά έργα, τις τελευταίες ταινίες, για το πώς καθαρίζουν οι δύσκολοι λεκέδες, για δώρα σε συγγενείς και φίλους, οδηγίες για τη χρήση του καινούριου μου πλυντηρίου, τη δοκιμασμένη συνταγή του μουσακά και των παραδοσιακών κουραμπιέδων, πληροφορίες κι αποκόμματα για τον αγαπημένο μου τραγουδιστή, λέξεις συνώνυμες για μια έκθεση.

Που είσαι πανέτοιμη μ’ ένα εισιτήριο στο χέρι, αφήνοντας τα πάντα για να’ ρθεις κοντά μου όποτε σ’ έχω ανάγκη, ακόμα κι αν βρίσκομαι στην άκρη του κόσμου. Αμέσως . Είσαι μια στοργική αγκαλιά να χωθώ μέσα και να κλάψω. Η φιλενάδα μου για να της πω τα νέα. Κάποιος για να του εξομολογηθώ τα προβλήματα της δουλειάς, να ξεσπάσω απάνω του το άγχος των εξετάσεων, να μοιραστώ μαζί του ένα φλιτζάνι καφέ και τα πρώτα μου ερωτικά σκιρτήματα .

Που καταφέρνεις να εξοστρακίζεις όλους μου τους φόβους. Μαζί σου μαμά, τίποτα δε φοβάμαι.

Θυμάμαι όταν γύριζα σπίτι από το σχολείο τρέχοντας, λαχταρώντας να δω εσένα στην κουζίνα με την πολύχρωμη , βρεγμένη συνήθως ποδιά σου, με πιτσιλιές στην μπλούζα από τα κεφτεδάκια που μόλις είχες τηγανίσει, μ’ ανασηκωμένα τα μανίκια κι αναψοκοκκινισμένα τα μάγουλα να με περιμένεις για να σου πω τα νέα του σχολείου.

Αχ, πώς ονειρευόμουν το κέικ με τις σταφίδες και τα κουλουράκια βανίλιας που με περίμεναν σπίτι. Και την αγκαλιά σου.

Θυμάμαι έντονα αυτή τη μυρωδιά της αγκαλιάς σου. Τη δικιά σου μοναδική, προσωπική μυρωδιά που δεν περιγράφεται με λόγια. Τη μυρωδιά που όλα τα παιδιά όσα χρόνια κι αν περάσουν θυμούνται, για πάντα μέσα τους φυλακίζουν.

Μανούλα σ’ ευχαριστώ
που μ’ έμαθες ν’ αγαπώ, να νιώθω, να μοιράζομαι, ν’ αντέχω, να προχωρώ, να μην παραδίνω τα όπλα στην πρώτη αναποδιά, να συμπονώ, να παλεύω , να διατηρώ ψηλά το κεφάλι, να είμαι ευγενική, υπομονετική, να μην τσιγκουνεύομαι την καλοσύνη.

Σου οφείλω τη ζωή, τη γνώση, το ότι είμαι μέχρι τώρα και το ότι θα είμαι για πάντα.

Κανείς δεν σ’ αγαπάει σαν τη μάνα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου