Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

‘’Στη ρωγμή του χρόνου’’ του Στέλιου Βισκαδουράκη 

Γράφει η Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη




















Υπάρχουν πεζογράφοι και ποιητές που η φαντασία τους λειτουργεί διασταλτικά. Μεγεθύνουν και μεγαλύνουν. Άλλοι αντιθέτως υπακούουν στην συστολή, πυκνώνουν και δένουν καρπούς μικρόσχημους, αλλά χυμώδεις, με δριμεία γεύση και άρωμα. Και είναι άλλοι που κινούνται ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο όρια, άλλοι τα συνδυάζουν με τρόπο μαγικό κι άλλοι τα συγκερνούν με τρόπο σοφό.


ΑΝπρέπει οπωσδήποτε να τοποθετηθεί μέσα σε ένα τέτοιο φάσμα, ένα φάσμα φωτός θα έλεγα ο Στέλιος Βισκαδουράκης- μια χαμηλόφωνη, διακριτική όσο και εξαιρετικά ιδιάζουσα παρουσία στα ελληνικά γράμματα- θεωρώ κατά την ταπεινή μου γνώμη, ότι τείνει περισσότερο προς την τάση πύκνωσης-θέση και στάση που προτάσσει η ίδια η έννοια του όρου ’’διήγημα’’- που η έντονη γεύση της δεν σου επιτρέπει να αγνοήσεις, πόσο μάλλον να λησμονήσεις την συγκίνηση, την πληρότητα, την μέθεξη ψυχής που αποκομίζεις μελετώντας το έργο του.


Το πρώτο μέρος της συλλογής ‘’Στη ρωγμή του χρόνου’’ που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις ’’Ταξιδευτής’’, αποτελείται από δώδεκα διηγήματα και το δεύτερο μέρος από τρία αυτοβιογραφικά αφηγήματα, άρθρα τα ονομάζει ο ίδιος-που δημοσιεύθηκαν στις εφημερίδες ’’Τόλμη’’ και ‘’Πατρίδα’’ του Ηρακλείου.

Σεβόμενη τον χρόνο που μού έχει δοθεί, αλλά και την υπομονή και ανοχή σας αγαπητοί φίλοι, δεν θα προβώ ούτε σε απαρίθμηση των διηγημάτων αλλά ούτε σε περαιτέρω ανάλυση και περιγραφή τους. Αυτό άλλωστε το έχει ήδη πραγματοποιήσει ο Επίκουρος καθηγητής και συγγραφέας Αντώνης Σανουδάκης στην εξαιρετική ομιλία του ‘’Το ονειρικό στοιχείο στη ρωγμή του χρόνου του Στ. Βισκαδουράκη’’ στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου το 2009. Προσωπικά θα επιχειρήσω μια σφαιρική, ερμηνευτική προσέγγιση-όσο μου επιτρέπεται σαν αναγνώστρια και όχι σαν ειδικός- σ’ αυτό το έργο -κόσμημα που τιμά την Ελληνική λογοτεχνία.

Το κάθε διήγημα αλλά και αυτοβιογραφικό αφήγημα έχει μια ξεχωριστή πρωτοτυπία, τόσο στη δομή, όσο και στη σύλληψη του θέματος. Οι ιστορίες που εκτυλίσσονται κινούνται και διαμορφώνονται σ’ ένα βιωματικό, παραμυθένιοΠΛΑΊΣΙΟ, πολύ διακριτικά, μεστά, συμφιλιώνοντας συνειδητό και ασυνείδητο, συγκροτώντας στο σύνολό τους ξεχωριστά, αυτοτελή κι αυτόνομα κομψοτεχνήματα.

Το μεγαλείο της συλλογής έγκειται στο γεγονός, ότι αυτά τα διηγήματα δεν ανήκουν και δεν σταματούν σε μια εποχή, αλλά μέσα από μια ‘’ρωγμή του χρόνου’’, παίρνουν μαζί τους πάνω στο χαλί του μαγικού ρεαλισμού τον αναγνώστη για να τον μυήσουν στην ιστορία , με τη δύναμη της φαντασίας, αλλά και του υπερβατικού-μεταφυσικού. Η προσωπίδα του ονειρικού περνά από ήρωα σε ήρωα μεταμφιέζοντας γεγονότα, πάθη και συναισθήματα σε μια λογοτεχνία γεμάτη σκέψεις, εικόνες, σχήματα .

Διαβάζοντας το βιβλίο, θα αναρωτηθείτε : Ο μαγικός ρεαλισμός είναι όντως λατινοαμερικανικό δημιούργημα ή μήπως αποτελεί συστατικό των μεσογειακών μύθων;
 Σαν άλλος διαβάτης κι εξερευνητής ο αναγνώστης περιδιαβαίνει στα σοκάκια του χρόνου, ντύνεται την αχλή του, αναπνέει τους μύθους και τις αλήθειες του, αντλώντας πολυσήμαντα ερεθίσματα. Πρόσωπα υπαρκτά –ωστόσο περασμένα ήδη στην αντίπερα όχθη- μετενσαρκώνονται.

Μεγάλοι ζωγράφοι όπως ο Καραβάτζιο της Ιταλικής Αναγέννησης, ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος, ο Ηρακλειώτης Θωμάς Φανουράκης , ο ποιητής των ανοιχτών οριζόντων Νίκος Καββαδίας , ο σπουδαίος Τουρκοκρητικός φωτογράφος των αρχών του 20ου αιώνα Μπεχαεντίν , με την μαστοριά της πένας του Στέλιου, μετατρέπονται σε φευγαλέες γήινες μορφές καθώς περνούν, κινούνται, συνομιλούν, αναπνέουν ,μάχονται και συγκρούονται με την αιώνια αλήθεια, που η καθηλωτική φαντασία του συγγραφέα πατώντας πότε πάνω σε πραγματικά γεγονότα, πότε σε φαντασιακές καταστάσεις, τους επιβάλλει .

Οι πόλοι που τροφοδοτούν τις εμπνεύσεις του συγγραφέα,  είναι ο γενέθλιος τόπος, οι ανθρώπινες σχέσεις - με ότι αυτό συνεπάγεται- και η τέχνη. Αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετές από τις περιγραφές ,καταδεικνύουν την ολοφάνερη σχέση και γνώση του δημιουργού πάνω στην Βυζαντινή αγιογραφία, την ζωγραφική και τη φωτογραφία.

Ο Δημήτρης ο Τσίχλας ο πρόσφυγας απ’ τη Σμύρνη, ο Τζο ο Φυσαρμόνικας ο λεπρός της Σπιναλόγκας, ο φωτογράφος Βλάσσης Πρινιάς, που συνομίλησε ονειρικά με τον Μπεχαεντίν, ο Αρμόδιος Σκαρίμπας ,ο εξόριστος στο καταραμένο νησί, ο Βάγγελας του Λάκκου στον περίφημο ζε’ι’μπέκικο της Ιουλιέττας, η Μυρτώ της αχρωματοψίας, ο Δον Νικολό στον πορτιέρη του Χάνδακα, είναι
μερικοί μόνο από τους ήρωες και αντιήρωες του Βισκαδουράκη.

Άνθρωποι ταπεινοί, αγράμματοι, μεροκαματιάρηδες, περιθωριακοί, πόρνες, ναυτικοί, σφουγγαράδες, πρόσφυγες, αλλά και καλλιτέχνες, ζωγράφοι, φωτογράφοι, αρχόντισσες, δάσκαλοι, αγιογράφοι, όλοι τους ευλογημένοι με την δωρεά της απλότητας και το ανεξάντλητο ψυχικό  μεγαλείο, είναι ή άγιοι που υποφέρουν ή άνθρωποι που κατακτούν την αγιοσύνη μέσω του πόνου.


 Η όλη στάση των ηρώων, τόσο των υπαρκτών όσο και των προσώπων του μύθου , οι φιλοσοφικές τους αναζητήσεις, τα οράματα, η υποταγή σ' αυτό που τους "έχει προοριστεί" συνιστά ένα "επιχείρημα" για συνεχή διάλογο με τον εαυτό τους, με τους άλλους αλλά και με τον Θεό - ένα "εγχείρημα" στην πάλη του Καλού με το Κακό, σαφέστατη αναφορά στα καζαντζακικά ή και ντοστογιεφσκικά πρότυπα.


Στα πολύ θετικά σημεία του βιβλίου και η έξοχη ανάμιξη του αστικού τοπίου, δίνει ζωντάνια και πνοή στα κείμενα. Η γενέτειρα του συγγραφέα-το Ηράκλειο-αλλάζει πρόσωπα και προσωπεία, καθώς φωτίζεται και αποκαλύπτεται από μια δυνατή δέσμη φωτός του ‘’φωτογράφου των συναισθημάτων’’, αναδεικνύοντας μια αλησμόνητη πόλη που ανασαίνει στον κοφτό ρυθμό της Ιστορίας.

Το ιστορικό κέντρο του Ηρακλείου ‘’Τα Λιοντάρια’’, η Βασιλική του Αγίου Μάρκου, που κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής και μετέπειτα, στέγασε τον κινηματογράφο ‘’Μινώα’’, οι περιοχές γύρω από τον Λάκκο’’ το πιο ελεύθερο κι ανθρώπινο μέρος της Κατοχής’’, η πλατεία Ελευθερίας, το Ενετικό λιμάνι της πόλης Κούλε και η οδός Πλάνης-οδός 25ης Αυγούστου σήμερα-όπως αναφέρεται στον πορτιέρη του Χάνδακα-καθώς και η συνοικία Φορτέτσα-κοίτη των Μικρασιατών προσφύγων-
αναπλάθονται με την συνέργεια της μνήμης. Η μνήμη, άλλοτε ως οδοιπορικό και άλλοτε ως ελεγείο, υπογραμμίζεται στο πεζογραφικό του έργο, με πολλάκις καζαντζακική, εικονιστική αφήγηση, ένα πολλά σημαίνον στοιχείο της πεζογραφίας του Βισκαδουράκη.

Στα μεγάλα συν και τα δυο διηγήματα ‘’Η υπόσχεση’’ και ‘’Η ορχήστρα του σύμπαντος’’, δυο συγκλονιστικές καταθέσεις δοσμένες με απέραντη ευαισθησία και πένα που τσακίζει κόκαλα, που αναφέρονται στους λεπρούς της Σπιναλόγκας-γραμμένα πολύ πιο πριν, από το’’ Νησί ‘’της Βικτώρια Χίσλοπ.

Όταν κάποτε ερωτήθηκα από έναν Αθηναίο, γιατί δεν έγραψε κάποιος Κρητικός συγγραφέας ένα αντίστοιχο βιβλίο , που να αναφέρεται στο μαρτυρικό νησί-κατάρα’’ και το έγραψε τελικά μια Αγγλίδα ; απάντησα –εκτός των άλλων-ότι’’ Αυτό που ξέρω είναι, ότι σπουδαία διηγήματα για την Σπιναλόγκα έχει γράψει ο Βισκαδουράκης’’

Με άπειρες λεπταίσθητες και λεπτομερείς εικόνες, αποτέλεσμα της γλαφυρής εικονοπλασίας της σμίλης των λέξεων, νοιώθεις την αίσθηση και τον παλμό όλης της Κρήτης, το μεγαλείο , την φτώχια, τη μιζέρια της, την ομορφιά, τον πόνο της. Και δεν μπορείς να μην γοητευτείς από την συνεχή περιπλάνηση μέσα στα καλντερίμια του χρόνου. Πότε μεταφέρεσαι στη Ρώμη του 1595, πότε στην Κρήτη της Μεταπολίτευσης, πότε στην δεκαετία του τριάντα, του πενήντα ή μέσα στην πληγή του πολέμου του σαράντα. Μέσα στα εξαιρετικά κείμενα, υπάρχει πανταχού παρούσα η νοσταλγία και η πίκρα για την χαμένη ή την σκλαβωμένη πατρίδα , η τραγικότητα, η ανατροπή, οι ονειρικές καταστάσεις, το μυστήριο.

Την πρώτη φορά που διάβασα τούτα τα διηγήματα, κάτι δυνατό σκίρτησε μέσα μου. Τα μάτια μου υγράνθηκαν. Μου ήρθε στο μυαλό η φράση του Τσέχωφ’’ Εάν κατορθώσεις να εκμαιεύσεις με την γραφή σου έστω κι ένα δάκρυ από τον αναγνώστη, τότε δικαιούσαι να ονομάζεσαι συγγραφέας’’. Μού έκανε εντύπωση η απλότητα, η δυνατή απεικονιστική ικανότητα, η συνεχής ροή της αφήγησης, η έλλειψη βούλησης εκ μέρους του δημιουργού να δημιουργήσει "λογοτεχνία", υποκύπτοντας ή μιμούμενος ίσως άλλα συγγραφικά πρότυπα.

Όταν στη συνέχεια είχα την ευχαρίστηση να τον γνωρίσω και από κοντά,  ανακάλυψα την έμφυτη σεμνότητα, την ευγένεια, το ήθος, το ακέραιο του χαρακτήρα του, την αμερόληπτη στηλίτευση των κακών κειμένων, παράλληλα με τους χαμηλούς τόνους, που κυριαρχούν και καθορίζουν την συμπεριφορά του σαν άνθρωπο και σαν λογοτέχνη και καλλιτέχνη. Αρετές πολύτιμες, που σπάνια συναντάς σήμερα.

Πρόκειται για ένα συγγραφέα που αφοσιώνεται στο διήγημα με απόλυτη συνείδηση των ορίων και των δυνατοτήτων του, αλλά και των υψηλών απαιτήσεών του, αφού η μικρή φόρμα –είτε διήγημα, είτε ποίηση-δεν συγχωρεί κακοτεχνίες. Δεν γράφει επιλέγοντας ηχηρές και σπάνιες λέξεις, αλλά παράγει φράσεις με ρυθμό σχεδόν ανεπαίσθητο αλλά υπαρκτό, φράσεις που κινούνται ή ρέουν φυσικά όπως ένα μεγάλο ποτάμι, ή που ακόμη ξεχύνονται σαν χείμαρρος διεισδυτικής κι εκφραστικής γλώσσας, που αποπνέει όμως ηρεμία, γαλήνη και βαθιά γνώση.

Ο Στέλιος Βισκαδουράκης διακονεί τον ανθρώπινο πόνο τόσο στο έργο του, όσο και στη ζωή. ( Είναι φυσικοθεραπευτής).Στα διηγήματά του ιχνηλατείται η ισόβια αψιμαχία του ανθρώπου με τον θάνατο, τα μυστήρια του μυαλού, ο φόβος, η ανθρώπινη καλοσύνη αλλά και η κακία, ο ηρωισμός, η αδικία, η αρρώστια με μεγάλα κεφαλαία γράμματα, οι δύσκολες ανθρώπινες σχέσεις, τα στερεότυπα, η επιβίωση και η εξαθλίωση, η επικοινωνία και το δέος μπροστά στο ‘’θείο’’, την εσωτερικότητα και τα δαιμόνια, που ο πολλαπλά ταυτισμένος με τον ήρωα αναγνώστης, καλείται να πατάξει στην επώδυνη αναζήτηση του εαυτού, όλα αυτά με στυλ, ωριμότητα, συγκρότηση και μέτρο, αλλά προπαντός με έξοχη οικονομία λόγου.

Η παρούσα συλλογή διηγημάτων ενώ είναι, δεν θυμίζει πρωτόλειο. Επιβάλλεται με την πυκνότητα, την πρωτοτυπία, αλλά και τα νοήματα που εμπεριέχει. Είναι ένα βαθιά και ίσως παλιομοδίτικα, ανθρωπιστικό βιβλίο, πληθωρικό, σαγηνευτικό και εξοντωτικό. Δεν μπορείς να μην θαυμάσεις την ικανότητα αυτού του πρωτοεμφανιζόμενου δημιουργού
στην διαχείριση του όγκου των πληροφοριών, των προσωπικών βιωμάτων και των συναισθημάτων που ξεχύνονται από τις σελίδες του, την απίστευτη ικανότητα να πλάθει κινηματογραφικές, παραμυθένιες εικόνες που περνούν από μπροστά σου,ΑΝ απλώσεις το χέρι, θα τις αγγίξεις. 

Όσοι αγαπούν την καλή λογοτεχνία αλλά και την ποίηση θα βρουν μέσα σ’ αυτή τη συλλογή ένα πολύχρωμο σύμπαν, παλλόμενο και λεπτοδουλεμένο, ένα πεζογραφικό έργο, στο οποίο, δεσπόζει το παιχνίδι με τον χρόνο, καθώς ο αναγνώστης ανιχνεύει είτε τον δρόμο που οδηγεί στο παρελθόν και την ιστορία,  είτε εκείνον που φέρνει το παρελθόν μέσα στο σύγχρονο παρόν .

Τολμώ να πω ότι είναι ένα βιβλίο για συγγραφείς περισσότερο , παρά για τον κοινό αναγνώστη. Γιατί ο συγγραφέας του, μας παραδίδει μαθήματα γραφής, μετουσιώνοντας την ομορφιά, τον έρωτα, την πατρίδα, την ιστορία και τις ανθρώπινες αξίες σε τέχνη. Κι η άποψη τούτη, ας διαβαστεί σαν σημάδι εκτίμησης.

Η παρούσα εισήγηση εκφωνήθηκε σε εκδήλωση που έγινε στο Μουσείο Εικαστικών Τεχνών Ηρακλείου, το Μάιο του 2012 για τον Στέλιο Βισκαδουράκη και το έργο του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου