Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015


Τόλης Νικηφόρου: κρύβω μέσα μου ένα παιδί απαρηγόρητο


γενέθλια πόλη 1

αγιόκλημα και ψάθινες καρέκλες
για να τσιμπολογάνε τα παιδιά
απ' τα χουνάκια με τα τυπωμένα φύλλα
κι από το καλοτάξιδο πανί της Αίγλης
σπόρια ονείρου

εκεί στο τέρμα της ανηφοριάς
ο ήλιος ν' αμολάει απλόχερα τους ήχους
από τα κατρακύλια και τα ξύλινα πατίνια
στο καλντερίμι της Αγνώστου Στρατιώτου

αριστερά και δεξιά πιο κάτω
ν' απλώνεται η πλατεία ουρανός
με τα αρχαία Λουτρά του Παραδείσου
και τ' άσπρα σύννεφά της ν' ανεμίζουν
σημαία στο καμπαναριό του Άη Δημήτρη

μέσα απ' τη γη να ξεπροβάλλει
η ανθισμένη Παναγία Χαλκέων
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
όπως το χέρι του πατέρα
τους εφιάλτες στο σκοτάδι όταν έδιωχνε

η φλόγα απ' το δαδί να λαμπαδιάζει
στο πρωινό δωμάτιο του χειμώνα
κάθε κατώφλι μια ζεστή ποδιά
και ο βαρδάρης άγριος, παγερός και οικείος
ένας μεγάλος αδερφός, μια βεβαιότητα

διαρκώς ν' αλλάζουν και να μένουν
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
αμετακίνητη η Πλατεία Δικαστηρίων
απ' όπου ξεκινούσε κι όπου τέλειωνε
η Εγνατία Οδός αυτού του κόσμου

*
γενέθλια πόλη, 2
θίασος παιδικός της γειτονιάς
που ανέβαζε κατοχικά παιχνίδια
στο παλκοσένικο του δρόμου
ενώ ακατάπαυστα η βροχή χειροκροτούσε
στο τσίγκινο υπόστεγο του Μπεμπελέκου

οδός και πρόσβαση και χωματένιο αλώνι
ο μέγας άλλοτε Μητσαίων ποταμός
που πήγαζε στα όρη της Αμύντα
και εξέβαλε στην ωκεάνια πλατεία
όπου χιλιάδες χρόνια πριν καταποντίστηκαν
αρχαίες αγορές κι αγάλματα

Πλατεία Δικαστηρίων ο κόσμος όλος
ενώ τα ποντοπόρα πλοία διασχίζουν
το άγριο κύμα της Αγνώστου Στρατιώτου
και ναυλοχούν στο βορεινό λιμάνι Ολύμπου

διάσημα ονόματα ηθοποιοί και ναύτες
χλομά παιδιά της στέρησης με ματωμένα πόδια
πεισματικά που αγκυροβόλησαν
σε κάποια ασπρόμαυρη φωτογραφία
και αξιώθηκαν να μην γνωρίσουν
την καταισχύνη των μεγάλων

τα όνειρα που μείναν όνειρα
κι έτσι διατήρησαν το άρωμα του ονείρου
στα μαγεμένα στενοσόκακα της μνήμης


και από μέσα άφθαρτο

ήταν ένα κοινό παλτό, τίποτα παραπάνω, ένα παλτό πλάι στην εξώπορτα αργά το μεσημέρι, όταν γυρνούσε ο πατέρας με τα σημάδια της ζωής στο πρόσωπο, ένα παλτό που στον βαρδάρη μας χωρούσε και τους δυο. και στις βαθιές του τσέπες, κάτι για κείνον που έψαχνε, πάντα κάτι για μένα. σαν το ζεστό παλτό θυμάμαι τον πατέρα μου, στην επιφάνεια κοινό και από μέσα άφθαρτο

*
γαλάζιο βαθύ σαν αντίο
κι έμεινα μόνος, με το γαλάζιο έλεος της τελευταίας στιγμής στα μάτια σου, γαλάζιο ωκεανός και σιωπητήριο, γαλάζιο που με γέννησε, με φώτιζε και με σκοτείνιαζε, που ακτινοβολούσε και φτερούγιζε, έμεινα μόνος με το βαθύ γαλάζιο σαν αντίο στα μάτια σου, μητέρα

*
μια αγαθή σκιά, ένας ψίθυρος
καθόταν στη γωνιά της μαυροφορεμένη
κι έπλεκε
ξέφτια από κύματα
κόκκινα κεραμίδια σερπαντίνες
πολύχρωμες κλωστές από τα περασμένα

έπλεκε με τα μαλακά της δάχτυλα
κι άλλοτε στην κουζίνα
μου έπλενε το πρόσωπο
άλλοτε αναστέναζε βαθιά
πόσο έμοιαζα στην κάθε κίνηση
με τον πραματευτή παππού μου
που 'χε χαθεί στην πρώτη νιότη του

μια αγαθή σκιά ήταν η γιαγιά μου
ένας ψίθυρος
όπως το φως του πρωινού
δειλά σαν μπαίνει από τις χαραμάδες

μα όταν πάνω από πυκνές ρυτίδες
σήκωνε κείνα τα μάτια
ανάκατα με μπλε και πράσινο
άστραφτε ο ουρανός
άστραφταν οι μπαχτσέδες της Σωζόπολης


το τελευταίο φως γλιστρούσε κατακόκκινο
απ' το μισάνοιχτο παράθυρο το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινο και πυρπολούσε το ελάχιστο διάστημα ανάμεσα στην πόρτα και το πάτωμα, απελπισμένο, σαν κάτι να ζητούσε, σαν κάτι νάθελε να πει στα παιδικά μου μάτια, όμως εγώ δεν ήξερα το χρώμα του, αγνοούσα τη φωνή του, κι έμεινα εκεί αμίλητος να το κοιτάζω εκστατικά να αργοσβήνει κάτω απ' την πόρτα στο δωμάτιο του βάθους

*
σαν μελωδία

μόνος στο σπίτι
με αυτοσχέδια παιχνίδια
ή με το βλέμμα έξω στην πλατεία
άκουγα το ρολόι να χτυπάει
μελωδικά τις ώρες στο σαλόνι
να αναγγέλλει ίσως την αρχή
στην περιπέτεια της ψυχής μου

τα έπιπλα, οι φωτογραφίες στον τοίχο
το παιδικό θαμπό μου βλέμμα
τιμούσαν σιωπηλά τη μελωδία
τ' ανεξιχνίαστα μυστικά του χρόνου

και πάλι μόνος μια ζωή αργότερα
ακούω κάθε τόσο το τικ-τακ
από ένα άλλο πιο κοινό ρολόι
ακούω ξαφνικά μια μουσική
σαν από τότε

ίσως να είναι αυτοί που αγάπησα
που αναδύονται στο φως σαν μελωδία
διάφανη, μαγευτική
εκστατική μέσα στον πόνο

η μία και μοναδική απάντηση
που επιτρέπει ο νόμος του θανάτου

*
αιωνιότητα

είμαι στα δώδεκά μου χρόνια
και κάτω απ' το μπαλκόνι μου
απλώνεται η πλατεία
με χίλια δυο αυτοσχέδια παιχνίδια
μια ανοιχτή αγκαλιά
και μια αιωνιότητα

στα μέγαρα τριγύρω
σκορπίζει αχτίδες ο ήλιος
με κρότο ανοίγουν τα παντζούρια
για να χαμογελάσουν τα παράθυρα
ακούγονται φωνές παιδιών
πατίνια και ποδήλατα
το ανοιξιάτικο ξημέρωμα
ηχεί στα καλντερίμια
μοσκοβολάει στο χώμα

όλα είναι σπίτι, φίλοι, γειτονιά
το αύριο είναι τώρα
κι όλα είναι φως


το άλλο όνομα του παραδείσου
μοσχοβολούσαν οι πατάτες στο ταψί
άστραφτε το βαρύ τραπέζι καλογυαλισμένο
από τη μια ο μεγάλος μου αδερφός
αγέρωχος ιππεύοντας τα είκοσί του χρόνια
κι από την άλλη η μάγισσα μας η μικρή
το πρόσωπό της ξέφωτο στο δάσος των μαλλιών της.
και η μητέρα να θροΐζει όρθια τριγύρω
μια φράση εδώ
σαν χάδι ένα μάλωμα εκεί
οι λέξεις πινελιές απ' το χαμόγελό της.
σε ξένες θάλασσες για πάντα χάθηκε η Κυριακή
με το βαθύ γαλάζιο ιστιοφόρο των ματιών της

*
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά
και κάτω απ' τις κραυγές των γλάρων το Ωδείο.
στο πάρκο της Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα
κοιτάζοντας προς τη μεριά της θάλασσας.
κάποτε φάνηκες
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
και μέσα στην ομίχλη μου χαμογελούσες.
στις μύτες στάθηκες να με φιλήσεις
κι ύστερα έφυγες.
κι όσο, χρόνο το χρόνο, στο βάθος σβήνεις
τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου
μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα
πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ
κάπου έξι μήνες πιο μικρή από μένα
πηγαίνεις στο παλιό Ωδείο
σε λεν Σιμόνη κι αγαπιόμαστε τρελά

*
ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ' τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ' τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια

*
Λονδίνο 1967-1971

ονειρεμένη πολιτεία του βορρά
ντυμένη τα βουβά σου χρώματα
μέσα σε μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα σε στάλες καθημερινής βροχής

χρόνια που έζησα στη χαμηλή σοφίτα
περιπλανήθηκα στις γειτονιές σου
είδα τους κρόκους να ανθίζουν μέσα στο χιόνι
μέθυσα με το άρωμα των κοριτσιών σου

πλατείες που έχουν κατακτήσει τη γαλήνη
με γύρω τους τα σπίτια του παραμυθιού
απέραντοι κήποι και σκοτεινά παλάτια
βικτωριανά μέγαρα

απίστευτη πόλη
[….]
γυρίζεις κάθε τόσο πολιτεία του βορρά
και φανερώνεσαι χλωμή στον ύπνο μου
λουσμένη στο αβέβαιο σου φως
ποτέ, ποτέ, ποτέ δική μου


μυστικά και θαύματα, 2
ξυπόλυτη κάτω απ' την άσπρη νυχτικιά που της πηγαίνει, η Σοφία γέρνει και σκαλίζει το χώμα στη μεγάλη γλάστρα, κατάξανθος στα τρία και κάτι χρόνια του, ο Νικολίκος σηκώνει κάστρα με τους κύβους του, ενώ ο πατέρας σοβαρός του ρίχνει κάπου κάπου μία έκπληκτη ματιά πίσω απ' την κυριακάτικη εφημερίδα, στο μάρμαρο ξαπλώνει τη φουντωτή ουρά του ένα πάντα από τα δάση της γαλήνιας σεκόια, κόκκινοι σκίουροι γλυστράνε στο πεζούλι και ο αλήτης γάτος γλείφει απολαυστικά δίπλα στα κάγκελα τα πέλματα και τ' άσπρα του μουσούδια. και βέβαια κανείς ούτε στιγμή δεν έφυγε, είναι κι όλοι οι άλλοι εδώ, ακόμη αόρατοι όπως κι εγώ σε κάποια μυστική διάσταση του χρόνου, κάποτε όμως σηκώνει από το κέντημα τα μάτια η μητέρα και τότε όλοι εμφανιζόμαστε μέσα σ' ένα γαλάζιο φως

*
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας
καμιά φορά αργά το βράδυ
ξαναγυρίζω στο παλιό μας σπίτι
με προσμονή την πόρτα ανοίγω
αναζητώντας μέσα στο σκοτάδι
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

με το κλειδί στο χέρι ακόμα
το σιδερένιο εκείνο, το μεγάλο
από δωμάτιο σε δωμάτιο τριγυρίζω
αγγίζοντας, μυρίζοντας και βλέποντας σχεδόν
σε κάθε αέρινό μου βήμα

μήπως και είναι κάπου εδώ
πάντα ζεστό το χέρι του πατέρα
του αδερφού μου η προστατευτική αγριάδα
κι αυτή της μάνας μου
η πανταχού παρούσα απουσία
μήπως και είναι εδώ
το καλογυαλισμένο μας βαρύ τραπέζι
η φωτογραφία που χαμογελάει στον τοίχο
με τα πολύχρωμά του σχέδια το χαλί
μήπως και είναι εδώ
το πάτωμα, οι τοίχοι, το ίδιο το σπίτι
μήπως ακόμα μπαίνει από την μπαλκονόπορτα
η απέραντη πλατεία που αγαπούσα

και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι κλαίω
κλαίω απελπισμένα στ' όνειρό μου
τα δάκρυα μου όλα τα θαμπώνουν
όλα όσα το φως της μνήμης καταυγάζει

*
βόλτα στις ράμπλας τ' ουρανού, 2
αργά χτες βράδυ ξαφνικά συνάντησα στις ράμπλας τ' ουρανού κάτι παλιούς συμμαθητές να χαρτοπαίζουν, πίνοντας ξεροσφύρι τα κόκκινα και τα γαλαζοκίτρινα του Μαρκ Σαγκάλ. ξεχείλιζαν απ' τα σταχτοδοχεία τους κομήτες και διάττοντες και στη μεγάλη τρύπια τσόχα του πανάγαθου ήταν σκορπισμένα σοκολατένια σύννεφα από το ετοιμόρροπο μπακάλικο του γαλαξία, ο ένας άνοιγε με μακρινά ταξίδια, ο άλλος έμπαινε με τους παλιούς του έρωτες κι ακολουθούσε ο τρίτος μ' όλα της νιότης που δεν έζησε, είχα απομείνει έκθαμβος λες και ονειρευόμουνα καθώς ο Άκης σπινθηροβολούσε απ' τα ξανθά τσουλούφια του ως τα παράξενα κουάρκ στα τρίσβαθά του, ο Μπάκος έστρεψε επάνω μου εκείνα τα αφόρητα γλυκά του μάτια κι ο Στέργιος από πλάι δήλωσε, κούκος μονός, άργησες, ρε, και άφησες την ουτοπία να περιμένει, πιάσε ένα δορυφόρο απ' την κουζίνα κι άραξε, κι άπλωσε τα ποιήματα σου στο τραπέζι


λέξεις αμετανόητες
τα χρόνια μου έζησα εξόριστος
ένας μισοσβησμένος στίχος
σ' αρχαία μετόπη της γενέθλιας πόλης
μέσα στο κάθε κύτταρο μου ήταν γραμμένη η προαιώνια ουτοπία έτσι ακριβώς όπως την είχε ονομάσει ο καθημερινός τριγύρω θάνατος
πάντα ταξίδευα
αφού ο βαρδάρης σου με γέννησε
και το άλφα της αγάπης σου
με σφράγισε πατρίδα
αφήνοντας ορθάνοιχτες τις πύλες μου
ποτέ το ψέμα δεν προσκύνησα
την ποίηση δεν εγκατέλειψα
τα κάστρα στο γαλάζιο όταν προσεύχονται
πέρα ως πέρα φωταγωγημένα
από τα μάτια των παιδιών

*
Ένα παιδί
με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι κοιτάζω εκστατικά πίσω απ' τις στάλες της βροχής ένα πολύχρωμο κόσμο
κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες
μέσα στον χειμώνα
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια
για το γατάκι του που πέθανε
για το λουλούδι που μαράθηκε
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή
κρύβω μέσα μου ένα παιδί με τρύπιο παλτό
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα τη γειτονιά και τους φίλους την άνοιξη που θάρθει
κρύβω μέσα μου ένα παιδί
που δεν δέχεται
πως μπορώ να γελάω
όταν την ίδια στιγμή κάποιος κλαίει
κρύβω μέσα μου ένα παιδί
απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή
στα μέτρα της καρδιάς του

Τόλης Νικηφόρου (1938)



και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω
όταν το κάτι αυτό, το οτιδήποτε, για μένα θα τελειώσει, και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω, θα είμαι εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει, το ύψιλον στα μυστικά, στη νύχτα, στην ψυχή, η απαλή καμπύλη στο αύριο, το χι στο χάδι ή στο χώμα της πατρίδας σας, όταν το κάτι αυτό, το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει, στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει, θα σας αγγίζει απαλά, θα σας ζητάει χαμογελώντας το αδύνατο

ΠΗΓΕΣ

*τα αυτοβιογραφικά ποιήματα είναι από τα βιβλία:
- Ο πλοηγός του απείρου, Ποιήματα 1966-2002
εκδ. Νέα Πορεία, 2004
- Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας
εκδ. Μανδραγόρας, 2007
- Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα
εκδ. Μανδραγόρας, 2012
- ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
εκδ. Μανδραγόρας, 2013
- Φωτεινά παράθυρα
εκδ. Μανδραγόρας, 2014

*φωτογραφίες: η πρώτη είναι από το mandragorasmagazine.wordpress.com
οι υπόλοιπες από βίντεο του You Tube

Ακόμα:
o Τόλης Νικηφόρου
- στα λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο και
- στο γράμμα σε χαρτί

links:
- ο προσωπικός ιστοχώρος του ποιητή: τόλης νικηφόρου
- τα προσωπικά τουBLOGS:
ο πλοηγός του απείρου
η γοητεία των δευτερολέπτων
Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται
μυστικά και ντοκουμέντα

- ο Τόλης Νικηφόρου διαβάζει 10 ερωτικά ποιήματα
- ένα ταξίδι, ένα βιβλίο TV100 - Ο Στέλιος Λουκάς συζητά με
τον ποιητή και συνοδεύει με την φυσαρμόνικά του
ο Αλέξανδρος Τριανταφύλλου.

2 σχόλια:

  1. Σε ευχαριστώ από καρδιάς, Ρένα μου, για τη θαυμάσια αυτή παρουσίαση στο εξαιρετικό ιστολόγιό σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εγώ σ' ευχαριστώ Τόλη μου, για την ανεπανάληπτη , τόσο τρυφερή κι αισθαντική ποίησή σου...Να' σαι πάντα καλά και να μας χαρίζεις στιγμές ψυχικής και πνευματικής ανάτασης σε πείσμα των καιρών.

      Με την αγάπη μου πάντα

      Ρένα Π.

      Διαγραφή