Κυριακή, 12 Μαΐου 2013


Για την γιορτή της μητέρας

‘’ΝΑ ΜΗ ΧΟΡΤΑΙΝΩ’’


Ήθελα να προβάλλεις απ’ την πόρτα
με το πουα σου το φουστάνι
σε χρώμα μπλε με άσπρο,
-αυτό που σου πήγαινε τόσο-
να σιμώσεις πλάι μου,
κι αφού σκάσεις ένα φιλί ροδόσταμο
στα αγουροξυπνημένα μου μάγουλα,
να μου πεις:

‘’Κοριτσάκι μου , καλημέρα.
Τι κάνεις σήμερα;’’
Δεν περίμενες απάντηση.

Ήξερες ότι αφού σ’ είχα ,
ήμουν καλά.

Να φτιάξεις γρήγορα καφέ και για τις δυο μας,
να κόψεις φρέσκια πίτα απ’ το ταψί,
-Θεέ μου , πώς μοσκομύριζε ο τόπος-

κι ύστερα να ζωστείς με φούρια την ποδιά,
να πάρεις τη λεκάνη με τα φασολάκια
κι ένα μαχαίρι απ’ το συρτάρι που να κόβει ,

ν’ αρχίσεις να τα καθαρίζεις μ’ έγνοια,
μακάρια καθισμένη έξω στην αυλή,
με τους βασιλικούς, τη μπουκαμβίλια, τα γεράνια,
στο γαλάζιο μας σπίτι δίπλα στη θάλασσα.

Στα πόδια σου να μπουσουλάνε τα μωρά μου,
να σου χαμογελάνε με λατρεία,
γυρεύοντας σου πάλι παραμύθια,
κι εσύ να μην κουράζεσαι αδιάκοπα να διηγείσαι
για δράκους, για παλάτια και βασιλοπούλες,
για παλικάρια, ανδραγαθίες και πολέμους
χαϊδεύοντας δυο σγουρομάλλικα κεφάλια ,
με τη μελένια γλύκα της γιαγιάς.

Κι εγώ να μη χορταίνω τη μιλιά σου,
να μη χορταίνω τη ζεστή την αγκαλιά σου,
και τα χάδια σου,
αχ, την αγάπη σου
ποτέ να μη χορταίνω.

Ούτε τα μάτια, ούτε τη φωνή σου,
ούτε το γέλιο σου,
που όσο ζούσες ,
αγάπη κι έγνοια μας μετάγγιζε.

Τώρα μια θλίψη στο τελάρο του προσώπου
απλώθηκε.

Αποτυπώθηκε.

Μόνιμη, απέραντη.
Του χάρου έργο, αυθεντικό.

Αν φύλαγα τα δάκρυα μου
από τότε που’ φυγες, γλυκιά μου μάνα,
ωκεανούς θα γέμιζα, πελάγη…

Από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή ''Της μάνας''1999-2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου