Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Παρουσίαση του μυθιστορήματος "Η Μάχρια της Λήθης" από την Ελπινίκη Νικολουδάκη Σουρή

Η Μάχρια της Λήθης
Ρένα Πετροπούλου Κουντούρη
Μυθιστόρημα, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2014




Παρουσίαση του μυθιστορήματος από την Καθηγήτρια του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Κρήτης,  Ελπινίκη Νικολουδάκη Σουρή  * 

Προλεγόμενα
Η Λογοτεχνία πάντα μας φέρνει μπροστά στα προβλήματα της ζωής και έχει τον τρόπο της να μας υποβάλει την εντύπωση ότι αυτά θα μπορούσαν να είναι και δικά μας. Το μυθιστόρημα, ακόμη πιο πολύ, καθώς μελετά τις ανθρώπινες κινήσεις και σχέσεις, που συλλαμβάνονται και εξελίσσονται σε μια ιστορία, μας προκαλεί εμάς τους αναγνώστες να ανοίξουμε ένα διάλογο με όσα γίνονται εκεί μέσα. Γιατί συμμετέχουμε στη ζωή των προσώπων και η ανάγνωση τις πιο πολλές φορές ζωντανεύει όλο το κείμενο με απρόβλεπτα μεγάλο αριθμό φωνών. Γιατί, κυρίως, οι χαρακτήρες προκαλούν τον στοχασμό και θα λέγαμε ότι μαζί με τον αναγνώστη δημιουργούν μια προοπτική στη ζωή μας με ηθική βαρύτητα. Όμως, τόσο αυτοί, ως πρόσωπα κεντρικά ή ήρωες, όσο και οι αναγνώστες «παραδίδονται» στην εξέλιξη μιας μυθοπλασίας μέσα στην οποία δοκιμάζονται και τα δρώντα πρόσωπα και ο δημιουργός τους και όσοι με τα μάτια της ψυχής των συν-τρέχουν με αυτά. Άλλωστε, η δοκιμασία, μια δραματική κατηγορία της πλοκής μεστωμένη μέσα σε αποφάσεις ή ενέργειες, μέσα στη δράση, όπως λέμε γενικά, των προσώπων που αντιστέκονται στο κακό, καθιστά τη λογοτεχνία αυταξία, γιατί δικαιώνει τον αγώνα· δεν αφήνεται μετέωρος, όπως γίνεται στη σύγχρονη καθημερινότητά μας, να επιζητείται η δικαίωσή του κι αυτή να μην έρχεται, οι άνθρωποι να αποκάμνουν, να αποστρέφονται το παρελθόν, να προτιμούν με πάθος την κατανάλωση και να βυθίζονται στη λήθη.
            Η Λογοτεχνία, επίσης, δεν έπαυσε ποτέ να εμπνέει τον έλεο και τον φόβο μήπως τα δεινά των «μυθικών» προσώπων βρουν και αυτούς που τα βλέπουν ή τα διαβάζουν σε μια τραγωδία, σε μια παραλογή ή σε ένα μυθιστόρημα, για να δώσουμε ενδεικτικά παραδείγματα. Η ίδια ανησυχία διαπερνά και τον αναγνώστη του μυθιστορήματος που παρουσιάζουμε σήμερα. Γιατί η Μάχρια, πρόσωπο της «συμφοράς», όπως λέει ο Παπαδιαμάντης το κάθε νόθο τέκνο, προικισμένο, όμως, με χάρες, όπως η ομορφιά, η εξυπνάδα, η μόρφωση και το ήθος, αντιστέκεται στο πεπρωμένο της παλλακίδας, βιώνει με την οικογένειά της τον κίνδυνο της απόδρασης από το περιβάλλον του Σουλτάνου, μορφώνεται μέσα στα πλούτη του ευρωπαϊκού πολιτισμού τον 19ον αιώνα, απολαμβάνει τη διακριτική της ετερότητα μέσα στη χλιδή της μεγαλοαστικής Γαλλίας, ενηλικιώνεται ζώντας τον έρωτα και καταντά θύμα του οπίου που το δοκιμάζει από περιέργεια στην αρχή.  Κι όσο ακούμε το ίδιο το κορίτσι να μας αφηγείται το σωματικό και ψυχικό «στραπάτσο» του, ωσάν να είναι αυτή η ώρα και η στιγμή που βασανίζεται, τόσο το κενό το δικό της ελέγχει τη δική μας συνείδηση, τη συμπεριφορά μας στα παιδιά μας, στους μαθητές μας, στα νιάτα …

«Μέχρι στιγμής κανένας δεν είχε αποδώσει τα ρίγη, το αβάσταχτο κρύο που ένιωθα να με παγώνει ολόκληρη, τα ολοκόκκινα μάτια με τους μαύρους κύκλους, τη χλομάδα, την αδυναμία και την ανορεξία μου στη στέρηση του ναρκωτικού. Ήταν φρικτό, δε φανταζόμουν ότι σε τόσο λίγο διάστημα θα είχα κιόλας εθιστεί. Θα πρέπει να βρω κάπου λίγο όπιο … Μόνο λίγο, ίσα ίσα να ξεχαστώ να μη λυπάμαι, να μη φοβάμαι.»[1]

Και λίγο παρακάτω:

«Η μελαγχολία επέστρεψε για να στύψει κι άλλο την καρδιά μου. Πάγος βαρύς, ψυχρός κι απόκοσμος γλίστρησε μέσα στη ζωή μου. Όλα τα πάγωσε, όλα τα νέκρωσε. Μόνος θριαμβευτής ο χειμώνας μπήκε και θρονιάστηκε μέσα μου.» [2]

            Στο μυθιστόρημα Η Μάχρια της Λήθης τίθεται ένα πανάρχαιο πρόβλημα που υφίσταται μέχρι τις μέρες μας και εμπίπτει στις οικογενειακές σχέσεις με προεκτάσεις πολιτειακές· είναι το πρόβλημα του νόθου παιδιού ή γενικότερα εκείνου που – παρά τη νομιμότητα της γέννησής του -  εγκαταλείπεται, που εξορίζεται από την οικογένεια, επειδή αυτό εκλαμβάνεται ως φορέας του κακού· λ.χ., μιας οικογενειακής συμφοράς, μιας απειλής της εξουσίας του πατέρα, μιας δημόσιας κατακραυγής. Ξέρομε πως αυτήν ακριβώς την προμελετημένη απόπειρα η τύχη, σοφά καθοδηγημένη ποιος ξέρει, από ποιον υπερφυσικό νόμο, δεν την αποτελειώνει σε παιδοκτονία και η καταδίκη υπερίπταται μέχρι να ’ρθει ο καιρός να εκπληρωθεί. Εγκαταλελειμμένα παιδιά είναι ο Πάρης και ο Οιδίποδας[3], για να αναφέρουμε δυο πολύ γνωστά παραδείγματα της μυθολογίας, που οι γονείς ησυχάζουν για ένα διάστημα και, μάλιστα, τα ξεχνούν. Η μοίρα, όμως, σχεδιάζει έτσι τη ζωή τους, ώστε αυτοί να επιστρέφουν και να επαληθεύσουν ό, τι είχε προβλεφθεί· η καταστροφή του Οίκου.
            Ο πυρήνας αυτής της τραγικής κατάστασης προέρχεται, βέβαια, από το παραμύθι που εγκολπώνεται χιλιετηρίδων συλλογική ανησυχία γύρω από την έλευση της νέας ζωής στον κόσμο· συνεχίζεται, όμως, στην επώνυμη λογοτεχνία, και για να έρθουμε στα δικά μας, θα αναφέρουμε τη Γυφτοπούλα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και τον  Βίο του Ισμαήλ Φερίκ Πασά. Και επειδή, στο μυθιστόρημα αυτό μέρος της πλοκής συμπίπτει ως προς τους τόπους και τα γεγονότα με όσα γίνονται στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος Η Μάχρια της λήθης, οφείλουμε να σημειώσουμε  ότι ο ομώνυμος ήρωας είναι θύμα πολέμου που χάνει την οικογένειά του, όταν το Οροπέδιο ξεσηκώνεται στη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. 
            Από το παιδί θύμα εκκινεί και ο προβληματισμός της Ρένας Πετροπούλου, από το παιδί θύμα των πολέμων, τις φρικτές εικόνες των οποίων ζούμε και σήμερα. Και, διαβάζοντας το θυελλώδες ριζικό της Μάχρια, στο οποίο αφιερώνεται και η πρώτη εποχή του μυθιστορήματος, σκεφτόμαστε πως η πρωταγωνίστρια, τουλάχιστον και μέχρι την απόδρασή της από το «Ντολμά Μπαχτσέ», εκπροσωπεί χιλιάδες παιδιά που έχασαν τα ίχνη των γονέων τους, που σύρθηκαν στα σκλαβοπάζαρα του Αιγαίου, που επιβίωσαν απόλυτα προσαρμοσμένα στη σκλαβιά ή διχασμένα ανάμεσα στη μνήμη τού τότε και την εμπειρία τού τώρα.      Στον Πρόλογο του μυθιστορήματος η Μάχρια, όπως στην αρχαία τραγωδία, εξιστορεί τις συνθήκες της γέννησής της· και έρχεται στον κόσμο την ώρα που καταφεύγει στο σπίτι του παππού της του Καλλιμάρκου ο πατέρας της:

«Γεννήθηκα μπροστά στο αναμμένο τζάκι, την ώρα που ο παππούς Λεωνίδας σαστισμένος άνοιγε διάπλατα την πόρτα του σπιτιού μας μες στη νύχτα σ’ ἐναν άντρα κυνηγημένο. Ένα φυγά με σκοτωμένο βλέμμα, με πρόσωπο ρημαγμένο απ’ την οδύνη του χαμού. Εκείνος ο φυγάς έγινε η αιτία να δω το φως του κόσμου, μέσα στο μαύρο σκοτάδι»[4]

            Η Μάχρια γεννιέται από ένα βουκολικό έρωτα που φουντώνει, ταυτόχρονα με την Επανάσταση των ετών 1866-69 στην Κρήτη. Και, καθώς μέσα στη δίνη του πολέμου οι άνθρωποι έχουν ελάχιστες στιγμές για την προσωπική τους ζωή, οι ερωτευμένοι νέοι δεν προλαβαίνουν να επισημοποιήσουν τον δεσμό τους. Έτσι, η οικογένεια παίρνει όλα τα μέτρα για να μη μαθευτεί η εγκυμοσύνη στην κοινότητα του Οροπεδίου.  Και όταν γεννιέται το κοριτσάκι, την ίδια ώρα απομακρύνεται, αλλοίμονο, από την οικογένεια με το σοβαρό πολιτικό και οικονομικό status, που θα μπορούσε να το είχε κρατήσει και αναθρέψει· ταυτόχρονα, η απόφαση αυτή θα υποδήλωνε την αλλαγή των ηθών, ότι, δηλαδή, η Επανάσταση στην Κρήτη δεν φέρνει μόνο την Ένωση και τη Λευτεριά, αλλά και απελευθερώνει τον Κρητικό από τις προκαταλήψεις που βασανίζουν τον τόπο. Έτσι, στο εξής το αθώο πλάσμα μοιράζεται ανάμεσα σε δυο μάνες, σε δυο οικογένειες, αποπέμπεται από τη μια και περιθάλπεται και ανατρέφεται με στοργή από τη Μιχριμπάν, τη θετή της μητέρα. Σα να κυριαρχεί η συνωμοσία του κακού που δηλητηριάζει το σπιτικό και το διαπερνά ο φόβος της κοινής γνώμης που καθιστά τα καλά πρόσωπα κακά, τους επαναστάτες ευάλωτους στην κατακραυγή, ανίκανους να σηκώσουν κεφάλι. Πόσο απαξιωτικά ακούγεται ο λόγος της Μάχρια στην κατακλείδα του Προλόγου της «Στην Κρήτη του 19ου αιώνα τα μπάσταρδα δεν είχαν θέση σε καμιά οικογένεια»[5] και πόσο θυμούμαστε τη Φραγκογιαννού, όταν οι τελετουργικές κινήσεις της αρχόντισσας Ρεγγίνας για την ευλογία του μωρού καταλήγουν ειρωνικά στη σπαρακτική σκηνή του αποχωρισμού:

« … η Ιουστίνη έσκυψε και φίλησε τη νεογέννητη κόρη της στα μάτια – κανέναν δε φιλούν στα μάτια, φιλί του αποχωρισμού, λένε -, την ίδια νύχτα η μαμή πήρε το μωρό[6]

            Εδώ η τραγική ειρωνεία παίζει με τα αιμόφυρτα σώματα της Ιουστίνης και του Αντρέα, που παραδομένα στους πόνους της γέννας και των πληγών αντίστοιχα, αποδυναμώνουν τις ψυχές, η διαίσθηση αδρανεί, η αναμέτρηση ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο κλίνει προς τη ζωή, αλλά μια ζωή γεμάτη χωρισμούς. Το ασύμβατο πεπρωμένο δε φτιάχνεται μόνο από την Τύχη, αλλά οικονομείται και από τους ανθρώπους, που δικαιολογούν τις επιλογές τους, θέλοντας για τα παιδιά τους να αποφύγουν ό, τι εβίωσαν οι ίδιοι. Ένα προπατορικό αμάρημα διαπερνά την οικογένεια Καλλιμάρκου και το ανακοινώνει ο κυρ Λεωνίδας στον μονόλογό του, θυμίζοντάς μας ταυτόχρονα δυο κορυφαία διηγήματα της Νεοελληνικής Πεζογραφίας, τη «Φωνή του Δράκου» του Παπαδιαμάντη και το «Πίστομα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη:

«Πονώ για την κόρη μου,  το σπλάχνο μου. Κλαίω. Μα πιο πολύ πονώ για το μωρό. Γι’ αυτό το δίνω αλλού. Δε με νοιάζει πού, δε θέλω να μάθω ποτέ μου, μόνο να μην υπάρχει κοντά μου. Να μην το βλέπω. Μια που γεννήθηκε –καλό θα ’ταν να μην έβλεπε ποτέ το φως της μέρας, Θεέ μου, σχώρα με –αλλά δε θἐλω το παιδί της λατρεμένης μου Ιουστίνης να ’χει τη μοίρα ενός μπάσταρδου. Γιατί αυτή τη μοίρα την ξέρω από πρώτο χέρι. Εγώ ο ίδιος είμαι καρπός ενός περαστικού έρωτα.( …) Μεγάλωσα μες στην ντροπή και την απόρριψη, παίρνοντας το επώνυμο της μητέρας μου, σημαδεμένος σαν μπάσταρδος. (…) Η οικογένεια της μάνας μου, πιο φτωχοί κι απ’ τους φτωχούς, έδιωξε την ατιμασμένη κόρη και μ’ αγνόησε. (…) βουλιαγμένοι στις προκαταλήψεις, έφτυναν στο χώμα μόλις έβλεπαν την αμαρτωλή. Γύριζαν αλλού το βλέμμα. Ήμουν  σημαδεμένος με το στίγμα.»[7]

            Ωστόσο, η τύχη ευνοεί τον Λεωνίδα Καλλιμάρκο και γίνεται ο θετός γιος του Ορέστη Καλλιμάρκου που διαφεντεύει το Οροπέδιο. Θα περίμενε, λοιπόν, ο αναγνώστης να έχει οπλιστεί με καρτερία και αντοχή και να μη δείξει αυτή τη σκληρότητα στην Ιουστίνη και στο νεογέννητο, με το πρόσχημα της δημόσιας καταλαλιάς. Όμως, αυτός ο άνθρωπος, με την αμφίσημη διάθεση, που αδικεί από γνώση και ευεργετεί από άγνοια, γίνεται, θα λέγαμε, συνεργός της πολυπλοκότητας της συγγραφής που εξελίσσεται σε μυθιστόρημα ποταμός. Γιατί αυτός μεν  εξορίζει το μωρό, αλλά μαζί μ’  αυτό παραδίδει στη μαία και το πολύτιμο αρχαίο κόσμημα από ανασκαφή στην Ελεύθερνα  σαν φυλαχτό. Έτσι προπέμπει την τύχη της βρέφους και φαίνεται ότι συμπυκνώνει τις ευχές με τις οποίες το κατευοδώνει ενδόμυχα όλη η οικογένεια. Και τούτο το κόσμημα, που καίει όποιον πάει να το υφαρπάσει, γίνεται το μαγικό δώρο  που βοηθά τη Μάχρια και μόνον αυτή να επιβιώνει στις περιπέτειες που της τυχαίνουν στη συνέχεια.
            Η ζοφερή αβεβαιότητα της κατάστασης που ακολούθησε το Ολοκαύτωματου Αρκαδίου νοιώθεται και εκφράζεται από ορισμένα πρόσωπα της Ιστορίας. Καθένα, όμως, από αυτά γνωρίζει μέρος της εξέλιξης, με αποτέλεσμα να κυριαρχούν οξύμωρες καταστάσεις και ο έρωτας με τον θάνατο να γίνονται οι δυο όψεις της επισφαλούς ζωής εκείνων των χρόνων. Πριν το Ολοκαύτωμα, για παράδειγμα, ο Αντρέας φεύγει από τη Μονή Αρκαδίου, χωρίς να τον αντιληφθούν οι πολιορκητές, για να καλέσει ενισχύσεις από την Ανατολική Κρήτη. Έτσι σώθηκε, ενώ οι συναγωνιστές του κάηκαν.  Αλλά στο διάστημα αυτό συναντά την Ιουστίνη και χαίρεται τον έρωτά της, ενώ οι άλλοι θυσιάζονται … Να πληρώνει, άραγε, ο ίδιος αυτή τη δαιμονική ανεμελιά και απόλαυση με την άγνοια ότι το παιδί που γεννιέται, και είναι παρών αυτός στον τοκετό, είναι δικό του; Με την άγνοια ότι η Ιουστίνη τιμωρείται απομονωμένη σε σκοτεινό υπόγειο, ενώ εκείνος περιθάλπεται έτσι που αξίζει σε ήρωα;  Εδώ φαίνεται ότι αυτή η διαστρωματωμένη άγνοια παίζει ένα βάναυσο παιχνίδι, συχνό σε ανθρώπους που πολεμούν ή επιστρέφουν από πόλεμο.
            Αλλά η συγγραφέας διαλέγει τον Αντρέα ως ιστορικό πρόσωπο να μεταφέρει τις πολεμικές ειδήσεις στο παρόν της αφήγησης άλλοτε εκμυστηρευόμενος τα συμβάντα στην Κοραλία, την αδερφή της Ιουστίνης που είχε αναλάβει τη θεραπεία του και άλλοτε αναπολώντας τα ο ίδιος. Ας μείνομε λίγο σ’ αυτό το πρόσωπο που κρύβεται «στο φιλόξενο σκοτεινό κελάρι του κυρ Λεωνίδα», θυμάται και αναλογίζεται διαδοχικά την πολιορκία του Αρκαδίου, τη συνάντηση με την Ιουστίνη, τη συμπλοκή με τον εχθρό, τη γέννα, τον γενέθλιο τόπο. Σκηνές δοσμένες ακατάστατα που συνθέτουν, εν τούτοις, τη χρονογραφία της εξέγερσης από τη Δυτική μέχρι την Ανατολική Κρήτη, που εναλλάσσονται ανάμεσα στο προσωπικό δράμα και το συλλογικό τραύμα..  Τα πρόσφατα γεγονότα, όπως οι επιθέσεις των Τουρκοαιγυπτιακών στρατευμάτων σε στρατηγικά σημεία του Οροπεδίου με αρχηγό τον Μιχαήλ Κόρακα, αναφέρονται πρώτα. Κορυφαία η απόκρουση στην κορφή Αφέντης του Οροπεδίου, όπως και στον Καπετάν Μιχάλη στην Επανάσταση του 1889, αλλά οι επαναστάτες διαλύονται και καταφεύγουν σε κοντινά χωριά. Ακολουθεί η αδράνεια στο σπίτι της Ιουστίνης, όπου η ανάμνηση του γενέθλιου τόπου μαλακὠνει την αιχμηρή μνήμη της πρόσφατης πραγματικότητας και τις εφιαλτικές ώρες κατά τις οποίες το μυαλό του ανθρώπου αδυνατεί να συλλάβει την άβυσσο της καταστροφής στο Αρκάδι. Ο δραματικός εσωτερικός μονόλογος του Αντρέα αποδίδει τη σύγχυση που του προκαλούν τα πολεμικά γεγονότα, οι συγκρούσεις και η αμφισβήτηση της εμπιστοσύνης που ενέπνεε η Ιουστίνη…  Διαδοχικές σκηνές προδοσίας πολιορκούν τη ζωή του και καταφεύγει, όπως κάνει αργότερα και η κόρη του, στην αναζήτηση της λησμονιάς, ενώ ταυτόχρονα εμβαθύνει στο πεπρωμένο του επαναστάτη που για χάρη της πατρίδας δεν μπορεί να δημιουργήσει οικογένεια:                                                          

«…θα την ξεχάσω, όπως με ξέχασε κι εκείνη. Δε μπορεί να μη θυμήθηκε ό, τι μου είχε υποσχεθεί. Ορκιζόταν ότι μ’ αγαπούσε παράφορα, ότι θα με περίμενε να γυρίσω από τ’ Αρκάδι. Κι ας μην της έδινα ελπίδες. Τι ελπίδες να δώσει σ’ ένα νέο κορίτσι ένας επικηρυγμένος; Ένας φυγάς ταγμένος στην πατρίδα και τα ιδανικά της, που τον κυνηγά κι ο ίσκιος του; Μπορεί όμως και να νόμιζε πως ήμουν σκοτωμένος. Κι είναι αλήθεια πως τότε από ένα θαύμα σώθηκα.»  

            Στα κύρια χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος ποταμού (roman fleuveriver novel) ανήκουν η μεγάλη έκταση της υπόθεσης που δεν τελειώνει, αλλά με σχετική αυτοτέλεια συνεχίζεται σε σειρά τόμων, τα πολλά πρόσωπα που αναπτύσσουν τη δράση τους γύρω από τον/την πρωταγωνιστή/πρωταγωνίστρια, οι μετακινήσεις σε απομακρυσμένους τόπους, η ανάπλαση μιας εποχής μέσα στην οποία εξελίσσονται οι ιστορίες των προσώπων με τα ήθη, τα έθιμα του κάθε τόπου, τα κενά που δημιουργούνται ανάμεσα στα κεφάλαια ή της ενότητες. Ταυτόχρονα, όμως, η πλοκή συμβαδίζει, θα λέγαμε, με την ενηλικίωση του κεντρικού προσώπου της ιστορίας. 
            Ένα μεγάλο κενό, π.χ, χωρίζει το πέρασμα της Μάχρια στον κόσμο της Ανατολής, στον φιλόξενο κόσμο της Μικράς Ασίας, όπου ανατρέφεται, απολαμβάνει τη στοργή, την περιποίηση ως πρόσωπο που χαρίζει την ευτυχία στο άκληρο ζευγάρι. Ωστόσο, στο μυθιστόρημα ο παράδεισος της παιδικής ηλικίας διαρκεί από τον Ιούλιο του 1867 μέχρι την απαγωγή της Μάχρια, το 1881 που συμβαίνει η απαγωγή της και η μεταφορά στο Παλάτι του «Ντολμά Μπαχτσέ». Έτσι έρχεται μπροστά στα μάτια μας, ένας κόσμος αλλιώτικος, ήρεμος μέσα στο χωριό του Αγιασολούκ, όπου αναγνωρίζουμε τόπους από τα μυθιστορήματα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ηθογραφία ειδυλλιακή με γιορτές που μοιάζουν με διαβατήριες τελετές από την παιδική στην εφηβική ηλικία των κοριτσιών, σχέσεις των ανθρώπων ειρηνικές, μα και κρυφοί έρωτες που σέβονται νόμους και αρχές. Η Μιχριμπάν και ο Σουλεϊμάν είναι οι γονείς της Μάχρια, ο Σουκρού, ο αδερφός του Σουλεϊμάν, ο ατρόμητος καπετάνιος, που κυριαρχεί στα αισθήματά του προς την Μιχριμπάν είναι το αντίστοιχο παλληκάρι σ’ αυτόν τον κόσμο της Ανατολής που κατορθώνει να απελευθερώσει τη Μάχρια από το Χαρέμι του Σουλτάνου και να την οδηγήσει αμόλυντη στη μάνα της.
            Γοητεύει, αλήθεια, αυτό το κομμάτι του βιβλίου, καθώς μας μετακινεί από την αγροτική περιοχή στην πολυκοσμία της Σμύρνης, στο Χαμάμ των γυναικών, στο τελετουργικό των λουτρών, ενώ οι αισθήσεις, μέσα από πληθωρικές περιγραφές, γενναιόδωρες λεκτικές διατυπώσεις, απολαμβάνουν τα αρώματα, τις φωνές, το νερό, τα γλυκά κ. λπ. Θα υποστηρίζαμε ότι το σύντομο πέρασμα της Μάχρια από την καθ’ ημάς Ανατολή εισάγει τη διάσταση του Οριενταλισμού στο μυθιστόρημα, όπου όλα προσφέρονται πληθωρικά, οι ανησυχίες απομακρύνονται, αλλά ο δεσποτισμός παραμονεύει και εκδηλώνεται σε μια από τις βάναυσες μορφές της απαγωγής της γυναίκας, για να κλειστεί στο Χαρέμι του Σουλτάνου. Ωστόσο, έχομε τόσες λεπτομέρειες της ζωής εκεί, όπου πάλι ζωή και θάνατος εναλλάσσονται άγρια! Και όλες αυτές οι λεπτομέρειες από τα φαγητά, τα γλυκά, μέχρι την εκπαίδευση, την εύνοια ή την τιμωρία κινούνται ανάμεσα στις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις και στην ψυχογραφική ανατομία των προσώπων που απολαμβάνουν το καθετί και συνάμα πάσχουν μέσα σε μια διάχυτη αβεβαιότητα. Η Μάχρια τώρα λέγεται Γκιουλσεβέρ και είναι το κορίτσι που αγαπά τα ρόδα. Στα δυο χρόνια που μένει στο Χαρέμι επιμένει να μην παραδοθεί στον Σουλτάνο, και μαζί με τη φίλη της τη Ζουλφέ καταστρώνουν το σχέδιο της απόδρασής της. Και το πετυχαίνει με την αυτοθυσία της Ζουλφέ και τη βοήθεια της Μπεσιμέ.  
Σημαντική στιγμή σ’ αυτή τη φάση είναι η συνάντηση με τον Μάγο στη συνοικία Τοπχανέ, μετά την απόδρασή της. Όταν πια έχει επιστρέψει ασφαλής στη μητέρα της Μιχριμπάν αναστοχάζεται πάνω στα όσα έμαθε από αυτόν. Για την έννοια και τη λειτουργία του πεπρωμένου:

«Το πεπρωμένο του κάθε ανθρώπου είναι μυστηριωδώς συνδεδεμένο με το πεπρωμένο των άλλων ανθρώπων. Ο μαγικός κύκλος των γεγονότων γεφυρώνει ωκεανούς και ηπείρους κι ενώνει όλους τους θνητούς. Τα γεγονότα πάντως εξακολουθούν και θα εξακολουθήσουν να εμφανίζονται, είτε αναμενόμενα είτε απρόοπτα, καθορίζοντας με την παρουσία τους καταστάσεις, σαν να ΄ναι μέρος ενός αινιγματικού σχεδίου.»[8]

Για την υιοθεσία της και το μυστήριο της καταγωγής της. Κι εδώ η μερική γνώση απαξιώνει και πάλι τη φυσική της μητέρα:

«Και η άλλη; Αυτή που με γέννησε; Αυτή που με πέταξε; Φώναξα με τα σωθικά μου ξεσκισμένα απ’ τον πόνο της πικρής γνώσης. Ποια ήμουν; Από ποιους γεννήθηκα; Η απότομη αποκάλυψη της υιοθεσίας μου με είχε τσακίσει»[9]

            Ωστόσο, η καταδίωξη του Σουλτάνου δεν αφήνει περιθώρια για μοιρολατρίες και όλη η οικογένεια κατορθώνει μετά από περιπέτειες να εγκατασταθεί στη Μασσαλία, όπου ήσυχοι πια και πάμπλουτοι η Μιχριμπάν και ο Σουκρού έχουν ως μοναδική τους έγνοια να ζει μια ζωή ευτυχισμένη η Μάχρια.
            Στη δεύτερη εποχή (Παρίσι 1888 – Μασσαλία 1889) το μυθιστόρημα έλκεται από την κοσμοπολίτικη αίγλη της Γαλλίας. Οι γυναίκες επιδίδονται σε όλες τις ασχολίες και τα ενδιαφέροντα της μεγαλοαστικής κοινωνίας όπου, όμως, υφέρπει πάντοτε ο κίνδυνος της αλλοτρίωσης, που απειλεί και εν μέρει προσβάλλει την ίδια τη Μάχρια. Αν στην πρώτη εποχή οι άνθρωποι ζούσαν σύμφωνα με τα ήθη της κοινότητας, όπου ο κανόνας προσδιόριζε αυστηρά τις σχέσεις μεταξύ τους, στο κοσμοπολίτικο περιβάλλον η διαφορά διακρίνεται και  εκδηλώνεται πιο άμεσα. Θέματα όπως η θέση της μουσουλμάνας γυναίκας μέσα στην καθημερινότητα της υψηλής γαλλικής κοινωνίας, η χαρτοπαιξία, οι παράνομοι έρωτες ή η ομοφυλοφιλία του Ντε Λαρσέ συζητούνται, προβάλλονται και ως δράση αναζητούνται λύσεις από τη συγγραφέα με την άνεση ενός λειτουργού με στόχο την απονομή δικαιοσύνης. Ωστόσο, εκεί μέσα επέρχεται ο κορεσμός που δηλητηριάζει τα πρόσωπα και ο αμοραλισμός των τα βυθίζει σε μια ηθική και ψυχική αποξένωση από τον ίδιο τον εαυτό τους και από το στενό τους περιβάλλον.
            Ένας τέτοιος τύπος είναι ο καλοδουλεμένος χαρακτήρας του Ζακ, του ανθρώπου με τα σκληρά παιδικά χρόνια που κατάφερε να εισέλθει στην καλή κοινωνία χάρη στην εξυπνάδα του, το ταπεραμέντο του και τη θρασύτητά του. Αυτός κοντά στη Μάχρια αλλάζει, είναι, όμως, ο άνθρωπος που την εθίζει στο όπιο. Και που όταν αυτή φεύγει από το Παρίσι, δε διστάζει να επανασυνδεθεί με πρόσωπα του παρελθόντος.
            Συνοψίζοντας, θα προτείναμε να διαβάσουμε το μυθιστόρημα, όπου η σκληρή δουλειά φαίνεται από την πρώτη στιγμή στον τρόπο που δαμάζει η συγγραφέας το υλικό της, το ιστορικό, το πολιτισμικό, το ηθογραφικό, το γεωγραφικό, την πολυπρόσωπη ανθρωπολογία, τις μεγάλες και τις μικρές περιπέτειες των ανθρώπων.
Οι περιγραφές με έμφαση στη λεπτομέρεια και οι ειδήσεις που παρέχονται για τους τόπους στην Κρήτη, στη Μικρά Ασία, στη Γαλλία συγκρατούνται, γιατί παίρνουν ζωή από τα πρόσωπα. Έχουν το γούστο τους, για παράδειγμα, όσα λέγονται για τις κοσμικά κέντρα του Παρισιού, τα πλούσια ρεστωράν, τα φορέματα και τα κοστούμια, τα υφάσματα, τις βιβλιοθήκες, τα Μουσεία και τις γκαλερί, τους συγγραφείς που διαβάζει η Μάχρια! Οι εξοχές στο Παρίσι, η απομόνωση των ερωτευμένων, οι εσωτερικοί χώροι, όπου κάποια στιγμή  διακρίνεται και ο Λωτρέκ, οι φωτοσκιάσεις δημιουργούν μια ατμόσφαιρα χλιδής, με την καλή έννοια, που δεν είναι και άσχημη στις μίζερες μέρες που ζούμε. Μα πάνω απ’ όλα,  πάει να δημιουργηθεί μια γυναικεία γραφή που πιότερο ξομπλιάζει τη γυναίκα. Κορυφαίες μορφές η Μιχριμπάν, η Ιουστίνη, και πίσω από αυτές η Αϊντά, η Ζουλφέ, η Σαρλότ δημιουργούν ένα δίχτυ προστασίας στη Μάχρια. Δεν καταφέρνουν, όμως, να προλάβουν το όπιο… Μια αχτίδα αισιοδοξίας φέρνει ο έρωτας που φαίνεται να διαλύει τη ζοφερή πραγματικότητα της ηρωίδας. Θα δούμε, όμως στο δεύτερο βιβλίο τι θα μας χαρίσει  η συγγραφέας μας…
             





[1] Ρένα Πετροπούλου, Μάχρια της λήθης, μυθιστόρημα, εκδ. Λιβάνη, Αθήνα 2014, σελ. 307.
[2] Ό. π.
[3] Σε αντίθεση με τον αρχέγονο μύθο της θεάς μητέρας· που αψηφώντας τις απειλές η Ρέα κρύβει τον Δία στην Κρήτη, που, διεκδικώντας την κόρη της η Δήμητρα, μπορεί και χαίρεται την Περσεφόνη της έξι μήνες τον χρόνο πάνω στη γη.

[4] ό. π. σελ. 17.
[5] ό.π., 25.
[6] ό. π., σελ. 25. Η Κρήτη στην επιφάνειά της ανατρέφει τον Δία, ενώ στα υπόγειά της κρύβει τον Μινώταυρο, παράταιρο άνθρωπο, τέρας.
[7] ό.π., σσ. 29-30
[8] ό.π. σελ. 136

[9] ό.π. 

 * Η εισήγηση της κας Ελπινίκης Νικολουδάκη Σουρή εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου ''Η Μάχρια της Λήθης'', που πραγματοποιήθηκε στις 20/11/14 στο Επιμελητήριο Ηρακλείου, στο Ηράκλειο Κρήτης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου